ΓΕΦΥΡΑ

eviahistοry.gr

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

ΤΑ ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΑ

ΤΑ ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ





Aπο τον μελετητή της Εύβοιας Θεόδωρο Σκούρα
 
ΟΝΟΜΑΣΙΑ
 
Τα τελείως ιδιόμορφα αυτά κτίσματα ο λαός τα ονομάζει «δρακόσπιτα». Η λέξη δράκος έχει τη ρίζα της στο ρήμα «δέρκομαι» που υποδηλώνει εκείνον ο οποίος έχει οξύ και διαπεραστικό βλέμμα, ή εκείνον που καταπλήσσει με το βλέμμα
του- Τέτοιο βλέμμα, αλλά και υπερβολική και ακαταμάχητη δύναμη, είχανε οι δράκοι κό­τα τη λαϊκή παράδοση. Για το λαό μας οι δράκοι ήταν μυθικά όντα, άλλοτε ανθρωπόμορφα, με υπερφυσικό ανάστημα και υπεράνθρωπες δυνάμεις. Πιστεύει δε, ότι κατοικούσαν στα βουνά μέσα σε πολυδαίδαλα παλάτια, ή σε σπηλιές, ή σε γεροφτιαγμένους πύργους. Για αυτό υπάρχουν στην πατρίδα μας πλήθος τοπωνύμια και ονομασίες που έχουν σαν πρώτο συνθετικό τους τη λέξη δράκος. Ακούμε ταχτικά Δρακοσπηλιά, Δρακονέρα, Δρακόπετρες, Δρακοπάτη-μα, κ.α. Ακόμα με αφετηρία τη δοξασία του λαού μας για την υπερφυσική δύναμη των δρά­κων, λέγονται πολύ συχνά και εκφράσεις διάφορες όπως; «Και δράκου ρίζα νάχει, δεν γλυτώνει». Τους δε γενναίους, τους ήρωες, πάλι με δράκους τους παρομοιάζει ο λαός μας και λέει: "Ήτανε δράκος στην καρδιά» και άλλα πολλά. Στην Εύβοια εκτός από τα πολλά τοπωνύμια με συνθετικό τη λέξη δράκος, υπάρχουν και πολλές διηγήσεις δυο από τις οποίες μάλιστα αναφέρονται και σε τρία από τα εξεταζόμενα δρακόσπιτα, της Όχης, των Ρουκλίων και της Δίρφυς, καθώς και σε ένα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο και αξίζει να τις αναφέρουμε.
Διηγούνται πως ο δράκος που κατοικούσε στο δρακόσπιτο της Δίρφυς μάλωνε τα­χτικά με τον άλλον που ζούσε στο βουνό Χτυπάς (Μεσσάπιον) της Βοιωτίας και όταν οι διαμάχες τους προχωρήσανε πολύ, ο δράκος της Δίρφυς είπε στον άλλον ότι θα κάνει τη θάλασσα στεριά να περάσει να τον πολεμήσει σώμα με σώμα. Γέμισε το τεράστιο μα­νίκι της κάπας του με χώμα και κατέβηκε στην παραλία του Ευβοϊκού. Εκεί όμως ο δρά­κος του Χτυπά έριξε κεραυνό και του έκοψε το μανίκι της κάπας το γεμάτο χώμα, που έμεινε εκεί σχηματίζοντας μια μύτη στεριάς μέσα στη θάλασσα και από τότε λένε έμεινε το όνομα Μάνικα1, ο γνωστός μας αρχαιολογικός χώρος. Η άλλη ιστορία αφορά στα δυο δρακόσπιτα που είναι στην Όχη και στα Ρούκλια. Ο δράκος της Όχης είχε αγαπήσει μια κοπέλα που την κρατούσε κλεισμένη στο μι­κρό δρακόσπιτο που είναι στα Ρούκλια, Εκεί την επισκεπτόταν κάθε βράδυ και έμενε μα­ζί της ως τα χαράματα, πριν βγει ο ήλιος. Για να μη ξεχαστεί έριχνε κριθάρι στο άλογο του τόσο όσο να τρώει ως πριν την ανατολή του ήλιου και με τις φωνές που έκανε το άλογο σαν τελείωνε το κριθάρι, καταλάβαινε ότι έπρεπε να φύγει και έφευγε. Μια βραδιά όμως η κοπέλα έριξε κι άλλο κριθάρι στο άλογο ώστε να τρώει και με­τά την ανατολή. Έτσι θα έφτανε ο αδελφός της με το μεγάλο και φοβερό σκυλί του, το μόνο πράγμα που φοβότανε ο δράκος, θα τον κυνηγούσε και θα λευτέρωνε την αδελφή του. Όταν ο δράκος κατάλαβε πως είχε αργήσει, έφυγε βιαστικά πατώντας πάνω στη σκεπή του δρακόσπιτου για να καβαλήσει το άλογο του. Από τότε λένε είναι γκρεμισμέ­η η σκεπή αυτού του δρακόσπίτου. Το δράκο τον κυνήγησε το σκυλί μέχρι το σπίτι του, στην κορυφή της Όχης, κι επει­δή πρόλαβε και μπήκε μέσα, ο δράκος για να γλυτώσει μ' ένα πήδημα γκρέμισε τη σκεπή και βγήκε. Από τότε είναι γκρεμισμένη στη μέση η σκεπή του δρακόσπιτου, λένε οι αγρότες μας της περιοχής. Μετά τα όσα πιστεύει ο λαός μας για τους δράκους, είναι φυσικό όταν είδε τα πε­ρίεργα αυτά κτίσματα τα οποία είναι φτιαγμένα σε περιοχές δυσπρόσιτες και με τερά­στιες πέτρες, να πιστέψει ότι είναι τα σπίτια των δράκων, γιατί μόνον αυτά τα υπερφυσικά όντα με τις υπεράνθρωπες δυνάμεις θα μπορούσαν να τα οικοδομήσουν με τον τρόπο και την αρχιτεκτονική που είναι φτιαγμένα, ώστε και σήμερα ν' αφήνουν έκθαμβους όλους όσους φτάνουν ως αυτά και τα βλέπουν. Με το όνομα «δροκόσπιτα» είναι λοιπόν γνωστά αυτά τα οικοδομήματα, ή κατά την τοπική αρβανίτικη λαλιά της Ν. Εύβοιας, «Δραγκό», Στην Εύβοια όχι μόνο κτίσματα αλλά και σπηλιές ονομάζουν δρακόσπιτα οι αγρότες. Εξετάσαμε μερικές απ' αυτές. Καμιά δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε δρακόσπιτο γιατί πουθενά δεν βρήκαμε κάποιο κτίσμα. Αλλά και από τα διάφορα κτίσματα που μελετήσαμε κανένα δεν είχε τα χαρακτηρι­στικά των δρακόσπιτων, εκτός από δυο τα οποία εμφανίζουν κάποιες ομοιότητες με τα γνωστά μας. Το ένα είναι της Δίρφυς κι έχουμε και γι αυτό αυξημένες επιφυλάξεις όπως θα φανεί στην περιγραφή του και το άλλο στο λόφο της Γιαμήνας το οποίο και ο Παπαβασιλείου το αναφέρει ως δρακόσπιτο. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Τα δρακόσπιτα της Εύβοιας τα οποία είναι γνωστά μέχρι σήμερα φτάνουν τα 12, Πα­λιότερα ήτανε γνωστά μόνο το δρακόσπιτο της Όχης και τα άλλα στα Στύρα, τα Πάλλη λάκα δραγκό, δηλαδή συνολικά 4 κτίσματα Στους κόπους και τις έρευνες του Καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου οφείλουμε τη γνωριμία μας με τα άλλα 8. Τα αναφέρουμε όλα με το όνομα με το οποίο είναι γνωστά στην περιοχή τους. 1} Το πιο καλά διατηρημένο και πιο καλοφτιαγμένο είναι πάνω στην κορυφή της Όχης, σε υψόμετρο 1404 μ. χωρίς ιδιαίτερο όνομα, 2) Τρία άλλα, που αποτελούν συγκρότημα, κοντά στα Στύρα, γνωστά με το όνομα Πάλλη λάκα δραγκό. 3} Κοντά στη θέση Μετσίφι των Στύρων είναι το Μάριζα ή Λούμιθελ δραγκό. 4) Στη θέση Αμινού, στα ΒΑ των Στύρων, το Κρόι φτοχτ δραγκό, αποτελούμενο από δύο κτίσματα, σε υψόμετρο 270 μ. 5) Το Τσούκα δραγκό, μια ώρα πορεία μακρυά από το χωριό Στουπαίοι. 6) Μακρύτερα από το Τσούκα δραγκό, στη θέση Κιάφα Γκαρδ, το δραγκό Κατσαρό. 7) Λίγο πιο πολύ από δυο χιλιόμετρα στο δρόμο μετά τα Καψάλα, είναι το δραγκό Λιμικό, το πιο εύκολο να το επισκεφθεί κανείς, σε υψόμετρο 320 μ. 8) Κοντά στη Ροσπηλιά, ένα μικρό σπήλαιο που ήτανε λατρευτικό άντρο, στη θέση Ντάρ- δζα, είναι το μικρό Ντάρδζα δραγκό. 