Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΓΟΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΓΟΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΑΥΛΩΝΑΡΙ

ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΑΥΛΩΝΑΡΙ
Στην καρδιά του παλιού Αυλωναρίου, εκεί που ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει για να ξαποστάσει, βρίσκεται η συνοικία της Γούβας. Στα στενά σοκάκια της ανάμεσα σε σπίτια που αναστήθηκαν και σε άλλα που αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου, στέκει ένα οίκημα

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ


ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ
του Δημήτρη Σγούρου
Το ημερολόγιο έγραφε 1939. Στον αέρα του Αυλωναρίου δεν μύριζε μόνο το θυμάρι και το χώμα της Εύβοιας, αλλά και μια γλυκιά δικαίωση. Ο Άγιος Νικόλαος στεκόταν στο ψηλότερο σημείο του χωριού, επιβλητικός και νεόδμητος, σαν ένας πέτρινος φάρος που κοιτούσε τον κάμπο.
Κάθε πέτρα του είχε ταξιδέψει νοερά από πολύ μακριά. Είχε έρθει μέσα σε γράμματα από το Σικάγο, τη Νέα Υόρκη και τη Βοστόνη. Ήταν το «υστέρημα» των παιδιών του χωριού που άφησαν

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Χάνια Αυλωναρίου 1935.Γράφει ο Δημήτρης Σγούρος

Ο ΑΈΡΑΣ ΣΤΑ Χάνια εκείνη την ημέρα του 1935 μύριζε χώμα ποτισμένο από τις πρωινές δροσιές και καπνό από το τζάκι που άναβε νωρίς ο μπάρμπα-Βασίλης στο καπηλειό. Το καπηλειό, αυτό το χαμηλό, λιθόκτιστο κτίσμα αριστερά, δεν ήταν απλά ένα μαγαζί. Ήταν η καρδιά του οικισμού, το σημείο μηδέν, όπου οι κουβέντες, τα νέα και το βαρελίσιο κρασί έρρεαν εξίσου ελεύθερα. Η κατοικία του Βασίλη και της κυράς του, στέρεα και λιτή, έβλεπε τον κόσμο να περνά από τον χωματόδρομο, που δεξιά άνοιγε τη φλέβα του προς το Αυλωνάρι. Ο χωματόδρομος, πλατύς και γαλήνιος, απλωνόταν σαν μια καφέ κορδέλα κάτω από τον δυνατό ήλιο. Εκείνη τη στιγμή, η ηρεμία του διαταράχτηκε μόνο από τον ρυθμικό βηματισμό της γυναίκας με το άλογο. Ήταν μια φιγούρα καθημερινή, αλλά ταυτόχρονα αρχοντική μέσα στην απλότητά της. Κρατούσε τα χαλινάρια με σιγουριά, ενώ το κοπάδι με τα πρόβατα την ακολουθούσε υπάκουα, με τα κουδούνια να δημιουργούν μια γλυκιά, μονότονη μελωδία, τον ήχο της υπαίθρου. Αυτή η γυναίκα, με το βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα, απολάμβανε την ησυχία που τόσο σπάνια έβρισκε κανείς στις μέρες των πόλεων, αλλά τόσο απλόχερα δινόταν εδώ, στο χωριό. Όμως ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο σπάει τη μονοτονία της καθημερινότητας. Το κοπάδι αρχίζει να κάνει κύκλους γύρω από το αυτοκίνητο. Η σκηνή άκρως σουρεαλιστική. Ο θόρυβος της προόδου, σιωπηλός και ακίνητος, περιστοιχισμένος από τη ζεστή, μαλλιαρή, αργή ζωή του κάμπου. Ήταν σαν τα πρόβατα, με την αρχαία σοφία τους, να εξετάζουν το μέλλον, να το περιτριγυρίζουν με αφέλεια και περιέργεια, να προσπαθούν να καταλάβουν το νόημα αυτού του αλλόκοτου, ατσάλινου επισκέπτη που μια μέρα θα άλλαζε για πάντα τους ρυθμούς του κόσμου. Η γυναίκα χαμογέλασε ελαφρά. Άφησε το κοπάδι της να χορτάσει την περιέργειά του. Στα δεξιά, φρέσκια, με τη μυρωδιά του ασβέστη ακόμα έντονη, στέκεται η νεοκτιστη κατοικία του Παναγιώτη Τσαγκάρη. Ήταν το σπίτι του γάμου, χτισμένο με όνειρα και θυσίες. Ο Παναγιώτης είχε παντρευτεί το 1920 την Χρυσαυγή Παπαγεωργίου, μια ένωση που γέμισε τον οικισμό με ελπίδα. Όμως, η Ελλάδα ήταν μικρή για τα μεγάλα όνειρά του. Το σπίτι, πριν προλάβει να ζεσταθεί, ήταν ήδη το σύμβολο μιας επερχόμενης απουσίας. Ο Παναγιώτης είχε πάρει την μεγάλη απόφαση. Ο δρόμος που ξεκινούσε από τη διασταύρωση θα οδηγούσε σύντομα σε έναν άλλον, πέρα από τον ωκεανό, στο Μπούφαλο της Αμερικής. Το σπίτι χτίστηκε για να περιμένει, χτίστηκε για την επιστροφή. Τα Χάνια Αυλωναρίου το 1935 ήταν αυτό ακριβώς. Η αθώα, αργή ζωή του χθες, που συναντούσε την αβέβαιη, γρήγορη υπόσχεση του αύριο, όλα κάτω από τον ήλιο που ζέσταινε εξίσου τον χωματόδρομο, τα πρόβατα, και τα θεμέλια του σπιτιού που χτίστηκε για να περιμένει τον ξενιτεμένο...

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Με πρόσχημα ένα θάνατο…





Δημήτρης Σγούρος



 
Βλέπω ανθρώπους να φεύγουν…Ένας - ένας, πρόσωπα αγαπητά, που γνώρισα στα πρώτα παιδικά χρόνια, τότε που άρχισα να ψηλαφώ το φως της ημέρας στις γειτονιές του Αυλωναρίου. Συγχωριανοί, γείτονες, γονείς φίλων, συμμαθητών. «Βλέπω παντού να φυτρώνουν σταυροί», παραφράζοντας ένα στίχο του Σαχτούρη. Θυμήθηκα το πικρό μονόλογο κάποιου χαροκαμένου πατέρα στο άγγελμα του θανάτου. «Γιε μου, τι μου απομένει τώρα».
Και άκουσα τη γνώριμη εσωτερική φωνή, που έχει πυκνώσει απειλητικά τις επισκέψεις της να λεει: «Πάει κι αυτός». 



Και πέρασαν κινηματογραφικά στη σκέψη μου πρόσωπα πολλά. Του Πέτρου, αριστερού ψάλτη στον Αϊ-Νικόλα, του μπάρμπα Γιάννη, επιστάτη του σχολείου στα γυμνασιακά χρόνια, του Αριστείδη του Χαρούμενου στη πέρα πλατεία, της θείας Νεφέλης, της ακάματης δουλεύτρας της ζωής. Είναι πολλοί τους τελευταίους μήνες. Τους έβλεπα και ήθελα απελπισμένα να σπάσω τις γραμμές της μοβ παρέλασης, να τις διαλύσω. Να τους φέρω πίσω ήθελα. Ν’ ακούσω τη σχεδόν βραχνή φωνή του Πέτρου να ψάλλει τις Κυριακές του υποχρεωτικού εκκλησιασμού. Τον γνώριμο ήχο από το κουδούνι του μπάρμπα Γιάννη. Να δω τη θεία Νεφέλη να αγωνίζεται αγκομαχώντας να προλάβει τις δουλειές της καθημερινότητας και να μην τελειώνει. Ψέματα. Δεν ήταν μόνο που ήθελα να τους φέρω πίσω. Το δικό μου χρόνο, αυτόν που έφυγε φρενήρης ήθελα να εξαργυρώσω. Να ξαναστήσω δίτερμα με τους φίλους στο κατήφορο της Βορνάς, να παίξω κυνηγητό και πόλεμο στα στενά δρομάκια του Πύργου, να ξεγλιστρήσω σαν σκιά από το βλέμμα του δάσκαλου, να παίξω συνωμοτικά πρέφα και τάβλι στο γωνιακό τραπέζι του Χαρούμενου… Αλλά ακόμη δεν μπορώ να συμβιβαστώ μ’ αυτόν τον απεχθή αόριστο. Των συντριμμένων χρόνων και των οριστικών απωλειών… 


Τίτλος: "Μνήμες Αυλωναρίου». Φωτογραφικό λεύκωμα.



Τίτλος: "Μνήμες  Αυλωναρίου».  Φωτογραφικό  λεύκωμα. 
Συγγραφέας: Δημήτρης Σγούρος.Κώστας Σγούρος
Σχήμα 17Χ21. Σελίδες 142.
 Εκδόσεις ΡΟΠΤΡΟ.
Αυλωνάρι, καλοκαίρι του εξήντα οκτώ. Το δημοτικό σχολείο έχει πια τελειώσει. Μαζεύω δυνάμεις για το γυμνάσιο. Η παρέα πάντοτε η ίδια. Ο Τάκης, ο Λάκης, ο Βασίλης, ο Τάσος, ο Ποστόλης. Ποδόσφαιρο, βόλτα στο καρόδρομο, ρεφενέ τσιγάρο τα βράδια στη γέφυρα. Πλατεία Γιαννίκου, καφενείο Χαρούμενου, δηλωτή, πλακωτό, πόρτες, τα πρώτα μαθήματα στη πρέφα. Φαίνεται μεγάλωσα.
 Ο Χαρούμενος δεν με διώχνει πια από τις καρέκλες του καφενείου. Μεγαλύτερη προσέγγιση με τις συμμαθήτριες. Η Δέσποινα, η Κική, η Αγγελίνα, η Πόπη, η Επιστήμη. Καλοκαίρι του εξήντα οκτώ. Τα μεσημέρια, που οι μεγάλοι κοιμούνται, εγώ τη σκάω από το σπίτι. Τζούκ Μποξ στου Μπαρμπέρη, Μπιθηκώτσης, Καζατζίδης, Μαρινέλα. Αλλά και Μικρός Ήρωας, Μικυ Μάους, Μάσκα, Διάπλαση των παίδων. Εφημερίδα «το Βήμα», ο παππούς στο σπίτι, «Αθλητική Ηχώ» ο αδελφός, λαθρανάγνωστης στο εφιμεριδοπωλείο του Σούλη εγώ και η παρέα μου. Ο Παναθηναικός, η ΑΕΚ, ο Δομάζος, ο Σιδέρης, ο Παπαϊωάννου. Και το βράδυ θερινό σινεμά στην αυλή του Τουλόγιαννη. Ο Βέγγος, ο Χατζηχρήστος, η Βουγιουκλάκη. Χαρά, γέλια, συγκίνηση. Τα πρώτα σίγουρα σκιρτήματα της καρδιάς. Και τα πρωϊνά πάλι μάθημα με τον παππού. «Αναγνωστικό αρχαίων Ελληνικών κειμένων», του Ζούκη. «Αγάπα τω φίλω. Ο φίλος τω φίλω εν πόνοις και κινδύνοις ου λείπει». Καλοκαίρι του εξήντα οκτώ. Ποτάμι, θάλασσα, σπιθάρι του Μπίτση, Λαμπίρο. Βουνό,

Τίτλος: «Άντε ρε βλαμμένο…». Αφήγημα.


Τίτλος: «Άντε ρε βλαμμένο…». Αφήγημα.
Συγγραφέας: Δημήτρης Σγούρος.
Σχήμα 17Χ21. Σελίδες 142. Εκδόσεις ΣΑΚΑΡΕΛΗ.

 Παίζαμε και η γειτονιά της Βορνάς αναστέναζε. Και τα παιχνίδια μας, απλά και ωραία. Μια λαστιχένια ρόδα με ένα καλάμι, ένα χάρτινο κουτί με κουβαρίστρες που έμοιαζε αυτοκίνητο, ένα φύλλο χαρτί, που γινόταν βάρκα ή αεροπλάνο. Αλλά και μια σβούρα με ένα σπάγγο, ένα ξυλίγκι με μια τάβλα, μια σφεντόνα με μια πέτρα. 'Ενα κυνηγητό από τα κλεμμένα ρεβύθια του Μώγιαννη, ένα κρυφτό από τα μάτια της κυρίας 'Αννας, ένα τραγούδι από το Τσουκ Μποξ του Μπαρμπέρη, ένα γέλιο από τον θερινό κινηματογράφο του Τουλογιάννη, ένα χτυποκάρδι από το άναμα του πρώτου τσιγάρου.
Αλλά και οι μυρωδιές από το γιασεμί και το αγιόκλημα, η γεύση από τα κλεμμένα τζάνερα και μούρα, η απόλαυση του παγωμένου μπάνιου στο ποτάμι, η αγωνία για τον Μικρό 'Ηρωα και τον Σπίθα. Τότε που η ζωή κυλούσε ήρεμα με αργούς ρυθμούς και δεν άλλαζε κάθε λίγο και λιγάκι. Που ο πόνος του φίλου ήταν και δικός σου πόνος, αλλά και η χαρά του χαρά σου. Που οι αυλές γέμιζαν φωνές και αντάρες, γέλια και κλάματα. Και τα σπίτια έμεναν ανοιχτά να καλοδέχονται τον κάθε ξένο… Σ’ ένα χωριό της Εύβοιας στη δεκαετία του 1960 ένα αγόρι αρχίζει τα πρώτα του βήματα. Με τα μάτια της ψυχής προσπαθεί να γνωρίσει τους ανθρώπους και να χτίσει σιγά και σταθερά με πρωτογενή υλικά το δικό του κόσμο. Μαζί με τους φίλους του ανακαλύπτει τα μυστικά της ζωής περνώντας μέσα από τις συμπληγάδες της τρυφεράδας και της αθωότητας. Όλα αυτά σε μια σειρά εικόνες που όλοι έχομε βιώσει στα παιδικά μας χρόνια. Και σήμερα σιωπηλοί και αδιάφοροι, ανώνυμοι και ξένοι μεταξύ μας προσπαθούμε να τις ξαναφέρουμε στη θύμηση. Για να μπορέσει να γίνει το χτες των παιδικών μας χρόνων το γεφύρωμα της απόστασης που χωρίζει τον άνθρωπο από τον άνθρωπο