του Δημήτρη Σγούρου
Το ημερολόγιο έγραφε 1939. Στον αέρα του Αυλωναρίου δεν μύριζε μόνο το θυμάρι και το χώμα της Εύβοιας, αλλά και μια γλυκιά δικαίωση. Ο Άγιος Νικόλαος στεκόταν στο ψηλότερο σημείο του χωριού, επιβλητικός και νεόδμητος, σαν ένας πέτρινος φάρος που κοιτούσε τον κάμπο.
Κάθε πέτρα του είχε ταξιδέψει νοερά από πολύ μακριά. Είχε έρθει μέσα σε γράμματα από το Σικάγο, τη Νέα Υόρκη και τη Βοστόνη. Ήταν το «υστέρημα» των παιδιών του χωριού που άφησαν



.jpg)
