9) Στην κορυφή του λόφου όπου στους πρόποδες του είναι το Μαρίζα δραγκό, υπάρχει άλλο με το όνομα Κιούκα δραγκό. Τα δρακόσπιτα αυτά δεν θα τα περιγράψουμε γιατί αυτό έχει ήδη γίνει από τον Ν. Μουτσόπουλο κυρίως και τον Χρ. Λάζο. Θα αναφερόμαστε ταχτικά όμως σ' αυτά όπου είναι αναγκαίο να διατυπωθούν ερωτήματα και απορίες ή να γίνουν διαπιστώσεις και συγ­κρίσεις. Περιγραφή θα κάνουμε στα τελείως άγνωστα ως τώρα δρακόσπιτα που αποτε­λούν προσωπικά μας ερευνητικά αποτελέσματα. Αυτά τα νέα δρακόσπιτα είναι τα παρακάτω. 1) Το Νοέμβριο του 1987 σε μια ερευνητική μας εξόρμηση πίσω από τη Δίρφυ, είχαμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε την από χρόνια πληροφορία μας για την ύπαρξη δρακόσπι- του που είναι πέρα από το χωριό Γλυφάδα (Τσέργες) στη θέση Χτισμένη, σε υψόμετρο 160 μ. 2) Κοντά στη Χαλκίδα ένα άλλο κτίσμα που το ονομάζουν δρακόσπιτο, στο ύψωμα Γιαμή- να πάνω από το Βατώντα, σε υψόμετρο 410 μ. 3) Στον Κάβο Τόλια άλλο ένα. 4) Πάνω από το παραθαλάσσιο χωριό Νιμποριό, σε υψόμετρο 150 μ. το γνωστό με το όνομα Πύργος. 5) Στη θέση Κούρθεα είναι δυο κτίσματα σε υψόμετρο 365 μ. και 358 μ. 6) Στο λόφο Βίγκλια, αριστερά του δρόμου που οδηγεί από τα Στύρα στα Νεα Στύρα, είναι το Βίγκλια δραγκό σε υψόμετρο μόνον 80 μ. 7) Στην τοποθεσία Ίλκιζες των Στύρων συγκρότημα δύο δρακόσπιτων σε υψόμετρο 520 μ. γνωστό ως Ίλκιζες δραγκό. 8) Στη θέση Μάκκου άλλο συγκρότημα δύο κτιρίων, σε υψόμετρο 430 μ. 9) Στη θέση Στενό, στο δρόμο που πάει στο χωριό Κοίλα, στο χώρο μιας οχύρωσης ένα άλλο μικρό σε υψόμετρο 230 μ. 10) Κοντά στα Ρούκλιαστη θέση Λάκες άλλο, σε υψόμετρο 530 μ. χωρίς ιδιαίτερο όνομα κι αυτό. Έτσι σήμερα ο αριθμός των κτισμάτων αυτών τα οποία μας είναι γνωστά με την ονομασία δρακόσπιτα. φτάνει στα 25 και είμαστε βέβαιοι ότι υπάρχουν κι άλλα τα οποία ή έχουν εξαφανιστεί τελείως όντας παραχωμένα κάπου μετά το λίγο ή πολύ γκρέμισμα τους, ή θα μας αποκαλυφθούν κάτω από άλλες συνθήκες, όπως π.χ, τα δυο στη θέση Κούρθεα. Πριν από την περιγραφή των νεοανακαλυφθέντων κτισμάτων, θεωρούμε αναγκαίο να αναφέρουμε όλα τα κοινά γνωρίσματα των δρακόσπιτων επειδή είναι απαραίτητα για την κατανόηση της κριτικής μας σε ότι έχουν γράψει όλοι όσοι ασχολήθηκαν μ1 αυτά, γιατί δεν είναι λάθος, ούτε υπερβολή, αν γράψουμε ότι τα δρακόσπιτα είναι το ένα αντί­γραφο του άλλου. Η διαφορά τους είναι μόνον στις διαστάσεις και στο καλό ή κακό το πολύ ή το λίγο λάξευμα των ογκόλιθων. Οι μικροδιαφορές που υπάρχουν σε ορισμένα σημεία δεν αλλάζουν αυτή τη διαπίστωση. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Είναι χαρακτηριστικός και άξιος προσοχής, ο τόπος, το περιβάλλον, όπου είναι φτιαγ­μένα τα δρακόσπιτα. Όλα βρίσκονται σε κορυφές βουνών ή λόφων, ή σε πλαγιές τελείως απόμακρες και δυσπρόσιτες. Όλα έχουνε καλή ορατότητα και μπροστά και γύρω τους απλώνεται έκτα­ση που τη θέα της δεν την κρύβει τίποτα. Όλα έχουν ένα δέσιμο με το τοπίο το οποίο δείχνει την αρμονία της σκέψης των κατασκευαστών τους. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό και να μη επαναλάβουμε την τόσο χα­ρακτηριστική διατύπωση που κάνει ο Ulrichs από το 1842 και που αφορά στην περιβαλ­λοντική προσαρμογή των δρακόσπιτων. Γράφει: -Ο ναός της κορυφής της Όχης είναι οικοδομημένος από υλικά αυτού του βουνού και με το πέρασμα του χρόνου πήρε το χρώ­μα των βρόχων πάνω στους οποίους είναι χτισμένος και δείνει την εντύπωση ότι αποτε­λεί μια ενιαία μάζα μ* αυτούς τους βράχους». Αυτό ισχύει και για όλα τα άλλα δρακόσπιτα Όλα είναι θεμελιωμένα πάνω σε φυσικούς βράχους. Αλλά και γενική περιβαλλοντική διαπίστωση είναι ότι όλα σχεδόν είναι κτισμένα σε περιοχές αρχαίων λατομείων. ΥΛΙΚΑ Κοινό χαρακτηριστό των δρακόσπιτων είναι ότι φτιάχτηκαν από ντόπια πέτρα. Που­θενά δεν υπάρχουν ίχνη (διάδρομος, γλιστρά κλπ) μεταφοράς των λίθων. Τουναντίον η ομοιότητα του υλικού τοιχοδομίας των δρακόσπιτων με το πλησιέστερο πέτρωμα και τα ίχνη λατόμευαης που υπάρχουν πλάι σε αρκετά δρακόσπιτα, οι αφαιρετικές εργασίες από πλαϊνούς βράχους, καθώς και σε άλλους πολύ κοντινούς, αποδείχνουν ότι επί τοπου γινότανε η εξόρυξη και επεξεργασία. Όλοι οι μεγάλοι λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν είναι λαξευμένοι σε άλλα πολύ και σε άλλα λιγώτερο ή καθόλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι εσωτερικές πέτρες είναι περισσότερο και καλύτερα λα­ξευμένες από τις εξωτερικές σε όλα τα δρακόσπιτα. Στο δρακόσπιτο της Όχης, συμφωνούν όλοι οι συγγραφείς, ότι συναντάμε τις πιο καλά λαξευμένες πέτρες. Όμως τις πιο καλά, τέλεια μπορούμε να πούμε λαξευμένες πέ­τρες, όταν δεν είναι σχιστόλιθος, τις βρίσκουμε στον Πύργο του Νιμποριού και στο Α από τα δυο στη θέση Κούρθεα. Το ίδιο και στα δρακόσπιτα της Δίρφυς και της Γιαμήνας. Άλλο κοινό χαρακτηριστικό των δρακόσπιτων είναι ότι, σε κανένα δεν υπάρχει συν­δετικό υλικό γιατί είναι οικοδομημένα με τον τρόπο που ονομάζουμε ξερολιθιά. Ακόμα σε καμιά από τις πέτρες δεν υπάρχουν συνδετικοί γόμφοι. οι πέτρες που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι όλες μεγάλες και αρκετές φορές τερά­στιες, στο δε σχήμα τους μπορούμε να τις πούμε πλακόπετρες, άσχετα αν το πάχος τους ποικίλει από 0,20 - 0?80 μ. αφού το μήκος τους φτάνει τα 4 μ, και το πλάτος υπερβαίνει σε πολλές τα 2 μ. Στα υλικά πρέπει να αναφέρουμε και τις μικρές πέτρες που χρησιμοποιούν σαν σφή­νες, τις οποίες συναντάμε στους τοίχους όλων γενικά των δρακόσπιτων. Αναφέραμε εξωτερικές και εσωτερικές πέτρες. Αυτά είναι γεγονός γιατί οι τοίχοι των δρακόσπιτων είναι διπλής δομής. Δηλαδή αποτελούνται από δυο ισόδομες κατασκευές και μόνον κατά διαστήματα υπάρχουν συνδετικές πέτρες, αυτές που οι τεχνικοί ονομά­ζουν διάτονους λίθους ή μπατικές πέτρες και που ο' αυτά τα οποία είναι γκρεμισμένα φαίνονται πολύ καλά, (Πίν. 4α και 15β). Αυτό το χαρακτηριστικό, τη διπλή δομή, εύκολα το καταλαβαίνουμε γιατί όταν πα­ρατηρούμε έναν τοίχο, οποιονδήποτε, εξωτερικά και εσωτερικά, όπου αυτό είναι δυνα­τόν, αντιλαμβανόμαστε ότι οι δόμοι δεν είναι αντίστοιχοι. Οι εξωτερικές πέτρες δεν είναι ίδιες με τις εσωτερικές, ούτε στις διαστάσεις, ούτε στη θέση. Σε πολλά απ' αυτά, τα οποία είναι δυστυχώς γκρεμισμένα, σε μικρό ή μεγάλο μέρος, αυτή η κατασκευή των τοί­χων γίνεται αμέσως αντιληπτή, (Πίν. 20β), ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Ο τρόπος κατασκευής των δρακόσπαων σε συνδυασμό με τις ογκώδεις πέτρες που έχουν χρησιμοποιηθεί, είναι το θεμελιακό στοιχείο το οποίο τα κάνει να ξεχωρίζουν παγ­κόσμια από κάθε άλλο και κάθε εποχής οικοδόμημα. Η αρχιτεκτονική των δρακόσπιτων προκαλεί έκπληξη και θαυμασμό και δείχνει τη μεγάλη γνώση της τεχνικής από αυτούς που τα φτιάξανε αφού και με τα σημερινά δεδομένα αποτελεί, η αρχιτεκτονική αυτή, κά­τι το πολύ δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο. Όλη η κατασκευή προδίδει ότι οι τεχνίτες αυτοί είχανε μελετήσει κάθε λεπτομέρεια και η εφαρμογή των αποτελεσμάτων της μελέτης τους γίνεται από την πρώτη πέτρα που ακουμπούσαν πάνω στο έδαφος. Σχ. 1. Ο τρόπος θεμελίωσης στο δρακόσπιτο της Όχης, (Σχέδιο Ν. Μουτσόπουλου) Η σημερινή τους κατάσταση, το δυσπρόσιτο του μέρους, οι εδαφικές συνθήκες και η έλλειψη ανασκαφικής έρευνας, η οποία προϋποθέτει μεταφορά επί τόπου μηχανικών μέσων, δεν μας επιτρέπουν να δούμε αν υπάρχει θεμέλιο και σε πιο βάθος φτάνει. Από το ότι τα περισσότερα είναι «ακουμπημένα» πάνω σε βράχο, μπορούμε να συμπεράνου­με ότι αυτά τα κτίσματα δεν έχουν θεμέλιο σε όλο το μήκος των τοίχων. Άλλωστε είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι κατασκευάζανε θεμέλιο μόνο στα σημεία τα οποία δέχονταν πολύ βάρος. Ούτε κι αυτό όμως είναι δυνατόν να δούμε στα δρακόσπιτα, χωρίς να προηγηθεί καθάρισμα από τις κοπριές και τις επιχωματώσεις και χωρίς ανασκαφική έρευνα. Μόνο στο δρακόσπιτο της Όχης γνωρίζουμε τον τρόπο θεμελίωσης (Σχ. 1). Πολύ σωστά ο Ν. Μουτσοπουλος γράφει ότι: «Η τοιχοποιία αποτελεί έναν άθλο... και η ισορροπία επιτυγχάνεται και διατηρείται μόνον από τα υποκείμενο και υπερκείμε­να βάρη. Η ανυπαρξία θεμελίωσης, όπως πιθανολογούμε, σε συνδυασμό με την μέχρι σή­μερα διατήρηση τους δεν δείχνει παρά τις απίθανες κατασκευαστικές ικανότητες των τεχνικών αυτού του λαού που τα οικοδόμησε. Μόνον της καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην Όχη, στα 1404 μ. ύψος, αν σκεφθούμε, με το πολύ χιόνι και τον αέρα, στις οποίες αντιστέκεται ένα οικοδόμημα με ξερολιθιά, με τεράστιες και πολύ βαριές πέτρες, αποδεικνύουν τις θαυμαστές τεχνικές της εποχής εκείνης». Ενδεικτικά υπενθυμίζουμε το πως χαρακτηρίζουν τη δύναμη του αέρα που επικρατεί στην Όχη, δυο παλιοί. Ο Μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος που πέθανε το 1220, σε επιστολή του προς τον Γεώργιο Βαρδάνη, γυιό (;) του Επισκόπου Καρύστου γράφει ότι ο αέρας αυτός είναι "χείμορος αγρίας λαίλαπος». (Χρ. Θέμελης 1955). Ο δε Ηawkins τον χαρακτηρίζει «διαρκές μαστίγωμα». Τα δρακόσπιτα χρησιμοποιούνται σήμερα και από πολλά χρόνια πριν, για μαντριά και γι' αυτό έχουν επιχωματωθεί σε αρκετό ύψος. Για κανένα δεν μπορούμε να πούμε ότι βλέπουμε το δάπεδο του, εκτός από το Μαρίζα δραγκό που όλη η επιφάνεια του εδά­φους είναι βράχος. Και σ' αυτό πάλι όσο είναι δυνατόν να δούμε αφού η πεσμένη σκεπή του, από πολλά χρόνια, καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του. Έτσι σε μια - δυο περιπτώσεις που μπορέσαμε να δούμε την χαμηλότερη πλάκα απ' την τοιχοποιία, παρατηρήσαμε ότι έχει μια ελαφρά κλίση προς το εξωτερικό του οικοδομήματος. Επειδή δεν στάθηκε δυνατόν να δούμε την έδραση όλης της σειράς δεν μπο­ρούμε καν να υποθέσουμε ότι η κλίση αυτή αποτελεί στοιχείο επίλυσης στατικών προβλημάτων, ενώ μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είναι ένα δικό μας πρόβλημα στην όλη μελέτη των δρακόσπιτων με τα τόσα ερωτηματικά. Όπως προαναφέρουμε, οι τοίχοι των δρακόσπιτων είναι διπλής δόμησης και το πά­χος τους ποτέ, σε καμιά περίπτωση, δεν είναι μικρότερο του ενός μέτρου, με μοναδική εξέραιση το δρακόσπιτο της Δίρφυς που το πάχος είναι μόνον 0,90 μ, Στο εξωτερικό της τοιχοποιίας, παρατηρώντας τις γωνίες (Σχ. 2 και 3, Πίν.1α) δη­μιουργείται η εντύπωση, όπως σωστά γράφει ο Ν. Μουτσόπουλος, ότι δεν έχουν διαμορ­φωθεί οι πέτρες, ότι δεν έχει τελειώσει το λάξευμα τους, ότι είναι ατελείωτο το έργο. Γι' αυτή την κατασκευή των γωνιών Θα εκθέσουμε τις απόψεις μας στη συνέχεια. Τα ύψη των δρακόσπιτων είναι σχεδόν ίδια. Παρόλο το μπάζωμα που έχουν υποστεί και επομένως το ακριβές ύψος τους δεν προσδιορίζεται, η διαφορά στα ύψη τους είναι της τάξεως εκατοστών του μέτρου. Στα δρακόσπιτα όπου η σημερινή κατάσταση τους το επιτρέπει, όχι σε όλα, παρατη­ρήσαμε ότι δεν υπάρχουν ανοίγματα - παράθυρα για φωτισμό και αερισμό παρά μόνον σε αυτό της Όχης και στο Μαρίζα δραγκό, ίσως γιατί το μεν πρώτο είναι το πιο καλο­φτιαγμένο και το δεύτερο το πιο μακρύ. Σχ. 2, Μαρίζα δραγκό. Γωνία αδιαμόρφωτη. Περιφερική προεξοχή. Αφού τοποθετούσαν δυο ή περισσότερες σειρές λίθων για την κατασκευή της στέ­γης με το εκφορικό σύστημα, έβαζαν πάνω σ* αυτούς, στο τμήμα τους που εδράζεται στον τοίχο, μεγάλες πέτρες, ογκόλιθους μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε, οι οποίοι είναι κατά κάποιο τρόπο σαν συνέχεια της εξωτερικής ισόδομης κατασκευής του τοίχου (Σχ. 4 και 5). Αυτό γινότανε για αντίβαρο στο προεξέχον τμήμα αλλά και για εξασφάλιση της σταθερότητας των ανώτερων λίθων της επεξοχής οι οποίοι είχαν και τη μεγαλύτερη προς τα άνω κλίση. Οι ογκόλιθοι αυτοί εξέχουν πάνω από τις πλάκες της στέγασης σχηματίζοντας μια περιφερική προεξοχή η οποία χρησίμευε και για να στερεώνονται οι πλακόπετρες με τις οποίες κάνανε την τελική επικάλυψη όλης της στέγης εξωτερική (Πίν. 3α). Αυτή η κατασκευή έχει γίνει αιτία να εκφρασθούν διάφορες απόψεις οι οποίες θα βρουν την εξήγηση τους όταν στη συνέχεια αναφερθούμε σ' αυτήν την περιφερική προ­εξοχή (Σχ. 4 και 5). Σχ. 4. Ένας τρόπος κατασκευής της περιφερικής προεξοχής. Σχ. 5. Άλλος τρόπος κατασκευής της περιφερικής προεξοχής. Είσοδος Στοιχείο άξιο ξεχωριστής παρατήρησης και περιγραφής είναι ο τρόπος κατασκευής της εισόδου των δρακόσπιτων που αποτελεί και βασικό χαρακτηριστικό τους. Όλα έχουνε τον ίδιο τρόπο κατασκευής, εκτός από τα δυο μικρά, το Ντάρδζα δραγκό και το άλλο στη θέση Στενά. Σε όλο η είσοδος αποτελείται από δυο μεγάλους μονόλιθους γιο παραστάτες - ορ­θοστάτες οι οποίοι καλύπτουν όλο το πάχος του τοίχου και όλο το ύψος του ανοίγματος της εισόδου, (Σχ. 6 και 7, Πίν. 10). Πάνω σ1 αυτούς τους ορθοστάτες, για επικάλυψη, έχουν έναν άλλο μονόλιθο και αυτός καλύπτεται από μεγαλύτερο, ογκόλιθο πλέον, που πάντα, σε όλα τα δρακόσπιτα στα οποία διατηρείται και μπορούμε να τον δούμε, προχω­ράει προς το εσωτερικό του κτίσματος και αποτελεί στοιχείο, τμήμα, της επεξοχής της στέγης. Αυτοί οι ογκόλιθοι είναι τεράστιοι και στο δρακόσπιτο της Όχης έχει διαστά­σεις 4 χ 2,05 χ 0,30 μ. Σχ. 6. Δρακόσπιτο Οχης. Ο τρόπος κατασκευής της εισόδου. Σήμερα υπάρχουν δυο - τρεις περιπτώσεις, όπως στα Πάλλη λάκα δραγκό, στο Μα­ρίζα δραγκό και σε άλλα, που δεν βλέπουμε τους κάθετους παραστάτες στην είσοδο τους. Δεν νομίζουμε ότι είχαν διαφορά στην κατασκευή, αλλά η μακροχρόνια χρησιμοποίηση τους από τους αγρότες της περιοχής για τον σταβλισμό ζώων, το σπάσιμο που κάνουν στις μεγάλες πέτρες για να τις βάλουν σε δικές τους σύγχρονες κατασκευές και οι μετα­τροπές που έχουν κάνει σε πολλά απ' αυτά, οι ορθοστάτες, εκεί όπου δεν υπάρχουν σή­μερα, θα είναι θύματα σύγχρονων επεμβάσεων. Αξίζει να σημειωθεί και άλλο ένα πολυσυζητημένο χαρακτηριστικό, το ότι στα δρα-κόσπιτα η είσοδος είναι πάντα στη μεγάλη πλευρά, στην πιο μακριά, σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς που η είσοδος τους είναι πάντα στη μικρή πλευρά του όλου οικοδο­μήματος. Μόνο δυο εξαιρέσεις υπάρχουν στη θέση της εισόδου, Στα δυο μικρά Ντάρδζα δραγκό και στο Στενό που είναι κοντά στη γωνία και όχι στη μέση της μακριάς πλευράς και στο δρακόσπιτο στα Ρούκλια που είναι στη μικρή πλευρά γιατί δεν υπήρχε τρόπος να γίνει σε μεγάλη πλευρά αφού και οι δυο βρίσκονται Επάνω από γκρεμνούς. Σχ. 7. Δραγκό Λιμικό. Ο τρόπος κατασκευής της εισόδου. Στέγαση Το χαρακτηριστικό εκείνο που αφήνει κατάπληκτο και τον πλέον ειδικό τεχνικό, εί­ναι ο τρόπος της στέγασης των δρακόσπιτων, γιατί είναι ένα θαυμαστό και ιδιόμορφο σύστημα το οποίο οε κανένα άλλο αρχαίο κτίσμα δεν υπάρχει. Ο Ηβ^Κϊ π$ γράφει: «Η κατασκευή της στέγης φαίνεται πως έγινε μετά από υπολογι­σμούς και δείχνει την αξιόλογη πρόοδο της τεχνικής». Και ο Ν. Μουτσόπουλος αναφέρει χαρακτηριστικά; «Και σ* αυτό ακριβώς το σύστη­μα στέγασης κρύβεται η φανταστική και αδιανόητη, για τα σημερινά δεδομένα, κατασκευα­στική ικανότητα των τεχνικών του λαού αυτού". Τον τρόπο αυτό της στέγασης οι τεχνικοί τον ονομάζουν «εκφαρικό» ή «εμφορικό» ανάλογα με την κατεύθυνση του. Ο όρος όμως «επεξοχή» είναι πιο ταιριαστός και έτσι θα τον ονομάζουμε. Για τον τρόπο στέγασης αυτών των οικοδομημάτων πρέπει να αναφέρουμε περισ­σότερα. Μετά το τελείωμα των τοίχων εδράζονται πάνω σ αυτούς πολύ μεγάλες πλακοπε-τρες που εξέχουν προς το εσωτερικό του κτίσματος αρκετά εκατοστά του μέτρου. Αυτές οι πλακόπετρες έχουν και μια κλίση προς τ' απάνω και γι' αυτό, αν δεν είναι κατάλληλα λαξευμένες, χρησιμοποιούνται μικρές πέτρες σαν σφήνες, Η επεξοχή αυτή είναι ίδια και στους τέσσερις τοίχους. Η δεύτερη σειρά της επεξοχής είναι με τον ίδιο τρόπο φτιαγμέ­νη, εδράζεται πάνω στην πρώτη αλλά η προς τ απάνω κλίση είναι μεγαλύτερη σε σχέση με τον κάθετο τοίχο και το προεξέχον τμήμα της είναι κατά αρκετά εκατοστά του μέτρου περισσότερο από το ανάλογο της πρώτης σειράς. Το ίδιο γίνεται σε όλες τις στρώσεις της επεξοχής για τη στέγαση. Αύξηση της προς το εσωτερικό προεξοχής με ταυτόχρονη αύξηση της προς τα άνω γωνίας. Έτσι από 20-25 εκ. μ. που εξέχουν προς το εσωτερικό οι πλακόπετρες της πρώτης στρώσης της στέγης, φτάνει η πέμπτη και τελευταία στρώ-οη να εξέχει 2,17 μ. όπως π.χ. στο δρακόσπιτο της Όχης, (Πίν. 2α, και 2β, 22αΤ 23β). Σε κανένα δρακάοπιτο οι στρώσεις της επεξοχής δεν είναι τέσσερις ή έξη. Παντού είναι πέντε και το χαρακτηριστικό αυτό, το κατασκευαστικό, αποτελεί ένα άλλο πρόβλημα Μ' αυτόν τον τρόπο είναι φτιαγμένη η στέγη στα περισσότερα δρακόσπιτα Υπάρ­χουν όμως και λίγα. όπως το μικρό από το συγκροτημάτων Πάλλη λάκα δραγκό, το δραγκό Λιμικό κοντά στα Καψάλα, το άλλο στα Ρούκλια, το Θ του συγκροτήματος Μάκκου και ίσως και κάποιο απ' αυτά τα οποία δεν διατηρούν τη στέγη τους ή έστω μια σειρά της επεξοχής, που σ' αυτά η στέγαση γίνεται μεν με το ίδιο σύστημα της επεξοχής αλλά κυ­κλικά. Δηλαδή οι πέτρες είναι πελεκημένες έτσι· στην προς το εσωτερικό του κτίσματος πλευρά, ώστε κάθε μια αποτελεί τόξο - τμήμα κύκλου, ενώ οι πρώτες στις γωνίες έχουν τριγωνικό σχήμα. Στο μικρό από τα τρία Πάλλη λάκα δραγκό που διατηρεί όλες τις στρώ­σεις, η πρώτη σειρά προεξέχει μόλις 0.25 μ. απά τον κάθετο τοίχο, η δεύτερη 0,60 μ., η τρίτη 0,75 μ., η τέταρτη 1 μ. και η πέμπτη 1,50 μ. Ζημ. 2 Ενώ σία με τετράγωνη στέγαση έμενε στο τέλος ένα μακρόστενο κενό το οποίο σκέ­παζαν με πλακόπετρες, διαμορφώνοντας αλλοιώς το άνοιγμα για τον καπνό, ο1 αυτά με την κυκλική στέγαση έμενε £να κυκλικό άνοιγμα που κι αυτό το κλείνανε με τον ίδιο τρό­πο ή έμενε ανοιχτό έχοντας το ρόλο απαΐου. Σε όλα τα δρακόοπαα, τετράγωνης ή κυκλικής κάλυψης, τοποθετούσαν άλλες πέ­τρες πάνω στη στέγη για αντίβαρα αλλά και για τέλεια κάλυψη, (Πίν. 3α). Εξαίρεση στη στέγαση των δρακάσπιτων αποτελούν τα δυο μικρά, το Ντάρδζα δραγκό και το άλλο στη θέση Στενό, Το πρώτο έχει εσωτερικές διαστάσεις 3,80 χ 4 μ. και το δεύ­τερο 5 χ 3 μ, Η στέγη τους αποτελείται από μεγάλους μονόλιθους τοποθετημένους ορι­ζόντια, ο ένας τιλάι στον άλλον. Δάπεδο Δεν γνωρίζουμε αν τα δρακάσπιτα ήτανε στρωμένα στο δάπεδο τους. Μόνο γιο το της Όχης, υπάρχει η μαρτυρία του ν/ϊθρβηϋ ο οποίος το 1896 είχε δει κοντά στους τοί­χους να είναι στρωμένο και το περιγράψει. Μετά από 29 χρόνια, το "^δ.οΛοβηεοη βρή­κε μόνον μια πλάκα σε τέτοια θέση που γράψει ότι ανήκει στο δάπεδο. Πριν απ1 αυτούς όμως ο ΒυΓεϊΒΠ δεν είχε παρατηρήσει στρωμένο δάπεδο, το 1855, και το αναφέρει. Δη­λαδή, αν υπήρχε δάπεδο, μόλις έγινε γνωστό κι αυτό το μνημείο, οι λαθρανασκαφές δια­δέχονταν η μια την άλλη και το καταστρέψανε. Για τα στρωμένα δάπεδα θα αναφερθούμε πιο κάτω διεξοδικά γιατί για κανένα άλ­λο δρακόσπιτο δεν έχουμε πληροφορίες για το δάπεδο του. 6α μπορέσουμε να έχουμε όταν ποτέ γίνει μελέτη μετά από καθάρισμα γιατί υπάρχουν αρκετά (Ρούκλια, Γιαμήνα, Νιμποριά, Α Κούρθεα, Ίλκιζες κ.6.) που η στέγη τους έχει καταπλακώσει το δάπεδο κι έτσι αυτό θα βρίσκεται στην αρχική του κατάσταση. Πώς όμως θα ανασυρθεί όλο αυτό το πολύ βαρύ υλικό σ1 αυτά τ1 απομακρυσμένα μέρη; Ποιος θα πάει; Τί μέσα θα διαθέτει; Ράφια Στο εσωτερικό των δρακόσππων αναφέρεται ότι υπήρχε στις γωνίες ή στους τοίχους τριγωνκό ή τετράγωνο ράφι. Γ αυτό της Όχης ο ΙΙΙπο^ε το έχει περιγράψει, ενώ αμφι­σβητείται. Στο μικρό από τα τρία του συγκροτήματος Πάλλη λάκα υπάρχει ακόμα ένα, ενώ ο Β3Π936Θ γράφει για ράφια και στις τέσσερις γωνίες. Στα άλλα ίσως να τα έχουν σπώαει, όπως έγινε και οτο δρακόσπιτο της Όχης, αν υπήρχε όπως θα εξετάσουμε στη συνέχεια. Διαστάσεις Δεν θα είτανε σωστό να παραλείψουμε κι άλλη μια παρατήρηση χαρακτηριστική για τα κτίσματα αυτά, που απ1 όσους έχουν γράψει μόνον ο Ν. Μουτσόπουλος διαπίστωσε και επισημαίνει. Βέβαια αυτό είναι φυσικό αφού μόνον ο Ν. Μουτσόπουλος έχει μελετή­σει δώδεκα δρακόσπιτα, ενώ όλοι οι άλλοι μόνον της Όχης και τα Πάλλη λάκα δραγκό, δυο - τρεις 5ε και το μόνο εκτός Εύβοιας, αυτό που είναι στον Υμηττό. Ενώ σε όλα τσ δρακόσπιτα το εσωτερικό μήκος τους παρουσιάζει μεγάλες διαφο­ρές που φτάνουν, από το ένα στο άλ\ο, από 3 - 20 μ,, το πλάτος τους διατηρείται σταθε­ρό στα 4 μ, περίπου, με μόνη εξαίρεση αυτό της Όχης που έχει πλάτος 4,90 μ. Αν η όλη κατασκευή δείχνει τις υψηλές και θαυμαστές ικανότητες των ανθρώπων αυτών που τα οικοδόμησαν, δεν είναι μικρότερος ο θαυμασμός που προκαλείται και η απορία που δημιουργείται, για το πώς μετακινούσαν και προπαντός πως ανέβαζαν και τοποθετούσαν αυτές τις τεράστιες πέτρες στη θέση τους. Από την περισπούδαστη μελέτη του Αναστάσιου Ορλάνδου, "Τα υλικά δομής των αρχαίων Ελλήνων και οι τρόποι εφαρμογής αυτών» (1959 - 60), διαβάζουμε: «Πληροφο­ρίας αρχαίων συγγραφέων περί ανυψωτικών μηχανημάτων κατά την αρχαϊκήν εποχήν δεν έχομεν. Χρήσις εν τούτοις ανυψωτικών μηχανών πρέπει να εγίνετο υπό των Ελλή­νων ήδη από της εποχής ταύτης διότι επί αρχιτεκτονικών μελών αρχαϊκών μνημείων (ήδη επί του Ηραίου της Ολυμπίας) υηάρχουσι τεχνικά λαξεύματα (αγκώνες, οπαί ανελκήσε-ως, τόρμοι, κλπ) οίτινες μαρτυρούν αναμφισβητήτως την δια μηχανικού τινός μέσου α-νΰψωσΐν των εις τα Θέσεις των», Τόση ήτανε η δυσκολία ανύψωσης και τοποθέτησης των αρχιτεκτονικών μελών, ώστε για την ανύψωση και τοποθέτηση του υπέρθυρου του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο, χρειάστηκε (ί) η θαυματουργός επέμβαση της ίδιας της θεάς. Στη συνέχει ο Ορλάνδος θεωρεί απαράδεκτο τον τρόπο ανύψωσης με κεκλιμένο επίπεδο που φπάχνανε με σάκκους ή με κοφίνια γεμάτα με άμμο. Εικ. 1. Ανυψωτική μηχανή (Αν. Ορλάνδος), Πραγματικά σε αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων μνημείων υπάρχουν τα από τον Ορλάνδο αναφερόμενα στοιχεία (αγκώνες, τόρμοι κλπ) που δείχνουν τη χρησιμοποίηση μηχανών για τις οποίες έχουμε και απεικονίσεις τους σε ανάγλυφα, τοιχογραφίες κλπ (Εικ. 1). Στις πέτρες των δρακόσπιτων δεν υπάρχει κανένα σημάδι το οποίο να μας βάζει έστω την υποψία της χρησιμοποίησης μηχανών για την ανύψωση και την τοποθέτηση τους στη θέση τους, Στο οχιστόλιθο δεν είναι εύκολο το ηελέκημα σε λεπτομέρειες γιατί καθώς διαχω­ρίζεται οε πλάκες δεν μπορούν να γίνουν αγκώνες ή οπές, ή οτιδήποτε άλλο. Κι αν κατά­φερναν να τα φτιάξουν δεν θα ήτανε γερά για να σηκώσουν τόσο βάρος, θα σπάζανε και όλος ο έτοιμος λίθος θα αχρηστευότανε. Άλλωστε είναι γνωστό ότι, «όταν το πέ­τρωμα παρουσίαζε διαπλάσεις, αυτές καθαρίζανε τους τύπους των αρχιτεκτονικών με­λών που Θα παράγονταν», (Λαμπράκη 1983, σ. 28). Πιο κάτω (σ. 29), γράφει η ίδια: «ΰ απλούστερος τρόπος (για να ηιάοουν να σηκώ­σουν τις πέτρες) ήταν να πς δένουν με σχοινιά, αλλά ήταν δύακολο να περνά το σχοινί κάτω οπό την πέτρα, έτσι βρέθηκαν άλλοι τρόποι», Αν αυτό είναι σωστό, γιατί προσωπικά πιστεύουμε ότι υπάρχουν τρόποι να περάσει σχοινί κάτω από μεγάλες πέτρες, και αφού είναι χωρίς αγκώνες, ανοιχτά V και άλλα, πώς σήκωναν και τοποθετούσαν αυτούς τους ογκόλιθους; Αν σκεφθεί κανείς ότι σ' έναν τοί­χο του δρακόσπσου της Όχης, τον Ν, οι δυο σειρές της επεξοχής αποτελούνται από έναν λίθο κατάλληλα λαξευμένο, θσ απορήσει γι' αυτό το βάρος και για τη μεγάλη προ­σοχή που χρειάζεται στην έδραση πάνω στην πιο κάτω επεξοχή. Κάτι τέτοιες λεπτομέ­ρειες όταν παρατηρεί κανείς δεν εκφράζεται πλέον για κατασκευαστικές ικανότητες, αλλά για κατορθώματα και για θαύματα, όταν βλέπει και την τελευταία στρώση της επεξοχής να εξέχει 2,17 μ. από τον κάθετο τοίχο. Υπάρχουν διάφορα λαξεύματα στους πλησίον βράχους, όπως στα Πάλλη λάκα δραγ-κό, στα Μάκκου δραγκό και σε μερικά άλλα. Η μορφολογία τους όμως δεν προδίδει άτι έγιναν για τη στήριξη κάποιου ανυψωτικού μηχανήματος, ή τουλάχιστον τέτοιου που μας είναι γνωοτά από τις αρχαίες πηγές. Κεκλιμένα επίπεδα με άμμο σε σάκκους και καφΐνια. είναι πολύ δύσκολο να δεχθού­με ότι μεταφέρονταν σ' αυτούς τους τόπους. Το πιο πιθανό είναι να χρησιμοποιούσαν σχοινιά και ανυψωτικές μηχανές, αλλά και ο' αυτό το ερωτηματικό για μας, αλλά στοι­χείο υψηλής κατασκευαστικής ικανότητας για τους δημιουργούς των δρακόσπιτων? ελ­πίζουμε να πάρουμε απάντηση όταν γίνει συνολική μελέτη και ανασκαφική έρευνα, όταν η χρονολόγηση τους μας δείξει την πραγματική ηλικία τους και απ1 αυτήν δούμε αν υπήρχαν τότε και τι είδους ανυψωτικές μέθοδοι. Όλα τα δείγματα δουλειάς στα δρακόσπιτα της Εύβοιας, η λύοη μεγάλων στατικών προβλημάτων και η ομοιομορφία της κατασκευής τους οαν σύνολο αλλά και στις λεπτο­μέρειες, στέγαση, τοιχοποιία, είσοδος, διαστάσεις κλπ. προδίδουν την αναπτυγμένη και τυποποιημένη τεχνολογία των ανθρώπων αυτών τους οποίους δεν έχουμε γνωρίσει ακριβώς από ιστορικές μαρτυρίες και μόνο υποθέσεις κάνουμε γι αυτούς. Περισσότερα ακόμα στοιχεία θα μας δώσουν τα νέα κτίσματα που απέδωσε η μα­κροχρόνια και κουραστική ερευνά μας η οποία υπερδιπλασιάζει τον μέχρι σήμερα γνω­στό αριθμό των δώδεκα σε εικοσιπέντε. Έτσι στο μέλλον θα μιλάμε για εικοσιπέντε δρακόσπιτα στην Εύβοια, ή έστω για εικοσαριά, αν αφαιρέσουμε τα δύο εκτάς Καρυστίας και αμφισβητούμενα, που κι αυτή η αύξηση του αριθμού τους δημιουργεί νέο πρόβλημα, νέο ερωτηματικό γι' αυτά και μας οδηγεί σε νέες σκέψεις. ΤΟ ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΟ ΤΗΣ ΔΙΡΦΗΣ Η Γλυφάδα, όπως μετωνομάστηκε το χωριό Τσέργες, βρίσκεται στην άλλη πλευρά της Δίρφυς προς το Αιγαίο πέλαγος και σε μικρή απόσταση απ' αυτό. Έχει υψόμετρο 430 μ. αλλά βλέποντας κανείς την περιοχή, νομίζει ότι είναι πεδινό χωριό, γιατί τα κοντι-να, γύρω απ' αυτότ υψώματα είναι χαμηλά και δίνουν την εντύπωση μιας πεδινής περιοχής. Από το νέο δρόμο που ανοίχτηκε πριν λίγα χρόνια και έβγαλε το χωρίο από την ολοχρονίτικη απομόνωση του, απέχει 50 χιλ. από τη Χαλκίδα. Όμως για να φτάσεις ως εκεί πρέπει να περάσεις από ρεματιές και βουνά που το πιο ψηλό σημείο του δρόμου έχει υψόμετρο 950 μ. οε κάτοικοι από χρόνια μου είχαν μιλήσει για το δρακόσπιτο που είναι στην περιοχή τους, ατή θέση Χτισμένη, καθώς και για τις δεξαμενές. Όμως τότε ήτανε αδύνατον να πλησιάσει κανείς, γιατί η απόσταση των 5 χιλ. από το χωριό ως αυτό δεν είναι μεγάλη και η υψομετρική διαφορά από τα 430 μ. του χωριού στα 160 μ. του δρακόσπιτου δεν μου ήταν πρόβλημα. Όλη όμως η περιοχή ήτανε πυκνοφυτευμένη από θαμνώδη βλάστηση χωρίς μονοπάτι, χωρίς πέρασμα. Τώρα ένας αγροτικός δρόμος περνάει πλάι σχεδόν από το κτίσμα και όλα είναι εύκολα. Το δρακόσπιτο είναι φτιαγμένο στη 6έση Χτισμένη σε υψόμετρο 160 μ. σε μια από­τομη ανάβαση, (Σχ. 8), Ο Δ τοίχος του, που εσωτερικά έχει μήκος 6,80 \ι. αποτελείται από έναν επίπεδο βράχο τελείως κάθετο. Παρόλο το λεπτομερές ψάξιμο δεν βρήκαμί στοιχεία που να μας πεί­θουν ότι η επιφάνεια του έχει λειανθεί με ανθρώπινη ενέργεια. Το ολικό ύψος αυτού του βράχου - τοίχου το υπολογίζουμε σε 9 -10 μ, γιατί δεν ήτανε δυνατόν να το μετρήσουμε, ούτε μπορούμε να υπολογίσουμε την πραγματική στάθμη του δαπέδου επειδή είναι αρ­κετά μπαζωμένο και έχουν φυτρώσει μέσα δέντρα και θάμνοι. Από όλη την επισκόπηση του δαπέδου σχηματίσαμε την εντύπωση ότι το δρακόστπ-ο αυτό εξωτερικά, όπως και στο εσωτερικό του, είναι πολύ μπαζωμένο. Το εξωτερικό μπάζωμα γίνεται φανερό από το μέτρημα των δόμων που αποτελούν τον Α τοίχο. Στην εξωτερική επιφάνεια φαίνονται μόνον ένας και αλλού δυο δόμοι, ενώ εσωτερικά φαίνον­ται στο ίδιο μέρος τέσσερις. Βέβαια η με δυο ισόδομες κατασκευές οικοδόμηση των τοί­χων στα δρακόσπιτα παρουσιάζει διαφορές δόμων έσω και έξω. Επειδή όμως το μέγεθος και το ύψος των εξωτερικών και των εσωτερικών δόμων είναι περίπου το ίδιο, αναφέρου­με ότι υπάρχει αυτή η διαφορά μεταξύ τους που οφείλεται στο άνισο έσω και έξω ύψος που φτάνουν τα φερτά υλικά. Στη ΒΔ γωνία είναι ολοφάνερα τα σημάδια που δείχνουν ότι απ εκεί κατεβαίνει ορμητικό ρεύμα νερού όταν βρέχει, ή όταν λιώνουν τα χιόνια του βουνού στη ρίζα του οποίου είναι το οικοδόμημα. Τα υλικά, χώμα, πέτρες, που κατεβάζει το νερό δεν πέφτουν όλα στο εσωτερικό του δρακόσπιτου αλλά και έξω απ' αυτό με αποτέλεσμα να το παρα­χώνουν διαρκώς. Άλλωστε το εξωτερικό μπάζωμα προηγήθηκε του εσωτερικού γιατί ο τοίχος εμπόδιζε τα φερτά υλικά. Όταν όμως μετά από χρόνια το νερό γκρέμισε τον τοί­χο, άρχισε να τρέχει και στο εσωτερικό, με αποτέλεσμα να μπαζωθεί όχι όμως με την ίδια ποσότητα φερτών υλικών. Σε ποιόν από τους δυο τοίχους ήτανε η είσοδος, στον ανατολικό ή τον βόρειο, (αψού οι άλλοι είναι ο ένας βράχος και ο άλλος μισός βράχος ιςαι μισός τοίχος που δια­τηρείται) δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί. Υποθέτουμε ότι θα ήτανε στον Α τοίχο και μάλιστα όχι στο μέσον αυτού. Στο σημείο πόα υποθέτουμε, διατηρούνται τέσσερις σει­ρές δόμων όπου διακρίνεται καλά η διπλή ισόδομη κατασκευή του τοίχου και η τετάρτη σειρά είναι ένας μονόλιθος καλά λαξευμένος που καλύπτει όλο το πάχος του τοίχου, δη­λαδή είναι ένας μπατικός λίθος, (Πίν. 3β). Γενικά τα μοναδικά χαρακτηριστικά που έχει και που μας κάνουν να το θεωρούμε δρακόσπιτο, είναι η τοποθεσία, απόμακρη και απότομη, η θέα, μεγάλη από ΒΑ έως ΝΔΤ η κατασκευή των τοίχων με δυο ισόδομες τοιχοποιίες ο καθένας, εκτός των βρόχινων τμημάτων και οι λίθοι - σφήνες. Ο Δ τοίχος - βράχος έχει εσωτερικό μήκος 6,80 μ. και ο Ν τοίχος αποτελείται από φυσικό βράχο που έχει συμπληρωθεί με μεγάλες πέτρες, Σε μήκος 1,80 μ, από την ΝΔ γωνία οι δόμοι έχουν γκρεμιστεί ενώ στο υπόλοιπο τμήμα του βράχου, που είναι και πιο χαμηλό, διατηρούνται από ένας έως τρεις δόμοι στη ΝΑ γωνία, που φτάνουν σήμερα εσωτερικά σε ύψος 2,60 μ. πάνω από το φυσικό βράχο. Μη βρίσκοντας στην πλευρά - βράχο κανένα απολύτως στοιχείο το οποίο να δείχνει ότι χρησίμευε για στήριξη, μας γεννιέται η απορία για το πώς ήτανε σκεπασμένο αυτό το δρακόσπιτο. Γιατί αν ήτανε σκεπασμένο με το γνωστό τρόπο της επεξοχής και με υλι­κό από πέτρα, πρέπει να υπήρχε και στην πλευρά αυτή κάποιο στήριγμα. Αν πάλι υποθέ­σουμε ότι ήτανε σκεπασμένο με μεγάλες πλακόπετρες, όπως το Ντάρδζα δραγκό και το άλλο στο Στενό, αυτές οι πέτρες πρέπει να είχανε τεράστιο μήκος, να καλύψουν το χώ­ρο και να πατήσουν και στον τοίχο, δηλαδή πρέπει το μήκος τους να ήτανε 8,60 μ. Όμως τέτοιες πέτρες δεν φαίνονται πεσμένες στο εσωτερικό. Όσες υπάρχουν και μπορούν να φανούν, γιατί μερικές ξεχωρίζουν λίγο από το μπάζα, φαίνονται να είναι πέτρες όμοιες μ1 αυτές των τοίχων. Η μόνη υπόθεση που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι, η σκεπή του ίσως να ήτανε ξύ­λινη ή να είχε ξύλινα στηρίγματα πάνω στα οποία να είχαν τοποθετηθεί οι πλακόπετρες της στέγασης. Το ερωτηματικό αυτό θα το λύσει μόνον το καθάρισμα του εσωτερικού χώρου του κτίσματος. Στον Α τοίχο το τμήμα προς την ΝΑ γωνία διατηρείται σε ύψος 1,80 μ. από την επί-χωση και αποτελείται από τρεις δόμους (Πίν. 4α). Το υπόλοιπο τμήμα προς τη ΒΑ γωνία διατηρεί μόνον ένα δόμο εσωτερικά, ο οποίος εξωτερικά του κτίσματος είναι στο ίδιο ύψος με το έδαφος. Τελικά οι εσωτερικές διαστάσεις αυτού του δρακόσπιτου είναι: Ο Α τοίχος 7,50 μ., ο Δ που είναι βράχος 6,80 μ.Ρ ο Β 5,10 μ., καί ο Ν 4,80 μ. Δηλαδή δεν είναι απόλυτα κανονι­κό κι αυτό δείχνει ότι προϋπήρχε έτσι κομμένος ο φυσικός βράχος τον οποίο συμπληρώ-σανε με πέτρες για να φτιάξουν το οικοδόμημα αυτό. Το πάχος των τοίχων είναι 0,90 μ. Οι γωνίες είναι πολύ καλά λαξευμένες και τελείως ίσιες χωρίς καμιά προεξοχή, είναι δε από ασβεστόλιθο ή πορόλιθο και καμία δεν είναι από σχιστόλιθο. Τα οτοΕχεία αυτά, ανισότητες στα μήκη των τοίχων, συμπλήρωση φυσικών βράχων, ξύλινη ίσως στέγαση, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην υπόθεση ότι το κτίσμα αυτό έγινε για κάποια προσωρινή χρήση. Αυτή η υπόθεση όμως αντικρούεται με την ύπαρξη κάποιου άλλου στοιχείου. Νότια του κτίσματος και σε απόσταση 14 μ. από τη ΝΑ γωνία, υπάρχει δεξαμενή Το κυκλικό της στόμιο έχει εσωτερική διάμετρο 0,80 μ. και είναι χτισμένο με πέτρες προς τα κάτω επί 1,10 μ. Το βάθος της δεξαμενής είναι 6,20 μ. και το σχήμα της ωοειδές. Για μια προσωρινή χρήση του κτίσματος είναι λίγο απίθανη η κατασκευή μίας τέ­τοιας δεξαμενής. Υπάρχουν όμως κι άλλα στοιχεία που ζητούν διευκρίνιση. Σ την περιοχή βρήκαμε ακόιια δύο ίδιες δεξαμενές. Η μια στη θέση Σΐέρνα, όπου στον παρακείμενο αγρό υπάρχουν πολλά νεολιθικά όστρακα, η δε τρίτη στη θέση Δένδρο προς την τοποθεσία Λούτσα, όπου κι εκεί υπάρχουν νεολιθικά όστρακα. Οι τρεις δεξαμενές είναι της ιδίας ακριβώς κατασκευής. Πρέπει να εξετασθεί το γεγονός της συνύπαρξης του κτίσματος, των δεξαμενών και των νεολιθικών εγκαταστάσεων. Οι αποστάσεις μεταξύ ιούς δεν είναι μεγάλες. Μετά τα ευρήματα κοντά στις δυο δεξαμενές, πιστεύουμε ότι εξ αιτίας των προσχώ­σεων δεν βρήκαμε όστρακα γύρω από το κτίσμα. Οι δεξαμενές είναι δημιουργήματα των κατοίκων των νεολιθικών οικισμών και το κτί­σμα μεταγενέστερο και κατά σύμπτωση σ'έναν από τους οικισμούς; Ή μήπως οι δεξαμε­νές είναι κατασκευάσματα των δημιουργών του δρακόσπιτου; Γεγονός είναι ότι οι δεξαμενές αυτές και η κάποια ιδιομορφία στην κατασκευή του κτίσματος, σε σχέση με τα γνωστά μας, είναι ιδιαιτερότητες που δημιουργούν αμφιβο­λίες και για το ίδιο το κτίσμα, αν είναι ή οχ* ένα δρακόσπιτο συγγενικής κατασκευαστι­κής τέχνης με τα άλλα της Καρυστίας. Δεν φτάνουν τα στοιχεία μας για να τεκμηριώσουν την μια ή την άλλη άποψη- Συμ-περιλάβαμε και το κτίσμα αυτό σ* αυτή την εργασία μας γιατί από όλα τα ονομαζόμενα δρακόσπιτα στην Εύβοια και που δεν είναι δρακόσπιτα με τη γνωστή μας μορφή, αυτό είναι κτίσμα μεγαλιθικό, με δυο ισόδομες κατασκευές των τοίχων, με αρκετά καλά λα­ξευμένες πέτρες, σε τοποθεσία τέτοια που έχουν όλα τα δρακόσπιτα και από ντόπια πέ­τρα φτιαγμένο. Δεν παραλείπουμε να συμπληρώσουμε ότι μια μεγάλη περιοχή στο χώρο αυτό μετα­ξύ Γλυφάδας και Στροπώνων, ονομάζεται από τους κατοίκους «Πόλη» γιατί πιστεύουν ότι εκεί υπήρχε κάποια μεγάλη αρχαία πόλη, Ο Άγγελος Φουριώτης στη μελέτη του «Η Εύβοια ως τον Ζ* π.Χ. αιώνα» (σελ. 221 κ. εξ.} παίρνωντας την πληροφορία από τον Στ. Βυζάντιο, γράφει ότι: «Όταν κατέφυγαν (οι Κουρ(τες) στην Εύβοια, έπλασαν στο πέρασμα του καιρού τον μύθο, ότι είχαν πάει εκεί με εντολή του Δία για να φυλάνε το ναό της Ήρας που βρισκόταν στη Δίρφυ». Αλλά και άλλοι γράφουν για ναό της Ήρας στη Δίρφυ, που όμως δεν τους αναφέ ρουμε γιατί δεν δίνουν καμιά βιβλιογραφική πληροφορία. Γεγονός είναι ότι η περιοχή αυτή είναι ένας μεγάλος αρχαιολογικός χώρος και το υποδηλώνουν τα άφθονα όστρακα που υπάρχουν στους αγρούς χωρίς όμως να αναφέ-ρεταΐίαπό τους συγγραφείς ή τους κατοίκους, άλλο αρχαίο δημιούργημα εκτός από το κτίσμα αυτό και τις τρεις δεξαμενές. Πολλοί απ' όσους έχουν γράψει για τον προορισμό του δρακόσπιτου της Όχης, γρά­φουν για ναό της Ήρας μόνης ή με τον Δία μαζί, χωρίς αυτό να έχει αποδειχθεί παρά μόνον ότι η χρήση του κτίσματος ήτανε λατρευτική. Η λατρεία του Δία μόνου ή μαζί με την Ήρα, γινότανε στα ψηλά βουνά. Στην Όχη αρκετοί το θεωρούν πιθανό, στη Δίρφυ πρέπει να ερευνηθεί από πολλές πλευρές το 9έμα. Παραδίδουμε στη δημοσιότητα τούτο το κτίσμα, το αποκαλούμενο δρακόσπιτο από τους κατοίκους της περιοχής, αναφέραμε τα λίγα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του που είναι παρόμοια με αυτά των «κλασικών» δρακόσπιτων και ελπίζουμε πως μια μελ­λοντική ανασκαφική έρευνα θα δώσει τη σωστή απάντηση σε όλα όσα αφορούν στο κτί­σμα αυτό. ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΟ ΠΑΜΗΝΑΣ Στην περιοχή του Βατώντα και προς τη ΝΑ πλευρά του, υψώνονται οι λόφοι του συγ­κροτήματος της Γιαμήνας ή αλλιώς Αρπάγιον. Εκεί, όπως γράφει ο Παπαβασιλείου (1904 και 1905), «Υπάρχει κτίσμα τι αρχαίον κοι­νώς δρακόσπιτο καλούμενον. Αναβάντες λοιπόν επί την κορυφήν εύρομεν τετράγωνον κτίσμα κατασκευοσμένον εξ εγχωρίου μέλανος λίθου». Το κτίσμα αυτό όπως και το άλλο πίσω από τη Δίρφυ, οι ντόπιοι το ονομάζουν δρα-κόσπιτο. Π' αυτό το λόγο στις 30 Οκτωβρίου 1977 το επισκεφθήκαμε με σκοπό να το δούμε και να διαπιστώσουμε αν πραγματικά είναι δρακάσπίτο, όπως τα «κλασσικά» γνωστά μας της περιοχής Καρυστίας. Όταν περάσουμε με το αυτοκίνητο το Βατώντα και προχωρήσουμε ως την τελευ­ταία στροφή, εκεί που αριστερά μας είναι ένα εξωκκλήσι, δεξιά μας υπάρχει ένα πλάτω­μα και ένας χωματόδρομος ο οποίος οδηγεί σ' ένα ορνιθοτροφείο. Περνάμε μπροοτά απ' αυτό και συνεχίζουμε το δρόμο μέχρι και μέσα στο αραιό πευκοδάσος ως εκεί που τε­λειώνει σ* ένα ξέφωτο. Αφήνουμε το αυτοκίνητο και αρχίζουμε την ανάβαση προς την κορυφή που είναι μπροστά μας. Το ύψωμα είναι καλά δασωμένο με πεύκα και δεν περπα-τιέται εύκολα γιατί η ανάβαση είναι αρκετά δύσκολη. Προχωρόντας προς την κορυφή συναντάμε μονοπάτια τα οποία όμως δεν πρέπει να ακολουθήσουμε γιατί θα μας παρα­πλανήσουν χωρίς τελικά να μας οδηγήσουν στην κορυφή. Φτάνοντας σε κάποιο ύψος αρχίζουμε να βλέπουμε το κολονάκι του τριγωνομετρι­κού σημείου που η στρατιωτική υπηρεσία έχει κτίσει, δυστυχώς, (και δεν είναι η μοναδι­κή περίπτωση) πάνω στο κτίσμα που βρίσκεται σε υψόμετρο 410 μ. Από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάζει ο μεγάλος λιθοσωρός (Πίν. 4β) που υπάρχει εκεί και που τον αποτελούν μικρές πέτρες κι ανάμεσα τους πολλές μεγάλες, καλά πελε­κημένες, που οι διαστάσεις τους φτάνουν να είναι 1,40 χ 0,80 χ 0,65 μ. Βέβαια δεν είναι όλες ισομεγέθεις. Μόνο στη ΒΑ γωνία είναι ακάλυπτο από τις πέτρες και μπορούμε να δούμε τον τρό­πο Οικοδόμησης του (Πίν. 5α). Μεγαλιθικό χωρίς συνδετικό υλικό, παρόμοιο των δρακό-σπιτων. Ο Παπαβασιλείου περιγράφει ως εξής την κατεργασία των λίθων: «Ο/ λίθοι είναι τε­ τράγωνοι λελεασμένοι κατά τας γωνίας, εξέχοντες δε κατά το μέσον και ακατέργαστοι είναι μέλανες εξ αυτού τούτου του όρους κεκομένοι». Όταν ανεβεί κανείς πάνω στην κολόνα του στρατού που είναι στο ΒΔ τοίχο και κον* τα στη ΒΔ γωνία του κτίσματος, μπορεί να δϊακρύνει καλά το σχήμα του. Οι εξωτερικές διαστάσεις του είναι: Η ΝΔ και ΒΑ πλευρά ίσες με μήκος 6,10 μ. και η ΝΑ ίση με την ΒΔ, με μήκος 5,70 μ. (Σχ. 9). Όλο το εσωτερικό του κτίσματος «καλύπτεται υπό λίθων μικρών και μεγάλων επί­τηδες τεθέντων», γράφει ο Παπαβασιλείου και δεν έχει άδικο ότι αυτή η εντύπωση δη­μιουργείται. Παρατηρώντας όλο το εμβαδόν του χώρου του κτίσματος, όπως φαίνεται από ψη­λά, βλέπουμε ότι μερικές πέτρες σχηματίζουν τόξα που είναι τμήματα ενός κύκλου, (Σχ, 9 και Πίν. 5β). Σε ένα σημείο η επίχωση είναι χαμηλότερη και εκεί μπορούμε να δούμε τη διπλή κατασκευή των τοίχων. Ο Παπαβασιλείου είχε βρει σωζόμενο ύψος του 1,50 μ. Δεν γράφει βέβαια σε πιο σημείο. Εμείς μόνο στη ΒΑ γωνία μπορέσαμε να μετρήσουμε το ύψοςτ το οποίο όμως έφτανε μόνον τα 1,20 μ. Εικ. 2. Η αρπαγή του Γανυμήδη. (Οπθοίιΐδοίΐθ ΚυηδΙπγΐΜο^ίθ Στο μέσον του ΝΔ τοίχου μετρήσαμε το πάχος του το οποίο είναι 1,70 μ. γεγονός που μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να είχε τόσο παχύ τοίχο αυτό το κτίσμα. Στα δρακόσπιτα της Ν. Εύβοιας κανένας τοίχος δεν ξεπερνάει σε πάχος το 1,40 μ, που έχει το Κρόι - φτοχτ δραγκό στη θέση Αμινοϋ των Στύρων και 1,38 μ- το δρακόσπιτο της Όχης, κατά τις μετρήσεις του Ν. Μουτσόπουλου που τις θεωρούμε ως τις πιο σωστές. αλλά και τις δικές μας στο Ίλκιζες δραγκό Π με 1,30 μ. και Μάκκου δραγκό θ με 1,40 μ. στο Δ τοίχο. Ο Παπαβασιλείου γράφει: « ..... οι δαψονίως περί τα παιδικά επτοημένοι Χαλκιδείς προς ανάμνησιν ίσως της αρπαγής υπό του Διός του Γανυμίδους (Εικ. 2), ίδρυσαν τον βωμόν τούτον, όστις κατά την γνώμην ημών είναι το καλούμενον Αρπάγιον. Ουδέν πα-ράδοξον δε, αν το νυν όνομα του όρους Γιαμήνα είναι το αρχαίον Γανυμήδιον παρε-φθαρμένον». Δηλαδή ο Παπαβασιλείου θέλει λατρευτικό αυτό το κτίσμα, αφιερωμένο στη λατρεία του Διός. Οι προσωπικές μας εντυπώσεις είναι οι εξής. Δεν μπορεί να βγει συμπέρασμα αν πραγματικά πρόκειται για κτίσμα με τη μορφή και τον τρόπο κατασκευής των δρακόσπιτων. Βέβαια υπάρχουν οι μεγάλοι λίθοι, είναι διπλής δόμησης οι τοίχοι, είναι από ντόπια πέτρα, αλλά πουθενά δεν είδαμε μικρότερου πάχους πλακόπετρες, τέτοιες που χρησίμευαν για τις στρώσεις της επεξοχής στη στέ­γαση των δρακόσπιτων. Από τη βιβλιογραφία (Θ. Σκούρας 1975, ^. κο^θγ 1973) γνωρίζουμε ότι στο Βατών-τα υπήρχε μεσαιωνικός πύργος, ένας από τους κρίκους της αλυσιδωτής οχύρωσης της Εύβοιας. Όταν γράφαμε τη μελέτη για τις Οχυρώσεις στην Εύβοια εκεί στην ίδια κορυ­φή εντοπίζαμε τον καταστραμμένο πύργο, σύμφωνα με τις βιβλιογραφικές πληροφορίες μας. Είναι δε γεγονός ότι ένας πύργος εκεί έχει οπτική επαφή με τον πύργο και το κά­στρο της Χαλκίδας, με τον πύργο των Πολιτικών, με τους δυο πύργους στα Φύλλα και με το κάστρο των Φύλλων. Ο Γ. Παπαβασιλείου γράφει ότι: «Ενταύθύ δε θεατοί τις τού­το μεν άπαν το μεταξύ Δίρφυος και Κοτυλαίου πεδίον, τούτο δε τον Ευβοϊκόν κόλπον λείχοντα τας οκτάς της τε Βοιωτίας και Λοκρίδος». Στη πολύ κοντινή περιοχή του λιθοσωρού, αλλά και ανάμεσα στις πέτρες, υπάρχουν πολλά όστρακα τα οποία είναι βαμμένα κόκκινα, μαύρα και άλλα χωρίς χρώμα, [Πίν. 6α). Διατυπώνουμε λοιπόν τη γνώμη ότι εκεί είναι κάποιο αρχαίο κτίσμα, απροσδιόριστης δυστυχώς ως σήμερα κατασκευής και χρήσης, που έχει από πολύ παλιά γκρεμιστεί ή πι­θανώς να γκρεμίσανε κι άλλα τμήματα του κατά τον μεσαίωνα και να χτίσανε, πάνω στο τμήμα που σώζεται σήμερα, τον πύργο τους οι Ρωμαίοι. Έτσι μόνον δικαιολογείται η ύπαρξη τόσο μεγάλου λιθοσωρού από μικρές πέτρες. Και αυτό όμω'ς το διατυπώνουμε ^ με πολλές επιφυλάξεις γιατί στους μεσαιωνικούς πύργους υπάρχει συνδετικό υλικό καθώς και κεραμίδια. Παρά το προσεχτικό ψάξιμο δεν βρήκαμε σε καμιά μικρή'πέτρα κολ­λημένο συνδετικό υλικό, ούτε κεραμίδια. Βέβαια το συνδετικό υλικό μπορεί στους τόσθυ~ς αιώνες να έχει διαλυθεί από τις βροχές και τα χιόνια και να έχουν ξεπληθεί οι μικρές πέτρες. Τα κεραμίδια όμως έπρεπε να υπάρχουν. Δεν βρήκαμε πουθενά. Από τη σημερινή κατάσταση του κτίσματος, από τον τρόπο που είναι τώρα καλυμμέ­νο, έχουμε την εντύπωση ότι διατηρείται σε αρκετό ύψος. Έτσι αν ποτέ καθαριστεί θα μας δείξει την κατάσταση της βάσης του, εξωτερικά και εσωτερικά, θα δούμε με ακρί­βεια πως είναι οικοδομημένο, θα δούμε αν έχει είσοδο και πως είναι φτιαγμένη και θα μπορέσουμε να βγάλουμε θετικά συμπεράσματα. Επί του παρόντος πρέπει να αρκεσθούμε στις τωρινές διαπιστώσεις μας και να μεί­νουμε με τις αμφιβολίες αν αυτό που ο κόσμος ονομάζει δρακόσπιτο είναι πραγματικά ένα δρακόσπιτο σαν τα άλλα, μακρυά από την περιοχή που είναι όλα συγκεντρωμένα. Βεβαίως αν αυτό και το άλλο στη Δίρφη, αποδειχθεί ότι είναι δρακόσπσα, θα μας αυξήσουν τα όλα προβλήματα τους που ζητούν λύση, εκτός των άλλων και εξ αιτίας της περιοχής που βρίσκονται

Δεν υπάρχουν σχόλια: