Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΤΑ ΠΑΡΑΣΗΜΑ του ΒΑΣΙΛΗ ΛΟΥΛΗ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Το διήγημα «ΤΑ ΠΑΡΑΣΗΜΑ» αποτελεί μια από τις πιο σπαρακτικές σελίδες της ελληνικής πεζογραφίας


του 20ού αιώνα. Γραμμένο από τον ΒΑΣΙΛΗ ΛΟΥΛΗ, έναν λογοτέχνη που ταύτισε το όνομά του με τη ναυτική ζωή και την ανάδειξη των αδικημένων της κοινωνίας, το έργο αυτό υπερβαίνει τα όρια μιας απλής αφήγησης. Είναι ένα ιστορικό τεκμήριο μιας εποχής όπου η παιδική αθωότητα θυσιαζόταν συχνά στον βωμό της ανέχειας και της κοινωνικής υποκρισίας.

Η παρούσα έκδοση αποδίδει το κείμενο στην πλήρη του έκταση, διατηρώντας αλώβητη τη γλώσσα και τον ρυθμό της παιδικής ψυχής που το υπαγόρευσε.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις 19 Ιανουαρίου 1955, στη ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, ο μεγάλος ηθοποιός ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΛΗΝΟΣ ζωντάνεψε με τη φωνή του το γράμμα ενός μικρού παιδιού, συγκλονίζοντας το ακροατήριο. Ο

Κωστάκης Μαυρογιάννης, ο μικρός «ψυχογιός»-υπηρέτης σε ένα σπίτι ξεπεσμένων αστών της Αθήνας, γράφει κρυφά στον πατέρα του στο χωριό.

Μέσα από την επιστολή του, ο Βασίλης Λούλης υφαίνει αριστοτεχνικά τρεις κεντρικούς άξονες:

  • Η Κοινωνική Αντίθεση: Η σύγκρουση ανάμεσα στον κόσμο των «παρασήμων» —ενός κόσμου που ζει με το ένδοξο παρελθόν και τις ψεύτικες ευγένειες— και στον κόσμο της βιοπάλης, όπου η τιμιότητα είναι το μόνο πραγματικό κεφάλαιο.

  • Η Παιδική Οδύνη: Η περιγραφή της ζωής του παιδιού, που κοιμάται στον απόπατο και τιμωρείται για σφάλματα που δεν διέπραξε, αναδεικνύει τη σκληρότητα μιας κοινωνίας που θεωρούσε την παιδική εργασία ως «ευεργεσία».

  • Η Ηθική Δικαίωση: Η αποκάλυψη πως οι κυρίες του σπιτιού ντρέπονται για την ταπεινή τους καταγωγή, την ίδια στιγμή που το παιδί νοσταλγεί με υπερηφάνεια τη φτωχική του ρίζα, ανατρέπει την ιεραρχία της ηθικής αξίας.

Το διήγημα είναι χαρισμένο «στον μικρό φίλο Γιάννη Β.», μια αφιέρωση που υπογραμμίζει την αγάπη του συγγραφέα για τη νέα γενιά. Διαβάζοντας σήμερα «Τα Παράσημα», δεν ερχόμαστε απλώς σε επαφή με ένα κείμενο του παρελθόντος, αλλά με μια διαχρονική υπενθύμιση για το χρέος της κοινωνίας απέναντι στην προστασία της παιδικής ηλικίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας




ο διήγημα τούτο διαβάστηκε από τον Γληνό
     στη στέγη Γραμμάτων και Τεχνών 19 του Γενάρη 1955.

 Χαρισμένο στον μικρό μου φίλο Γιάννη Β.

     «Σεβαστέ μου πατέρα, είμαι καλά το αυτό και δι’ υμάς επιθυμώ. Είναι πολύς καιρός, πατέρα, που ήθελα να σας γράψω ένα γράμμα κρυφά από την κυρία Αφροδίτη, όχι πως δεν σας αγαπάω και δεν σας σκέφτομαι και δεν συλλογιέμαι ολοένα πότε να μεγαλώσω κάτι να κάνω για σένα και για τη μάνα μου και για τις αδερφές μου, όπως σας γράφω στα γράμματά που μου τα υπαγορεύει κείνη, μα είχα να σας γράψω τόσα πράματα που κείνης δεν θα της αρέσει να σ’ τα γράψω, να τα μάθετε.
     Πατέρα από την πρώτη μέρα που ήρθα δω θυμήθηκα τα λόγια σου, τις συμβουλές σου τη μέρα π’ έφευγα. Πως η υπομονή είναι μεγάλο καλό για όλους τους ανθρώπους μα πιο πολύ για τους φτωχούς, πως ο φτωχός αν δεν έχει υπομονή μεγάλη δεν μπορεί να ζήσει σ’ αυτό τον κόσμο, πως κάθε αρχή είναι δύσκολη κι όλα τ’ άλλα που μου είπες.
     Αλήθεια πατέρα, πολύ δύσκολη ήταν η αρχή.
     Το σπίτι τους έχει τέσσερα δωμάτια. Το ένα το πιο μεγάλο με τα δυο μπαλκονάκι είναι σάλα, το άλλο κάμαρη του κυρίου που τον πιο πολύ καιρό λείπει, το άλλο κάμαρη της κυρίας Αφροδίτης και στο τέταρτο κοιμάται η μεγάλη κυρία και το έχουνε και τραπεζαρία όπως λένε δω· ακόμα είναι ένα μικρό δωμάτιο στη μέση, χολ το λένε τούτο, η κουζίνα και το μπάνιο.

     Πατέρα, π’ όλες τούτες τις κάμαρες δεν βρέθηκε τόπος πουθενά να με βάλουνε να κοιμηθώ το βράδυ, μόνο μου έφερε η μεγάλη κυρία κάτι παλιά στρωσίδια και μου ‘πε να στρώσω στο μπάνιο που είναι το ίδιο δωμάτιο με τον απόπατο, ο τοίχος που το χωρίζει από κείνον δεν πάει ως το ταβάνι είναι ως τη μέση και πιο κάτω, ο απόπατος δεν έχει δικό του παραθύρι, και το μπάνιο μυρίζει άσκημα, σα να κοιμάμαι μέσα στον απόπατο είναι.
     Δύσκολη, άσκημη αρχή συλλογίστηκα, μα υπομονή, ο πατέρας για να μου πει όλες κείνες τις κουβέντες τόσες ώρες, αυτός που δεν ανοίγει ποτέ το στόμα του, κάτι θα ‘ξερε για τούτα· υπομονή.
     Έχει περάσει όμως ένας χρόνος και μισός που είμαι σε τούτο το σπίτι κι ακόμα τα ίδια είναι, τα ίδια και χειρότερα. Ακόμα αρχή είναι πατέρα;
     Από πέρσι πολλές φορές που με έδερνε η μεγάλη κυρία συλλογιόμουνα να σου γράψω να δώσεις ένα γράμμα του μπαρμπα-Θανάση του ταχυδρόμου να ‘ρθει να με πάρει, να γυρίσω σπίτι μας, μα δεν έβρισκα τρόπο να το γράψω το γράμμα χωρίς να με δούνε και συλλογιζόμουνα και το πόσο θα στενοχωριόσουνα συ κι η μάνα μου σαν το διαβάζατε, κι έτσι έκανα υπομονή να τελειώσω το σχολείο όπως μου είχες πει.
     Τώρα όμως πατέρα δεν βαστάω πια, θα σου πω τι μου κάνανε πριν δυο μήνες· σήμερα βρίσκω την ευκαιρία, γιατί τις κυρίες τις καλέσανε σε κάποιο σπίτι που είναι στην άλλη άκρη της Αθήνας και θα γυρίσουνε αργά το βράδυ, κι έτσι έχω μπόλικο καιρό να σου γράψω και αύριο βράδυ όπου θα πάω να ψωνίσω, θα περάσω από το καφενείο να δώσω το γράμμα του μπαρμπα-Θανάση. Φύγανε ‘πό το πρωί, κλειδώσανε όλες τις κάμαρες και την κουζίνα και αφήσανε στο χολ ψωμί και λίγο φαΐ που έμεινε από χτες, όμως εγώ σήμερα το μεσημέρι έφαγα για πρώτη φορά από τον καιρό που ήρθα στην Αθήνα μαζί με άλλους ανθρώπους.
     Στο κάτω πάτωμα του ίδιου σπιτιού κάθεται ένα αντρόγυνο που δεν έχουνε παιδιά, τον κύριο τον λένε κύριος Ζάννος είναι έμπορος αλλά δεν έχει μαγαζί έχει εμπορικό γραφείο, και τη γυναίκα κυρία Αρετή.
     Έχουνε και μια υπηρέτρια· τη λένε Ευανθία μ’ αυτή δεν είναι καλή, όλο με πειράζει, συλλογιέμαι πολλές φορές πως είναι κρίμα ο κ. Ζάννος και η γυναίκα του που είναι τόσο καλοί άνθρωποι πώς δεν βρήκανε ένα καλό κορίτσι να πάρουνε στο σπίτι τους μόνο πήρανε αυτήν, και την έχουνε σαν παιδί τους που δεν τ’ αξίζει καθόλου.
     Πριν το μεσημέρι βγήκε στη σκάλα η Ευανθία και με φώναξε πως με θέλει ο κύριος Ζάννος να κατέβω κάτω. Κατέβηκα, δεν ήταν κανένας άλλος ξένος μόνο κείνος και η κυρία Αρετή, μου δώσανε καραμέλες, μου είπανε και κάθισα μαζί τους στην τραπεζαρία και με ρωτούσανε ένα σωρό πράματα.
     Όχι για τις κυρίες μου, για μένα· πώς πάω στο σχολείο, πόσα αδέρφια έχω, για σένα πατέρα τι δουλειά κάνεις, κι άλλα τέτοια.
     Στην αρχή δεν ήθελα να καθίσω, μπρος στις κυρίες μου ποτές δεν κάθομαι, και να τρώω στην κουζίνα άμα μπει καμιά από τις κυρίες αμέσως παρατάω το φαΐ και πετιέμαι πάνω όπως μου ‘χουνε πει από τις αρχές που ήρθα πως πρέπει να κάνω, μα επιμείνανε τόσο πολύ που πήρα θάρρος κι έκατσα και τους έλεγα ό,τι με ρωτούσανε.
     Σαν ήρθε η ώρα να καθίσουνε να φάνε, αυτοί τρώνε πάντα μαζί με την υπηρέτρια στο ίδιο τραπέζι με βάλανε και μένα να καθίσω με το ζόρι. Σου λέω την αλήθεια πατέρα, δεν έκανα νάζα, ούτε που ήθελα να παρατήσω τον ντροπαλό με τόσα χωρατά που μου ‘λεγε ο κύριος Ζάννος, σα να ‘μουνα παιδί του κι όχι υπηρέτης σε ξένο σπίτι, το καταλάβαινα πως μ’ αγαπούσανε, τους έβλεπα κάθε τόσο που κοιταζόντουσαν άντρας και γυναίκα, μα τι να σου πω πατέρα, έχω ενάμιση χρόνο που τρώω πάντα μεσημέρι – βράδυ και Χριστούγεννα κι Άγιο Βασίλη και Αποκριές και Λαμπρή μοναχός μου, ξέμαθα να τρώω μ’ άλλους και να ‘ναι κιόλας ξένοι και πλούσιοι, αφεντικά, δεν μπορώ, όσο κι αν ζοριζόμουνα δεν μπορούσα να φάω, δεν πήγαινε το φαΐ κάτω, είχε φράξει ο λαιμός μου, κι όσο μου καλομιλούσανε και τους και τους έβλεπα που κοιταζόντουσαν ο κύριος Ζάννος και η κυρία Αρετή μ’ έπιανε μια αλλόκοτη στεναχώρια, κόντευα ν’ αρχίσω τα κλάματα, με δυσκολία μεγάλη μπόρεσα και κρατήθηκα να μην ντροπιαστώ.
     Ας είναι, ‘γώ έπιασα γι’ άλλο να σου γράψω κι άλλα σου γράφω τώρα.
     
     Στην καλή κάμαρη, στη σάλα που ανοίγει μόνο σαν έρχονται επισκέψεις, οι κυρίες μαζί μ’ όλα τ’ άλλα έχουνε και μια κασετίνα τζαμωτή με κάτι παράσημα.
     Είναι μια ωραία κασετίνα· το κάτω μέρος είναι στρωμένο με κόκκινο βελούδο και πάνω στο βελούδο είναι τρεις γραμμές παράσημα, το πάνω μέρος και οι πάντες της κασετίνας είναι από κρύσταλλο. Τα έξη παράσημα είναι σταυροί με κάθε λογής χρώματα και κρέμονται από κάτι χρωματιστές μεταξωτές κορδελίτσες που είναι καρφιτσωμένες πάνω στο κόκκινο βελούδο. Τα δυο τελευταία κάτω κάτω είναι στρογγυλά με μισοφέγγαρα από πάνω και το ένα έχει πράσινη κορδέλα και τ’ άλλο κόκκινη.
     Αυτά τα παράσημα είναι το καμάρι τους.
     Στη μέση του τοίχου ανάμεσα στις δυο μπαλκονόπορτες είναι μια μεγάλη χρωματιστή φωτογραφία. Είναι ένας όμορφος γέρος αξιωματικός του ναυτικού με τη μεγάλη του στολή και με μεγάλα γένια σαν του παπα-Σταμάτη, μόνο που τα γένια του δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα είναι κατάξανθα σαν κόκκινα. Από κάτω από τη φωτογραφία είναι ένα έπιπλο, σα ράφι μοιάζει, εταζέρα το λένε οι κυρίες και πάνω κει είναι η κασετίνα με το κόκκινο βελούδο και τα παράσημα, όλα τούτα τα παράσημα και τα οχτώ ήταν δικά του, ήταν μεγάλος αξιωματικός μου ‘χει πει η κυρία Αφροδίτη, υπασπιστής του Βασιλιά και Ναύαρχος όπως είναι τώρα ο Κουντουριώτης.
     Πριν δυο μήνες, τη Μεγάλη Δευτέρα, καθαρίσαμε και συγυρίσαμε τη σάλα εγώ τη σφουγγάρισα, την έτριψα με τη βούρτσα κι ύστερα έβγαλε η μικρή κυρία και τα παράσημα, τέταρτη φορά από τον καιρό που ήρθα σπίτι τους και πήγαμε στην κάμαρή της που δεν είχα σφουγγαρίσει ακόμα να τα γυαλίσουμε και κείνα με μια αλοιφή.
     Εγώ έκανα ότι μου έλεγε.
     Σα γύρισα το βράδυ στις εννιά από το σχολείο, όπως ήμουνα με το βιβλίο στο χέρι, με φωνάξανε στην κάμαρη της μεγάλης κυρίας κι αρχίσανε κι οι δυο να με ρωτούνε για δυο παράσημα, τι έκανα και πού τα πήγα τα δυο παράσημα που πήρα από την κασετίνα.
     Δεν είχα πάρει κανένα παράσημο, τους το ‘πα, το ξανάπα, ορκίστηκα μα δεν με πιστεύανε, τον χαβά τους, αρχίσανε να με φοβερίζουνε πως θα με παραδώσουνε στην αστυνομία, η μεγάλη κυρία πιο πολύ έκανε σαν τρελή από το κακό της, μου έσκασε και κάμποσες στο κεφάλι, μα δεν μ’ ένοιαζε τόσο για τις ξυλιές όσο που μ’ ένοιαζε γιατί με λέγαν κλέφτη και θα με παραδίνανε στην αστυνομία. Ούτε έφαγα ούτε κοιμήθηκα κείνη τη νύχτα πατέρα από τον φόβο μου κι από τη στεναχώρια για τ’ άδικο που με βρήκε, μόνο συλλογιζόμουνα, συλλογιζόμουνα τι να κάνω, πώς να τις κάνω να με πιστέψουνε ότι έλεγα αλήθεια, ότι δεν πήρα τα παράσημα.
     Φοβόμουνα πολύ πατέρα γιατί δω κοντά στο σπίτι που καθόμαστε είναι το μεγάλο σπίτι της αστυνομίας, «Κεντρικαί Ενωμοτίαι», γράφει πάνω από τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα. Μου το ‘πανε οι κυρίες από την πρώτη μέρα που ‘ρθα με πήρε μαζί της η μεγάλη κυρία και μου έδειξε το μπακάλικο και το χασάπικο, όλα τα μαγαζιά που θα ψώνιζα περάσαμε κι από κει και μου ‘πε ότι κει πάνε τους κλέφτες και τους δέρνουνε μ’ ένα συρματένιο βούρδουλα και τους κάνουνε κι άλλα βασανιστήρια χειρότερα για να μαρτυρήσουν, μα τους έχω δει και με τα μάτια μου πολλές φορές που τους πηγαίνουν δεμένους δύο-δύο με κάτι σίδερα που μοιάζουνε με μεγάλα βραχιόλια, και πολλές φορές περνάω από κει άμα πηγαίνω στον μανάβη να ψωνίσω, κι ακούω τις φωνές τους που τους δέρνουνε. Τι να σου πω πατέρα, όλοι τους είναι άντρες μεγάλοι, δεν είδα καμιά φορά παιδί ή παλικάρι, κι όμως φωνάζουνε και ρεκάζουνε χειρότερα ‘πό γυναίκες, στο σπίτι μας να ‘σαι και να τους ακούς από τον Προφήτη Ηλία που φωνάζουνε.
     Άμα δεν τους δέρνουνε μαζεύονται μπροστά στα παραθυράκια του υπόγειου που είναι φραγμένα με χοντρά σίδερα και γυρεύουνε τσιγάρο και το ‘να και τ’ άλλο, από τον κόσμο που περνάει μα εγώ πατέρα τα πιο πολλά τους λόγια ούτε που τα καταλαβαίνω, σα να μην είναι Ελληνικά, κι όποτε περνάω ‘πό κει πάντα τρέχω· γι’ αυτό έτρεμα ‘πό τον φόβο μου όλη νύχτα που συλλογιζόμουνα πως θα με κλείνανε κει μέσα μαζί τους.
     Το πρωί μόλις σηκωθήκανε άνιφτες ακόμα πάλι τα ίδια αρχίσανε, πού πήγα τα παράσημα.
     Έκλαιγα, φώναζα, ορκίστηκα πάλι πως δεν πήρα τίποτα παράσημα μα η μεγάλη κυρία με κατέβασε με τις σπρωξιές κάτω κι άνοιξε την εξώπορτα και κοίταζε για χωροφύλακα.
     Πέρασε σε λιγάκι ένας και τον φώναξε και του είπε να με πάρει στη φυλακή γιατί έκλεψα τα δυο παράσημα.
     Είχα γαντζωθεί στα κάγκελα της σκάλας και φώναζα πως δεν έκλεψα τίποτα μα ο χωροφύλακας άρχισε να μου δίνει χαστούκια και με τραβούσε να μολύσω από τα κάγκελα, και πάνω που μ’ έβγαζε έξω από την πόρτα ακούστηκε η φωνή της κυρίας Αφροδίτης που φώναζε από πάνω πως τα βρήκε τα παράσημα.
     Κείνη τη στιγμή πατέρα νόμισα πως με λυπήθηκε και φώναξε ψέματα να με γλιτώσει από τον χωροφύλακα, μ’ αλήθεια τα είχε βρει, τα είχε βάλει σ’ ένα συρτάρι του τραπεζιού της τουαλέτας της όπως το λέει, και τα είχε ξεχάσει η αφηρημένη σκεπασμένα με κορδέλες και νταντέλες.
     Μια γυναίκα φτωχικά ντυμένη που είχε σταθεί και κοίταζε όλη τούτη τη φασαρία, είπε τότε του χωροφύλακα.
     — Το ρήμαξες στο ξύλο άδικα το παιδί κύρ χωροφύλακα.
     — Τράβα στη δουλειά σου κυρά μου —είπε κείνος κατσουφιασμένος και άγριος και η κυρία μου είπε και κείνη:
     — Σιγά το αρχοντόπουλο!
     Η ξένη γυναίκα με κοίταζε που έκλαιγα ακόμα αναστέναξε, είπε «κακόμοιρο» κι έφυγε κουνώντας το κεφάλι της.
     
     Πατέρα, όσο ήμουνα στο σπίτι μας εσύ ποτές δεν μ’ έδειρες, ούτε ‘να χαστούκι δεν μου ‘χεις δώσει ποτέ, μόνο η μάνα μου μ’ έδερνε ταχτικά, μα τώρα που έφυγα και είμαι στα ξένα χέρια καταλαβαίνω πόσο άταχτος ήμουνα και σου υπόσχομαι και να της το πεις και της μάνας ότι άμα γυρίσω θα είμαι φρόνιμος, πολύ φρόνιμος, και πες της ακόμα πατέρα πως το τελευταίο ξύλο το πολύ που μου ‘δωσε λίγες μέρες πριν φύγω, μου το ‘δωσε λιγάκι άδικα, μα δεν πειράζει… Μόλις γύρισα ‘πό το σχολείο το απόγευμα μου είπε να πάρω την Αστερούλα να την πάω στο χωράφι της μάμης να βοσκήσει λίγο και της είπα πως δεν πάω, με ρώτησε γιατί —πρώτη φορά ήτανε που δεν ήθελα να πάω— μα δεν της έλεγα γιατί, έλεγα μόνο «δεν πάου δεν πάου, και τότες η μάνα μ’ άρχισε στο ξύλο κι όσο πιο πολύ φώναζα εγώ «δεν πάου δεν πάου», τόσο πείσμωνε και άναβε και χτυπούσε. Τώρα πατέρα θα σ’ το πω γιατί φώναζα «δεν πάου δεν πάου».
     Την πρώτη μέρα όπως γύριζα με την Αστερούλα από το χωράφι με είδε ο δάσκαλος, πήγαινε περίπατο με κάτι άλλους, του είπα «χαίρετε» και τράβηξα στη δουλειά μου.
     Την άλλη μέρα το πρωί μ’ έβγαλε στο μάθημα, και πρώτη φορά, αλήθεια πατέρα, δεν το ήξερα καλά, το ξέρεις πως δεν ήμουνα κακός στα μαθήματα, και τότες ο δάσκαλος μου είπε:
     — Κωστάκη ή γίδες θα βόσκεις ή γράμματα θα μάθεις.
     Όλα τα παιδιά ξεραθήκανε στα γέλια, ήταν η πρώτη φορά που με μάλωνε ο δάσκαλος για το μάθημα κι εγώ έγινα κατακόκκινος από την ντροπή μου. Γι’ αυτό πατέρα φώναζα το απόγεμα «δεν πάου», μα πες της μάνας πως δεν θα το ξανακάνω, ό,τι μου λέει θα την ακούω πάντα.
     Πατέρα, της μάνας μου οι ξυλιές και κείνη τη μέρα που μ’ έδειρε με την τριχιά για την Αστερούλα, πονούσανε μόνο την ώρα που τις έτρωγα, σε λιγάκι ήταν σα να μην είχε γίνει τίποτε, εδώ όμως δεν είναι το ίδιο. Οι ξυλιές που μου δίνει η μεγάλη κυρία είναι λιγότερες κι όχι τόσο δυνατές σαν της μάνας, καμιά φορά δεν μ’ έδειρε με το σκοινί αυτή, κι όμως με πονάνε πιο πολύ, με πονάνε και την άλλη μέρα, και την άλλη, βδομάδες με πονάνε.
     Το πρώτο ξύλο το πολύ, που έφαγα ήταν τη Λαμπρή πέρσι.
     Άμα πάρει το καλοκαίρι, κάθε απόγευμα οι κυρίες βγαίνουνε περίπατο κι ύστερα κάθονται σ’ ένα μεγάλο καφενείο και τρώνε παγωτό, που βγάζει πολλές καρέκλες στην πλατεία, πλατεία Συντάγματος τη λένε, και μένα άμα δεν έχω σχολείο με στέλνουνε με το ζόρι περίπατο, επειδή φοβούνται να μ’ αφήσουν μοναχό στο σπίτι και ύστερα κάθομαι στην πόρτα και τις περιμένω.
     Που λες πατέρα, τη Λαμπρή έβγαλα τα χειμωνιάτικα, σα μικρός φαντάρος είμαι με τούτα τα ρούχα που μου φορέσανε, κι έβαλα τα καλοκαιρινά, κι αυτά χακί, κι αυτά αποφόρια και η μεγάλη κυρία μου ’δωσε κι ένα παλιό ψαθάκι του κυρίου να φορέσω.
     Δεν ήθελα να το φορέσω, δεν είδα κανένα παιδί ή κάνα φτωχό να φοράει τέτοιο καπέλο, η κυρία το λέει μπαγιασόν, μ’ αυτή όλο έτσι παράξενα μιλάει, φαντάσου ως και τις πατάτες τις λέει «μπατάκιες» γιατί έτσι λέει, τις λένε στα πολύ πλούσια σπίτια, στην αριστοκρατία που λέει αυτή, μα την είδα που της κακοφάνηκε, αγρίεψε φοβήθηκα μην μ’ αρχίσει στις ξυλιές πάλι λαμπριάτικο και το φόρεσα.
     Πήγα κατά το Ζάππειο μοναχός μου, με κανένα παιδί οι κυρίες δεν θέλουνε να ‘χω φιλία, όλα τα παιδιά είναι κακά δω στην Αθήνα λένε, ύστερα τράβηξα κατά την Ακρόπολη μα δεν πήγα μέσα γιατί γυρεύουν εισιτήριο μου ‘χουν πει, όμως και χωρίς εισιτήριο πάλι το ίδιο θα ‘τανε γιατί το ίδιο κι απ’ όξω, βλέπω από τη μια μεριά τη θάλασσα κ από την άλλη όλη την Αθήνα και τον Περαία με τα εργοστάσια που καπνίζουνε και ταχτικά φαίνονται στη θάλασσα και βαπόρια που πάνε ή έρχονται· καΐκια είναι πάντα γεμάτη τούτη η θάλασσα του Περαία. Είναι πολύ όμορφα να κάθεσαι κει πάνω πατέρα και να βλέπεις, δεν ξέρεις πού να πρωτοκοιτάξεις, τα σπίτια, τα εργοστάσια, τη θάλασσα, ή τα βουνά που είναι ένα γύρω ή τους ανθρώπους που περπατάνε στους δρόμους και φαίνονται σα μυρμήγκια ‘πό κει πάνω.
     Σα γύριζα, πάνω που σουρούπωνε, περνούσα ‘πό μια γειτονιά, Πλάκα τήνε λένε, ήταν γεμάτος ο δρόμος παιδιά που παίζανε και σα με είδανε με κείνο το καπέλο αρχίσανε να με κοροϊδεύουνε. Εγώ δεν τους μίλησα ούτε στάθηκα καθόλου, τράβηξα τον δρόμο μου σα να μην είχα καταλάβει, μα ένα παιδί, το πιο μεγάλο, ήρθε από πίσω μου και μου ‘σκασε μια κατακέφαλα στο ψαθάκι· έσπασε το πάνω μέρος κι όπως ήτανε μεγάλο μου χώθηκε ως το σαγόνι.
     Γύρισα και τον άρπαξα πατέρα κι ας ήτανε πιο μεγάλος από μένα, τον ξάπλωσα αμέσως κάτω μα πέσανε οι φίλοι του πάνω μου και με κάνανε ελεεινό από τα χτυπήματα κι από τις λάσπες· όμως πρόκανα και του ‘δωσα κάμποσες γροθιές στη μούρη για να με θυμάται κι αν η μαμά του μοιάζει λιγάκι της μάνας μου σίγουρα το ξύλο που θα ‘φαγε κείνο το βράδυ στο σπίτι του θα το θυμάται όλα του τα χρόνια.
     Καθαρίστηκα όσο μπορούσα, πέταξα το ψαθάκι και τράβηξα σπίτι, ακόμα δεν είχανε έρθει οι κυρίες, κάθισα στο πεζούλι της πόρτας και περίμενα.
     Σαν ήρθανε και με είδε η μεγάλη κυρία χωρίς το μπαγιασόν κι έτσι χτυπημένο και λερωμένο άρχισε να στριγγλίζει πως το πούλησα το μπαγιασόν της, δεν μ’ άφησε να μιλήσω καθόλου να τους πω το τι έπαθα, μόνο μ’ έβαλε μπρος στη σκάλα κι ερχότανε από πίσω μου κι όλο με τσιμπούσε μ’ όλη της τη δύναμη, μου μελάνιασε το κορμί κι όταν έφτανε το χέρι της με χτυπούσε στο κεφάλι και μουρμούριζε.
     Σκασμός, μην βγάλεις τσιμουδιά παλιοαλάνη γιατί θα σε σκοτώσω στο ξύλο.
     Αυτό πατέρα ήταν πιο μεγάλο ξύλο που μου ‘δωσε όλο τον καιρό· όταν σπάσω κάνα πιάτο ή ποτήρι ή και χωρίς να κάμω ζημιά άμα είναι στα νεύρα της, μου δίνει δυο-τρεις στο κεφάλι και δυο-τρεις τσιμπιές, μα τόσο πολύ σαν τη Λαμπρή την περσινή δεν μου ‘χε ξαναδώσει.
     Όμως πατέρα τα χαστούκια που έφαγα από τον χωροφύλακα τη Μεγάλη Δευτέρα με τα παράσημα με πονάνε πιο πολύ κι από της γριάς τις τσιμπιές και τις ξυλιές, πιο πολύ.
     Έχουν περάσει δυο μήνες από τότε κι ακόμα με πονάνε, όποιο χωροφύλακα να δω στον δρόμο κοκκινίζω από την ντροπή μου σα να ‘ναι κείνος που μου ’δωσε τα χαστούκια, και δω οι δρόμοι είναι γεμάτοι χωροφύλακες, μου φαίνεται πως ως να πεθάνω άμα βλέπω χωροφύλακα, θα κοκκινίζω από τη ντροπή μου.
     Πατέρα σε είκοσι μέρες τελειώνει το σχολείο, άμα και συ καταλαβαίνεις πως έχω δίκιο, πως δεν είναι για να μείνω πια σ’ αυτό το σπίτι, δώσε ένα γράμμα του μπαρμπα-Θανάση να ‘ρθει να με πάρει. Δεν θέλω πατέρα να με χτυπάνε οι χωροφύλακες χωρίς να ‘χω κάνει τίποτα, ούτε να με λυπούνται και να με λένε κακόμοιρο οι ξένες γυναίκες.
     Πατέρα το συλλογίστηκα πολύ πριν αποφασίσω να σ’ τα γράψω τούτα, δυο μήνες τώρα, όλο το ίδιο συλλογιέμαι, μην πεις πως δεν καταλαβαίνω τη φτώχια μας, πως θέλω να γυρίσω σπίτι να τρώω και να παίζω. Τώρα συνήθισα στη δουλειά, συνήθισα να κάνω ό,τι μου λένε οι μεγάλοι, συλλογιέμαι όλη μέρα τα δυο βλαχάκια που έχουνε τα δυο φαρμακεία αυτού. Το βλαχάκι που έχει ο γείτονάς μας ο μπαρμπα-Γιώργης φέτος θα τελειώσει το Σχολαρχείο· τι λες πατέρα, δεν γίνεται να τον πιάσεις τον μπαρμπα-Γιώργη να του πεις να πάρει μένα; Πες του να ‘ναι σίγουρος πως θα ‘μαι πολύ πιο καλός και φρόνιμος και υπάκουος από το βλαχάκι και μην φοβάσαι να σε βγάλω ψεύτη.
     Ενάμιση χρόνο δω, μόνο μια τρέλα έκανα σαν και κείνη που έκανα πρόπερσι, της Παναγιάς, που ήρθε ο Δεσπότης και πήγα με τ’ άλλα παιδιά ως το Κακολίρι να τον υποδεχτούμε, τώρα δω δεν ήταν για τον Δεσπότη ήταν για τη Μουσική. Δω τους αξιωματικούς, άμα πεθάνουνε τους πάνε στο νεκροταφείο με μουσική έχει και παπάδες μα δεν ακούονται καθόλου από τη μουσική· σφουγγάριζα τη σκάλα μια μέρα που άκουσα στον μεγάλο δρόμο τη μουσική, να την άκουγες πατέρα τι γλυκά που έπαιζε, τι γλυκά, άλλο πράμα, δεν μπορώ να σ’ το πω· όμορφα είναι και τα κλαρίνα και τα βιολιά που έχουνε αυτού μα τούτη η μουσική ήταν άλλο πράμα, κι ήταν ένα σωρό όργανα, πολλά, πολλά, δεν τα μέτρησα, όμως ξέχασα. Η κυρία, ήταν στην κουζίνα και δεν με πήρε χαμπάρι που καθόμουνα κι άκουγα τόση ώρα και σαν άρχισε να μην ακούγεται πια η μουσική δεν βάσταξα, παράτησα τον κουβά και το σφουγγαρόπανο στη σκάλα και έτρεξα και την έφτασα κι ακλούθησα ως την πόρτα του νεκροταφείου που σταμάτησε. Σα γύρισα στο σπίτι έφαγα της χρονιάς μου πάλι, μα με γλίτωσε η κυρία Αφροδίτη, είχε λιγωθεί στα γέλια άμα τους είπα πού είχα πάει, κείνη τη μέρα δεν με πόνεσε καθόλου το ξύλο, ήταν η μόνη φορά που μ’ έδειρε η γριά με το δίκιο της, όμως δεν το ξανάκανα. Μόνε που παρακαλάω σαν είμαι περίπατο να το ‘χει να περάσει πάλι κηδεία αξιωματικού. Παίζει το καλοκαίρι στο Ζάππειο και στη μεγάλη πλατεία κάθε βράδυ μουσική, όμορφα είναι, μα όχι σαν την κηδεία· τότες ήτανε σα να τραγουδούσανε και να κλαίγανε μαζί πολλά παιδιά, χιλιάδες παιδιά, έτσι μου φάνηκε πατέρα.
     Τι καλά που θα ‘τανε πατέρα να με πάρει ο μπαρμπα-Γιώργης στο φαρμακείο κι έτσι να τελειώσω το Σχολαρχείο στο σπίτι μας χωρίς να σας βαρύνω καθόλου, εδώ το σχολείο που πάω ως την έχτη δημοτικού έχει μόνο.
     Συλλογιέμαι κι ένα άλλο πατέρα, τον μπαρμπα-Βελιό, λέω να πάω καμιά μέρα να τον βρω να τον παρακαλέσω να με πάρει στο βαπόρι μούτσο, κι αν δεν γίνεται για μούτσος επειδή είμαι μικρός πάω και καμαρότος, δεν μ’ αρέσει τούτη η δουλειά μα στην ανάγκη πάω όσο να μεγαλώσω να μπω μούτσος. Κει σίγουρα κάτι θα παίρνω να σας στέλνω κάθε μήνα κι ούτε θα μπορεί κανείς να με δέρνει και να με βρίζει μια και θα ‘ναι ο καπετάνιος μπάρμπας μου.
     Τι λες γι’ αυτό πατέρα, σ’ αρέσει η ιδέα μου;
     Όμως πατέρα πρέπει να σου πω και κάτι άλλο ακόμα, μια μεγάλη ελπίδα που έχω.
     Στο σχολείο που πάω δίνουνε κάθε χρόνο στους πιο καλούς μαθητές βραβεία· πέρσι όπως σας έγραψα πήρα τη χρυσοντυμένη Καινήν Διαθήκην, γιατί για να πάρεις λεφτά πρέπει να ‘σαι τρία χρόνια στο σχολείο.
     Προχτές το βράδυ μ’ έβγαλε να πω μάθημα ιστορίας ο δάσκαλος και σαν τελείωσα μου είπε· «κρίμα μωρέ Μαυρογιάννη που δεν έχεις το δικαίωμα να λάβεις μέρος στον διαγωνισμό για το βραβείο· κάνε υπομονή παιδί μου, του χρόνου σίγουρα θα πάρεις το μεγάλο».
     Είναι πολύ καλός ο δάσκαλος πατέρα και μ’ αγαπάει, κύριο Δαιδόπουλο τον λένε, μα εγώ πατέρα δεν είμαι καθόλου σίγουρος όπως λέει, μπορεί κανείς συμμαθητής μου να βάλει τα δυνατά του να με περάσει, μα αν τα καταφέρω και το πάρω, συλλογίσου πατέρα τι καλά που θα ‘ναι, δεν είναι μικρή δουλειά, είναι τρακόσες δραχμές, συλλογίσου πατέρα πόσα πράματα μπορούμε να κάνουμε με τόσα λεφτά.
     Μια φορά πρώτα – πρώτα θα ‘ρθεις στην Αθήνα να κοιταχτείς σ’ ένα καλό γιατρό, να σου πει τι έχεις, αλήθεια πατέρα σε πονάει ακόμα το στομάχι σου, συχώρεσέ με που δεν σε ρώτησα αμέσως.
     Έκανα χτες τον λογαριασμό άμα μείνω και το πάρω το βραβείο του χρόνου, θα ‘χω δω ίσα – ίσα δυόμιση χρόνια και θα ‘ναι σα να με πληρώσανε δέκα δραχμές τον μήνα και τα πήρα τα λεφτά στο τέλος μαζεμένα. Δέκα δραχμές τον μήνα, πολύ λίγα παιδιά παίρνουνε και πιο μεγάλα ‘πό μένα.
     Και τώρα που ήρθε ο λόγος για λεφτά θα σου πω και κάτι άλλο που δεν μπόρεσα να σ’ το γράψω ως τα τώρα.
     Αυτά που σας έγραψα με τα λίγα λεφτά που σας είχα στείλει τη Λαμπρή και της Παναγίας και τα Χριστούγεννα «ότι προέρχονται εκ φιλοδορημάτων των κυριών μου και των συγγενών των» δεν είναι όλο αλήθεια.
     Έχουνε μια πολύ πλούσια συγγένισσα, την κυρία Μαρούσα, κάθεται στον Περαία μα είναι πολύ πλούσια, το σπίτι είναι δυο βήματα ‘πό τον σταθμό του λεχτρικού το Μοναστηράκι κι όμως αυτή ποτέ δεν έρχεται με τα πόδια, όλο άμαξα παίρνει, κι όποτε έρθει πάντα με φιλεύει με ένα φράγκο κι όταν με στέλνουνε στο σπίτι της στον Περαία, την καλοπιάνουνε ταχτικά με κεντήματα που της κάνει η μικρή κυρία και με γλυκά που της κάνει η μεγάλη, πάντα μου δίνει δίφραγκο, χώρια οι καραμέλες και τα μπισκότα, κρίμα που δεν κάθεται στην Αθήνα να με στέλνανε πιο συχνά, αυτή όλο το ίδιο θα με φίλευε κι έτσι θα σας έστελνα περισσότερα λεφτά.
     Λοιπόν πατέρα ‘πό τις δέκα δραχμές που σας έστειλα πέρσι, της Παναγίας, οι οχτώ ήτανε από κείνη και τις δυο μου ‘δωσε η κυρία Αφροδίτη εγώ της τις γύρεψα, της είπα «κυρία Αφροδίτη μου δίνετε σας παρακαλώ δυο δραχμές δανεικές να συμπληρώσω δέκα να τα στείλω σπίτι μου τώρα που έρχεται της Παναγίας κι άμα μου ξαναδώσει η κυρία Μαρούσα τις κρατάτε».
     Στην αρχή στραβομουτσούνιασε μα ύστερα χαμογέλασε και μου ‘πε «θα σ’ τις δώσω μα όχι δανεικές, αυτό να μην το ξαναπείς είναι κακό».
     Γιατί είναι κακό πατέρα;
     Τα Χριστούγεννα πάλι που σας ξανάστειλα άλλες δέκα, οι εφτά ήταν από την κυρία Μαρούσα πάλι, και με φώναξε μόνη της η κυρία Αφροδίτη γιατί αυτής της δίνω τα λεφτά να μου τα φυλάει κα μου ‘δωσε κι άλλες τρεις από δικά της χωρίς να της γυρέψω και μου’ πε να σας στείλω.
     Τώρα της δίνω και μου φυλάει έξη δραχμές κι αν συ αποφασίσεις να μείνω ακόμα ένα χρόνο δω ως της Παναγίας, λογαριάζω να περάσω τις δέκα, τι είναι πιο καλά, να σας τα στείλω λεφτά ή να μου στείλετε τα μέτρα ν’ αγοράσω από δω παπούτσια της αδελφής μου της Λένης;
     Σε παρακαλώ πατέρα, αν δεν σας κάμουν μεγάλη ανάγκη τα λεφτά κάνε μου τη χάρη και στείλε μου τα μέτρα να πάρω της Λένης μας παπούτσια. Χαρά που θα τα κάνει!
     
     Από τη Λαμπρή και δω η κυρία Αφροδίτη με καλοπιάνει πιο πολύ, κάθε Κυριακή μου δίνει μια δεκάρα για να πάρω πασατέμπο ή στραγάλια, πατέρα αυτά δεν τα φυλάω, τα ξοδεύω, όχι όμως πασατέμπο και στραγάλια. Με τη δεκάρα που μου δίνει κάθε Κυριακή, παίρνω ένα περιοδικό που γράφει όλο για παιδιά, το διαβάζω αμέσως όλο, μα και στο σπίτι το απόγευμα, όταν δεν έχει τίποτα να σκουπίσω και να ξεσκονίσω ή να σφουγγαρίσω, και οι τετζερέδες στην κουζίνα και τα τασάκια της σάλας και τα πόμολα της ξώπορτας και κάτι άλλα πράματα που βάζει τα κεριά, σαμντάνια τα λέει, είναι όλα γυαλισμένα, τότες κάθομαι και το ξαναδιαβάζω. Μ’ αρέσει γιατί γράφει όλο για εκδρομές που κάνουν κείνα τα παιδιά, που παίζουνε όλη την ημέρα σα δεν έχουνε σχολείο, που τρώνε όσο θέλουνε, δεν γράφει καθόλου για παιδιά σαν και μένα και σαν τ’ άλλα τα παιδιά που πάμε μαζί σχολείο. Μ’ αρέσει να το διαβάζω, να πως να σ’ το πω, μου φαίνεται κείνη την ώρα πως, δεν είμαι δω αλλά αυτού στο σπίτι μας, πως παίζω με τ’ άλλα τα παιδιά το βράδυ γύρω στο πηγάδι, πως πάω στ’ αμπέλι μας ή στο χωράφι με τη Λένη μας και με τη γίδα μας την Αστερούλα, αλήθεια πατέρα ενάμιση χρόνο δω δεν έχω βάλει στο στόμα μου ούτε για όρκο μια γουλιά γάλα.
     Η μικρή κυρία μου είπε και είπα της μεγάλης πως το περιοδικό μας το δίνουνε σχολείο, να μην το καταλάβει πως μου δίνει κάθε Κυριακή δεκάρα και τ’ αγοράζω γιατί θα τη μαλώσει, όμως πατέρα αν είναι κακό που ξοδεύω τις δεκάρες γράψε μού το να μην το ξαναπάρω. Και τώρα που θυμήθηκα τ’ αμπέλια θα σου πω και κάτι για τα σταφύλια.
     Δω δεν έχουνε σαν τα δικά μας τα σταφύλια· ούτε μονεβασές έχουνε, ούτε μοσχάτα, ούτε αυγουλάτα, βλάθες, κολοκοθάπια, βραδιανά, διμηνίτες, τσαούσα, ούτε που τα ξέρουνε καθόλου. Δω έχουνε μόνο τέσσερου λογιού σταφύλια, τα ραζακιά και τα καρυστινά είναι τα πιο καλά και τα πιο ακριβά, π’ αυτά οι κυρίες δεν παίρνουνε καθόλου, ύστερα είναι οι ροδίτες, μα όχι σαν τους δικούς μας τους ροδίτες π’ έχουμε στο Βαθύ, τούτοι δω είναι άνοστοι, δεν μοσχοβολάνε καθόλου ούτε και γλύκα π’ έχουνε της προκοπής, π’ αυτά παίρνουν, μισή οκά την Κυριακή, κι ύστερα τελευταία είναι τ’ άλλα τα σαββατιανά που λένε δω. Άμα τα δεις λες πως είναι ασπροκουντούρες, να τα βάλεις όμως στο στόμα σου, θυμάσαι τις ασπροκουντούρες κι αναστενάζεις, π’ αυτά παίρνουνε ταχτικά.
     Φρούτα πολύ σπάνια να με στείλουνε να ψωνίσω από τον μανάβη, φοβούνται φαίνεται μην φάω κανένα στον δρόμο, μα στ’ ορκίζομαι πατέρα ούτε μια ρόγα ‘πό σταφύλι δεν έχω φάει κλέφτικα, θυμάμαι πάντα τα λόγια σου, τα φρούτα τα ψωνίζουνε μοναχές τους από τα καροτσάκια και τα γαϊδουράκια που γυρίζουνε στους δρόμους.
     Πέρσι την πρώτη φορά που πήρανε σταφύλια άκουσα ‘πό την κουζίνα που καθόμουνα και περίμενα ν’ αποφάνε και να μου δώσουνε και μένα ύστερα το πιάτο με το φαΐ να φάω, που είχανε μεγάλη συζήτηση μάνα και κόρη. Η κυρία Αφροδίτη ήθελε να μου δώσει σταφύλι μα η μαμά της φώναζε πως θα με καλομάθει, θα με κακοσυνηθίσει κι άλλα τέτοια ένα σωρό μα δεν της πέρασε, η κυρία Αφροδίτη μαζί το φαΐ μου ’δωσε και δυο προφελίτες σταφύλι, κι όποτε παίρνουνε πάντα μου δίνει δυο-τρεις προφελίτες, το πολύ πολύ ως είκοσι ρόγες. Όλες οι προφελίτες που μου ‘δωσε όλο το καλοκαίρι δεν γεμίζουνε κοφινάκι που μου γέμιζε κάθε μέρα η μάνα στ’ αμπέλι μας να το πάω της μάμης μου, κι αν πεις από σύκα ούτε που ρούμπωσα.
     Δεν πειράζει, αν δεν τρώω σύκα και σταφύλια τρώω βερίκοκα πολλά που δεν τα ‘ξερα καθόλου πριν έρθω δω.
     Έχουνε και κάτι άλλους συγγενείς , κάθονται σε μια εξοχή, Κυψέλη το λένε κείνο το μέρος, το σπίτι τους έχει γύρω γύρω ένα μεγάλο περιβόλι όλο δένδρα και λουλούδια και κληματαριές, τα πιο πολλά δέντρα είναι βερικοκιές κι άμα ‘ρθεί η εποχή τους με στέλνουνε ταχτικά μ’ ένα κοφινάκι και μου το γεμίζουνε· με τα πόδια πάω και γυρίζω μα δεν πειράζει, μακάρι να με στέλνανε κάθε μέρα γιατί κει πέρα μ’ αρέσει πολύ, μοιάζει λιγάκι με τον τόπο μας, βλέπεις δέντρα, λουλούδια, κότες και γίδες και προβάτες στον δρόμο κι οι δρόμοι μοιάζουνε με τους δικούς μας μόνο που δεν έχουνε καθόλου στους φράχτες ούτε τζιτζιφιές ούτε μουριές ούτε αγριομπελενίες να μοσκοβολάνε, ούτε και νερό κρύο όπως έχει στη Στέρνα και στη Φαλάργιο.
     Κι αυτή η οικογένεια πατέρα είναι όλοι τους πολύ καλοί ανθρώποι· ο πατέρας είναι πιο γέρος από σένα κι έτσι αμίλητος σαν και σένα, κύριο Ντέκα τόνε λένε, όσες φορές τον είδα καθόταν πάντα μοναχός του, τη γυναίκα του τήνε λένε κυρία Ειρήνη κι αυτή πολύ καλή, μα πιο καλές ακόμα είναι οι δυο κόρες τους. Είχανε κι ένα γιο μα τον χάσανε πρόπερσι στον πόλεμο στο Μπιζάνι, θέλω να τους ρωτήσω πολλά πράγματα γι’ αυτόν μα καταλαβαίνω πως δεν κάνει. Την πρώτη φορά που πήγα πέρσι μονάχος μου με το κοφινάκι ήταν Κυριακή, οι δεσποινίδες πήρανε το κοφινάκι να το γεμίσουνε και μένα μου ‘πανε «Κώστα, τρώγε ό,τι σ’ αρέσει, είναι ντροπή να ‘ρθείς στο περιβόλι μας και να μην χορτάσεις φρούτα». Πού ν’ απλώσω χέρι εγώ.
     Γυρίσανε σε λίγο με το κοφινάκι γεμάτο βερίκοκα και με ρωτήσανε αν έφαγα πολλά, είπα πως έφαγα πολλά.
     Τότες ζύγωσε ο πατέρας τους, δεν τον είχα δει καθόλου τόσην ώρα, με πήρε ‘πό το χέρι και με πήγε και κάθισα, μου ‘φερε ύστερα ο ίδιος ένα σωρό βερίκοκα και μ’ έβαλε με το ζόρι να τα φάω, και πριν φύγω μου γέμισε τίγκα τις τσέπες μου κι όσες φορές ξαναπήγα το ίδιο πάντα με φιλεύουνε· δεν μπορώ να σου πω πατέρα τι καλοί ανθρώποι που είναι. Να ‘τανε να ‘μουνα στο δικό τους σπίτι υπηρέτης ή στον κύριο Ζάννο τι καλά που θα ‘ταν.
     Όχι πατέρα πως οι δικές μου οι κυρίες είναι κακές, ίσα ίσα η κυρία Αφροδίτη είναι πολύ καλή, αν δεν ήτανε αυτή να με γλιτώνει θα με είχε ρημάξει η γριά το ξύλο, μα είναι ψωροφαντασμένες, δεν ξέρουν τι τους γίνεται.
     Τι τον θέλανε τον υπηρέτη με τόση φτώχεια που έχουνε;
     Δω να δεις χρέη πατέρα, όχι τα δικά μας σαράντα – πενήντα δραχμές. Να χτυπάει την πόρτα ο σπιτονοικοκύρης για τα νοίκια, ο μπακάλης, ο χασάπης ο μανάβης, ο ψωμάς, ένα σωρό ανθρώποι, δεν περνάει βδομάδα χωρίς να ‘χουμε μια τέτοια επίσκεψη· κείνες τότε κρύβονται και μου λένε να τους λέω πως δεν είναι πάνω, μα τις άλλες ο μπακάλης μου ‘δωσε μια σπρωξιά κι ανέβηκε με το έτσι θέλω κι έβαλε τις φωνές, είπε κουβέντες που δεν μπορώ να σ’ τις γράψω, αλήθεια σου λέω, στεναχωρέθηκα κείνη την ημέρα για λογαριασμό τους.
     Τι με θέλανε μ’ αυτά τα χάλια που έχουνε;
     Και γιατί να θέλουνε δυο φορές τη βδομάδα κρέας, τις βλάφτουνε στο στομάχι τα χόρτα και τ’ άλλα τα φαγιά που δεν κοστίζουνε πολλά λεφτά; Με το λάδι που βάζει η μάνα στο φαΐ μας μια φορά δω περνούνε μια βδομάδα. Για τη μεγάλη κυρία όμως τι να σου πω πατέρα, ενάμιση χρόνο που έχω στο σπίτι της δεν μου ‘χει πει ένα καλό λόγο ποτέ, δεν μου ‘δωσε ποτέ τίποτα, άμα φτιάνουν γλυκό ή τίποτα ζαχαρωτά αν βρει τρόπο η κυρία Αφροδίτη θα μου δώσει λίγο κρυφά να μην την δει αυτή, μόνο τη μέρα που γύρισε ο κύριος από τον πόλεμο με το αντιτορπιλικό μου ‘δωσε μια πεντάρα και ξέρεις πώς;
     Μου ‘δωσε να τινάξω τα πολιτικά του ρούχα για να τα σιδερώσει η κυρία Αφροδίτη κι έπεσε κει που τα τίναζα ‘πό την τσέπη μια πεντάρα, της την πήγα μα μου ‘πε να την κρατήσω. Αυτή η πεντάρα είναι το μόνο που πήρα ως τα τώρα ‘πό τα χέρια της και κείνη μόνο τη μέρα δεν μ’ έβρισε ούτε μου γκρίνιασε καθόλου.
     Όλες τις μέρες με λέει χαραμοφάη, δεν είναι μέρα που να μην μου το πει και πολύ στεναχωριέμαι, τι θέλουνε να τους κάμω ακόμα για το ψωμί που τρώω· και τις μέρες που με δέρνει όχι πως το κάνω επίτηδες, μα δεν μπορώ να φάω, τότες μπαινοβγαίνει στην κουζίνα και μου λέει κάθε φορά «το ινάτι βγάζει μάτι» και «το μοναστήρι να ‘ναι καλά κι από καλόγερους ούου».
     Τι θέλει να πει μ’ αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω, μην λέει πως το σπίτι της είναι μοναστήρι κι εγώ καλόγερος απ’ τα τώρα;
     Θα σου πω και κάτι άλλο ακόμα, μπορεί συ ‘π’ αυτό να καταλάβεις τι ανθρώποι είναι.
     Τη μέρα που καθαρίζαμε τα παράσημα ήταν στις χαρές τους γιατί προβιβάστηκε ο κύριος Ντίνος, έγραφε το όνομά του η εφημερίδα, έγινε αξιωματικός τώρα με σπαθί, σημαιοφόρος· όχι ότι κρατάει αυτός τη σημαία, μα έτσι τον λένε τον βαθμό που έχει τώρα.
     Λοιπόν πήρα θάρρος και ρώτησα την κυρία Αφροδίτη, αν ο γέρος με τα ξανθά γένια που μου ‘χε πει πως ήταν θείος της, ήταν αδερφός της μάνας της, του πατέρα της μια φορά ήξερα ότι δεν ήτανε, γιατί θα είχανε το ίδιο όνομα. Μου είπε όχι, μα δεν μου είπε αν τον είχε δεύτερο ή τρίτο μπάρμπα ή από πού τον είχε μπάρμπα.
     Συλλογιζόμουνα ώρα, όπως έτριβα τα παράσημα, με το μισοφέγγαρο να γυαλίσουνε καλά, πως τόσα σπίτια συγγενικά τους έχουνε δω στην Αθήνα μα με κανένα δεν έχουνε το ίδιο όνομα και συλλογίστηκα πως δεν θα ‘ναι από δω από την Αθήνα μα ‘πό κάνα άλλο μέρος και τη ρώτησα την κυρία Αφροδίτη από ποιο μέρος είναι.
     Έμεινε κάμποσο συλλογισμένη σα να είχε ξεχάσει την πατρίδα της και προσπαθούσε να τη θυμηθεί, να βρει από ποιο μέρος είναι κι ύστερα μου ‘πε.
     — Από την Ύδρα θα ‘ μαστε… όλοι οι μεγάλοι αξιωματικοί του Ναυτικού από την Ύδρα είναι…
     Καταλαβαίνεις τίποτα π’ αυτό εσύ πατέρα;»
     
     Έκανε να γυρίσει φύλλο στο τετράδιο που έγραφε μα είδε πως δεν είχε άλλο πια.
     Άρχισε τότε να διαβάζει, από την αρχή όσα είχε γράψει.
     Τα ξαναδιάβασε. Συλλογιέται, συλλογιέται… με το κεφαλάκι του ακουμπισμένο στο χέρι.
     Σηκώθηκε, πήρε το τετράδιο κατέβηκε τη σκάλα κι έκατσε στο κατώφλι της ξώπορτας.
     Τα πρώτα φώτα ανάψανε στα σπίτια, ο δρόμος ήταν έρημος μόνο που ερχόταν ως εκεί η βουή από τον μεγάλο δρόμο λίγα μέτρα πιο κάτω.
     Άρχισε να σκίζει το τετράδιο, το ‘κανε όλο μικρά μικρά κομματάκια.
    Φύσηξε αγέρας και τα πήρε, δεν έμεινε τίποτα μπροστά στην πόρτα να το δούνε οι κυρίες σα γυρίσουνε.

Υπάρχει σημαντική κριτική προσέγγιση για το διήγημα «ΤΑ ΠΑΡΑΣΗΜΑ», καθώς θεωρείται ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της κοινωνικής πεζογραφίας του ΒΑΣΙΛΗ ΛΟΥΛΗ. Οι κριτικοί λογοτεχνίας εστιάζουν κυρίως στα εξής σημεία:

1. Η Τεχνική της Επιστολικής Αφήγησης

Η επιλογή του Λούλη να παρουσιάσει το έργο ως ένα γράμμα ενός παιδιού προς τον πατέρα του χαρακτηρίζεται ως αριστουργηματική. Η κριτική επισημαίνει ότι αυτή η τεχνική επιτρέπει στον συγγραφέα να περάσει τα πιο σκληρά κοινωνικά μηνύματα μέσα από μια «αθώα» και αφοπλιστική ματιά. Η αντίθεση ανάμεσα στην παιδική αφέλεια και την ωμή πραγματικότητα της εκμετάλλευσης δημιουργεί μια έντονη συγκινησιακή φόρτιση στον αναγνώστη.

2. Η Συμβολική Σημασία του Τίτλου

Οι μελετητές υπογραμμίζουν τον ειρωνικό συμβολισμό των παρασήμων. Τα παράσημα του ναυάρχου, κλεισμένα στην κρυστάλλινη κασετίνα, συμβολίζουν έναν κόσμο που έχει πεθάνει, μια «ψευδο-αριστοκρατία» που τρέφεται από το παρελθόν ενώ χρωστάει παντού (στον μπακάλη, στον σπιτονοικοκύρη). Αντίθετα, τα πραγματικά «παράσημα» είναι οι μώλωπες στο σώμα του Κωστάκη, που μαρτυρούν την ηθική του ανωτερότητα και την αντοχή του.

3. Η Γλωσσική Αυθεντικότητα

Η κριτική έχει εξάρει τη γλώσσα του Λούλη. Ο Κωστάκης μιλάει μια πηγαία δημοτική, γεμάτη με ιδιωματισμούς του χωριού του (π.χ. οι ονομασίες των σταφυλιών), η οποία έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με τις ξενόφερτες και συχνά κακοποιημένες λέξεις των κυριών (μπαγιασόν, εταζέρα, μπατάκιες). Αυτή η γλωσσική σύγκρουση αντικατοπτρίζει τη σύγκρουση δύο κόσμων: του αυθεντικού-λαϊκού και του νόθου-αστικού.

4. Το Κοινωνικό Μήνυμα και ο Ρεαλισμός

Το διήγημα κατατάσσεται στον κριτικό ρεαλισμό. Η κριτική τονίζει ότι ο Λούλης δεν κάνει απλή ηθογραφία (περιγραφή εθίμων), αλλά ασκεί δριμεία κριτική:

  • Στον θεσμό των «ψυχοπαιδιών», που στην πραγματικότητα ήταν μια μορφή δουλείας.

  • Στην υποκρισία της αστικής τάξης που «αλλάζει ονόματα» (από την Κούλουρη στην Αθήνα) για να κρύψει την καταγωγή της.

  • Στη βία των κρατικών οργάνων (ο χωροφύλακας που δέρνει το παιδί χωρίς έρευνα).

5. Η Κατάληξη: Η Ηθική Νίκη

Πολλοί κριτικοί εστιάζουν στο κλείσιμο του διηγήματος. Η στιγμή που ο Κωστάκης μαθαίνει την αλήθεια για την καταγωγή των αφεντικών του είναι η στιγμή της αποκάθαρσης. Το παιδί παύει να νιώθει κατώτερο. Η κριτική θεωρεί αυτή την ανατροπή ως τη μεγαλύτερη δικαίωση του ήρωα: μπορεί να κοιμάται στον απόπατο, αλλά είναι ο μόνος που παραμένει «αρχοντόπουλο» στην ψυχή.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: Οι κριτικοί θεωρούν «Τα Παράσημα» ως ένα μάθημα ανθρωπιάς. Ο Βασίλης Λούλης καταφέρνει να μετατρέψει μια προσωπική επιστολή σε ένα οικουμενικό κατηγορώ ενάντια στην κοινωνική αδικία, τοποθετώντας το διήγημα ανάμεσα στα κορυφαία της νεοελληνικής γραμματείας.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχος 25, Ιανουάριος 1957


ΚΑΙ


https://logotechnikoistologio.wordpress.com/2023/09/14/%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B7%CF%83-%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B7%CF%83/

Δεν υπάρχουν σχόλια: