ΓΕΦΥΡΑ

eviahistοry.gr

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

ΜΕΝΟΣ ΦΙΛΗΝΤΑΣ





ΕΥΒΟΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
















ΜΕΝΟΣ ΦΙΛΗΝΤΑΣ

Ένας δάσκαλος πρωτόσχολος της Γλώσσας



Του

Γιώργου ΠΑΠΑΣΤΑΜΟΥ



                        «Αχ!Βαχ! Βογκά ο Φιλήντας, κι ο καημός

                        του τα χώματα της κόλασης ραγίζει

                        κι ο τράγος που καβαλά ο κοιλαρός του

τα κλάματα αρχινάει και κερατίζει

«Σώπα και στου Θεού το αυτί και η ευκή σου

Ανθρώπινο, Φιλήντα, κρέας μυρίζει!

Με γέλια αχάει ο τσολιάς και της αβύσσου

γοργά γοργά κατηφορούν τα σπλάχνα

στην λιπαρή βρωμιά τσικνιά ξοπίσου......»





«ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



          
  Ποιος άραγε ήταν αυτός, που βογκούσε; Και γιατί ο καημός του ράγιζε τα χώματα της Κόλασης....; Δεν ξέραμε.

Μόνον το όνομα ακούγαμε· και η ιστορία του μας ήταν σχεδόν άγνωστη· Φ ι λ ή ν τ α ς!



Ήταν τότες στην δεκαετία του Πενήντα· που ο απάνθρωπος  αιώνας μας βρισκόταν στα μισά του· και δεν μας είχε δείξει, το παρα - μορφωμένο του πρόσωπο, ολάκερο....... Και τι να ξέρει κανείς για τον Φιλήντρα - το ...... Πενήντα ...... Τι; Ωστόσο εμείς οι νέοι, μιας ηττημένης   και καταφρονεμένης γενιάς, διαβάζαμε..... Καζαντζάκη.



Κι όχι μόνο το «Ζορμπά» και τ' άλλα του λαμπρά μυθιστορήματα , αλλά και τις αποξεχασμένες του Τ ε ρ τ σ ί ν ε ς.

Ανάμεσα στις είκοσι και μία τερτσίνες ήτανε κι εκείνη  η αφιερωμένη  στον Ψυχάρη, τον πρωτοπόρο γλωσσολόγο  και καινοτόμο. Την είχε γραμμένη ο ποιητής , μ' ένα διονυσιακό  πρωτόφαντο και τραχύ  και μεγαλόστομο, μα η ευθυκρισία για το πρόσωπο  που υμνούσε, δεν έλειπε, μ' όλο το φτεροκόπημα  της επίνοιας και της Φαντασίας.

Καλά, όλα αυτά...... αλλά τα τρία τριολέττα, αυτής της περίφημης Τερτσίνας, τα ενσωματωμένα στο όλο corpus της σε ποιόν αναφέρονταν; Ποιος ήταν αυτός ο Φιλήντας, που πάγαινε πίσω απ' τον Καβαλάρη; Τον Καβαλάρη Ψυχάρη  τον επαναστάτη της ...... Γλώσσας, που τρώει, λέει, ψωμί καβάλα στ' άτι της σκέψης του· καβάλα, επίσης, γράφει και πολεμάει, μπαίνοντας γαμπρός στης Χιός το λιόχαρο ξωτάφι.

Και μια και ο ποιητής μιλάει για «ξωτάφι», η τερτσίνα του γράφτηκε ασφαλώς μετά το θάνατο του Ψυψάρη. Πράγματι φέρει, στις σημειώσεις του Καζαντζάκη, ημερομηνία γραφής: 12-20 Νοεμβρίου 1933, τέσσερα ακριβώς χρόνια μετά το χαμό του πολύπλευρου  και πληθωρικού Δασκάλου.

Αλλά και πάλι το διερώτημα επίμονα παραμένει. Τι θέλει, λοιπόν, αυτός ο «κοιλαρός» Μένος Φι-λή-ντας ..... μέσα στην καζαντζακική Τερτσίνα;  Πως τάχα  και του παραχώρησε τέτοια θέση διθυραμβικού εσαεί, επαίνου ο μεγάλος Κρητικός; Τόσο άξιος, μαθές, ήταν ο Φιλήντας; Και Γληνός να ήτανε....Κανείς ωστόσο, στον κύκλο μας δεν μπορούσε επαρκώς να μας κατατοπίσει να μας πληροφορήσει και να μας εξηγήσει κάτι, γι'αυτόν τον «αινιγματικό» Φιλήντα! Και τα φιλάνθρωπα εγκυκλοπαιδικά λεξικά τον φιλοξενούσαν, με λίγες αράδες . και πολλά τον αγνοούσαν εντελώς.

Ρωτούσαμε φιλίστορες, μορφωμένους  συνάδελφους:

•-       Ξέρεις τίποτα για κάποιον Φιλήντα;

•-       Τι; Ποιος είναι αυτός;

Και μερικοί με αοριστία και ασάφεια δίνανε κάποιες συγκεχυμένες πληροφορίες: «... Δάσκαλος, λέει, πρόσφυγας, ποιητής και γλωσσολόγος και πρωτοπόρος του Κινήματος για την επικράτηση της Δημοτικής, την εποχή, που έκανε την πρώτη ηρωϊκή του εξόρμηση»... Τίποτ' άλλο..... Ως και το σεβαστόν Υπουργείον  Παιδείας τον ...... αγνοούσε.

Και να που στα 1985 κυκλοφορεί ένα Βιβλίο του μακαρίτη του Κώστα Βάρναλη με τίτλο: «Άνθρωποι, ζωντανοί, αληθινοί». Και ανάμεσα στους ζωντανούς ανθρώπους είχε συμπεριληφθεί από τον ποιητή  των Μοιραίων και ο «Μένος Φιλήντας». Ήταν ένα θαυμάσιο άρθρο, που σκιαγραφούσε έξοχα το πορτραίτο του Φιλήντα, και ενημέρωνε τον αναγνώστη για την πνευματική δραστηριότητα του γλωσσολόγου ποιητή καιδασκάλου Μένου Φ. και σηματοδοτούσε την Π ε ρ ι ο χ ή  όπου βρίσκεται η μείζων προσφορά του·  κι εκεί, που μάλλον θα του επέτρεπε να επιβιώσει στο μέλλον.... Και λύθηκε και σε μας η απορία.

Ώστε γι' αυτό τον υμνούσε ο Καζαντζάκης στην « Τερτζίνα» του - για τον Ψυχάρη. - Δεν ήταν τυχαίος ο συνάδελφος, απ' τους συνηθισμένους οπισθοδρομικούς δασκαλάκους της Επαρχίας. Ήταν ένας αληθινός και ζ ω ν τ α ν ό ς Άνθρωπος. Ένας σπάνιος δάσκαλος και αυτοδίδαχτος γλωσσολόγος, που συμμετείχε  στην προοδευτική δημοτιστική Κίνηση της εποχής του, έχοντας την τολμηρή πίστη, πως η δημοκρατική ως γλώσσα, δεν είναι εκείνη «της αγοράς και των τριόδων» καθώς την κατηγορούν  οι καθαρευουσιάνοι της Φιλοσοφικής του «Αθήνησι Πανεπιστημίου» αλλά και μια ευρωπαϊκή γλώσσα επαρκή, δυνάμενη ν' αποδώσει και να καταγράψει και τα πιο αξιόλογα  δημιουργήματα των αιώνων.

Και σήμερα οσάκις περνούμε - και περνούμε συχνά - από την Αρτάκη - προάστιο της Ευρίπου που ευημερεί - θυμόμαστε τον Μένο Φιλήντα και τον φανταζόμαστε ζωντανό - πρόσφυγα ή μέτοικο, στην Νέα του Πατρίδα.....

Ο Φιλήντας, γεννήθηκε στα 1870, στην Κύζικο της Παλιάς Αρτάκης. Γέννημα θρέμμα Μικραστιάτης - Ανατολίτης, Ρωμιός! Μενέλαο, τον έλεγαν Φ ι λ α ν θ ί δ η. Ωραίο όνομα: Φιλανθίδης! Των ανθέων της ψυχής - φιλικός, φίλος, φίλτατος και .... Μύστης.  Αλλά ...... Αλλά έγινε Φιλήντας (ψευδώνυμο).  Γλωσσοπλάστης και γλωσσοφτιάχτης αυτός...  το άλλαξε.

Ο πατέρας του ήτανε, επίσης, δάσκαλος, αλλά..... διάσημος. Ναι, διάσημος για την εποχή του. Μάθαινε, να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα. Και στάθηκε σ' όλη του την ζωή ως άνθρωπος συνετός και τίμιος κι ως προεστός του τόπου του ανήσυχος και πρακτικός. Δεν ήταν απ' εκείνους  που ασφυκτιούν στη γενέθλια Πατρίδα, φλυαρούν και τίποτα δεν κάνουν.

Ο γέρο - Φιλανθίδης υπήρξε και καλός πατέρας. Φρόντισε να δώσει στο γιό του, τον Μενέλαο σωστή ανατροφή και μόρφωση. Ο Κ η π ο υ ρ ό ς Κ α ι ρ ό ς, σκυφτός  στο χώμα της όρμασης - ωρίμανσης - τα θαύματα συνιάζει τώρα,  καθώς λέει στην Τερτσίνα του - την «φιλο-Ψυχαρική» ο Καζαντζάκης. Κι αυτού του Κηπουρού, σαν νάταν Τ α γ κ ό ρ, ο  Φιλήντας αφουγκράζεται τα βήματα. Σκύβει μαζί του στην Γή της ψυχής. Άκου: Θέλεις να κάνεις όνειρα για ένα χρόνο φύτεψε ρύζι.  Αν για δέκα χρόνια, θέλεις .... φύτεψε δέντρα. Αν όμως κάνεις σχέδια για εκατό χρόνια, χτίσε σχολεία.

Κι ο Μένος Φιλήντας προτίμησε το τρίτο: Τα σχολεία.

Φοιτά και τελειώνει σπουδές, σπουδαίες στο Επτατάξιος Αρρεναγωγείο (ναι αρρεναγωγείο, μη γελάτε) στην πατρίδα - γενέτειρα Αρτάκη.

Και μετά πάει στη Χάλκη, όπως όλοι οι ανήσυχοι μικρασιάτες· και παρακολουθεί στην Θεολογική Σχολή της μαθήματα, δύο χρόνια. Αλλά τα δόγματα και οι θεολογικές φιλοσοφίες δεν τον συγκινούν καθόλου. Και .... συνεχίζει σπουδές στην Μεγάλη του Γένους Σχολή, στην Πόλη. Εκεί έμπλεξε με την λεξικογραφία της Τουρκογραικίας, ου ενόμιζε ότι η Γλώσσα του Μισέ Μπερνή είναι η γλώσσα όλου του Γένους μας.

Και μάθαινε, πως ο φιδές δεν λέγεται φιδές, αλλά σκωληκίς και το τσουρέκι  αρτολάγανον. Και τι τα ήθελε αυτός, αυτά αφού δεν ήταν Φαναριώτης, αλλά με τους κουρελήδες «ψ ω ρ ο  μ α ν ώ λ η δ ε ς» , τους «γυμνητεύοντας» το κατώτατο φεύ, στρώμα του λαού.

Μα για να φωτίσει αυτόν τον λαό των γυμνών κατάλαβε, πως έπρεπε να γίνει δάσκαλος του λαού - της στοιχειώδους, της πρωτοβάθμιας · και χωρίς να ξέρει γιατί, μίλησε μέσα του η γλυκειά νοσταλγία  του Πεσταλότση και η μελωδική ελπιδοφόρα φωνή του: Τα πάντα για τους άλλους· τίποτα για τον εαυτό μας.

Κι έτσι σκεπτόμενος ο Μενέλαος.... βρέθηκε στις αρχές του αιώνα μας - του φοβερού 20ου - σπουδαστής στο διδασκαλείο της τουρκοκρατούμενης Σαλονίκης. Σύντομα παίρνει  το πτυχίο του δασκάλου και ρίχνεται με πάθος στη μελέτη και έρευνα της Γλώσσας του λαού του.

Και μόλις γυρίζει, φωτισμένος πιά δάσκαλος, στην Γενέθλια Γή της γαλάζιας και μοσχοβολούσας Αρτάκης του, έχει στο ενεργητικό του κάποιους αδρούς και γενναίους στοχασμούς πάνω στην εξέλιξη της νεοελληνικής. Τους ρίχνει στο χαρτί· και να το πρώτο του Βιβλίο: «Γραμματική της Ρωμαίικης Γλώσσας» 1902, με μια μαζί περισπούδαστη Εισαγωγή  για την αθάνατη διάλεκτο  των .... «χυδαίων».

Κι αυτή η «Εισαγωγή» της διάλεκτος θα δώσει αργότερα αφορμή στο Λ. Μαβίλη να πεί στην Βουλή των Ελλήνων, πως δεν «υπάρχουν χυδαίες γλώσσες, αλλά χυδαίοι άνθρωποι» και να πλέξει το εγκώμιο και του τουρκομερίτη Φιλήντα, 1911 , αυτός ο ποιητής, που έγραψε μετά και την δική του προσωπική του ιστορία με αίμα, από το «Καλαμάρι»  του Δρίσκου και με πέννα το σπαθί  του Γαριβαλδινού.

Αλλά και ο Μενέλαος είναι ποιητής! Αυτό τον καιρό πρώτη δεκαετία του αιώνα· εμπνέεται στίχους από τους «Θρύλους των Αιώνων» και ονοματίζει, έτσι, την Πρώτη συλλογή του. Παράλληλα αλληλογραφεί με όλους τους λόγιους της διασποράς, μα και της κυρίως Ελλάδας  και τους στέλνει τα βιβλία του.

Του λένε και του γράφουν, πως η Γραμματική του είναι καλύτερη απ' εκείνη του Νικόλαου Κονεμένου -  του Κερκυραίου  του χλιαρού αυτού πρόδρομου του Ψυχάρη και του Ροΐδη· κι' απ' εκεί ακόμα την ανέκδοτη του επίσης επτανήσιου, Νίκου κι αυτού, αλλά Σοφιανού: Γραμματική της Κοινής των Ελλήνων Γλώσσης, γραμμένη στα 1550 και που εδέησε να τυπωθεί, για πρώτη φορά, στα 1870 από την Ε. Legrand. Και οι ειδήμονες  ακόμα, λένε και γράφουν, πως του Μενέλαου η Γραμματική ..... είναι πιο επιστημονική απ' εκείνη του Ι. Βηλαρά (της φωνητικής γραφής) και σίγουρα καλύτερη απ' εκείνη του Girolamo Germano (1568-1632) Σικελού γεσουΐτη, που έκανε  ιεραπόστολος στην Χίο επί 22 χρόνια.....

Μα πως το ξέρουν; Έλεγε μέσα του ο Φιλήντας, μια και απ' του Germano  τη γραμματική, ούτε ένα αντίτυπο δεν σώθηκε. Εκτός μην εννοούν εκείνη του Σ. Πόρκιου του Ρωμάνου ή του Νικηφόρου Ρωμανού του Θεσσαλονικέα.

Ας είναι. Όλη αυτή η δραστηριότητα με τα ποιήματα των «Θρύλων» και τις Ρωμαίικες Γραμματικές δεν βγήκε σε καλό στον Μενέλαο - (τ' ακούς Λουντέμη) - Φιλήντα. Τον κάρφωσαν στον Τούρκο νωματάρχη, πως κάνει λέει «μυστική» αντιτουρκική προπαγάνδα  και ξεσηκώνει τους Γιουνάνηδες, καλώντας τους σε Επανάσταση.

Κι' έτσι ρίχτηκε σε μια σκοτεινή φυλακή στην Προύσσα κάμποσους μήνες. Κι είδαν κι έπαθαν οι Αρτακιανοί προύχοντες, να τον αποφυλακίσουν, παίρνοντας κρυφά φιρμάνι απ' τον πολυχρομένο Πατισάχ  Αβδούλ  Χαμίτ Β΄ τον τυραννικό, κακόχρονο νάχε.....

- Έλα τώρα δάσκαλε, κάτσε φρόνιμα στην δουλειά σου και μην μας ξαναβάζεις σε μπελάδες, του είπανε οι Κοτζαμπάσηδες.

Μα αυτός, κρυφά πάντα, το δικό του. έστελνε και έπαιρνε μηνύματα Γλώσσας και Προκοπής απ' την Ελλάδα και την Ευρώπη. Ήταν ταγμένος στο Κίνημα υπέρ της Γλώσσας «μυστικώς» - αμέσως μετά το Κήρυγμα του Ψυχάρη· κι από το 1900 ακόμα συνεργάζονταν με πολλά φιλολογικά  και λογοτεχνικά περιοδικά της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας.

Και μια μέρα στα 1913, μόλις που είχαν κοπάσει οι Βαλκανικοί πόλεμοι - ήρτε ο μετσίλης στο σχολείο του Φιλήντα και του έφερνε  την πλούσια αλληλογραφία του. Μαζί ήταν  κι ένα πακέτο με εγγλέζικα γραμματόσημα και την ένδειξη του αποστολέα και του τόπου : Αλέξανδρος Πάλλης - Λίβερπουλ! Το ανοίγει! Βρίσκει ένα βιβλίο με ποιήματα «Ταμπουράς και Κόπανος»  για παιδιά. Τι ευτύχημα.  Και μαζί η μετάφραση του «Brugmann»  γραφή στη δημοτική και έκδοση 1907. ιδού στο ατύπωτο φύλλο και η αφιέρωση: «Στον δάσκαλο Φιλήντα - Το παλικάρι της Ιδέας». Υπογραφή: Αλέξανδρος Πάλλης!

Χαρά ο Φιλήντας! Το έλεγε παντού με περηφάνεια. Παλικάρι της Ιδέας με προσφωνεί εμένα ο λαμπρός Πάλλης, ο μαχητής, ο φίλος που ακούραστος κι αποφασιστικός εκεί στην ξενιτειά του, πασχίζει για την διάδοση της ζωντανής γλώσσας του.... νεώτερου Ελληνισμού.... Τ' άκουγαν όλα τούτα οι ψαράδες, οι φουρνάρηδες, τα σχολαρούδια και ανυποψίαστοι  χαίρονταν, χωρίς να ξέρουν γιατί· μα αφού ο δάσκαλος  χαίρονταν..... κάτι καλό θα ..... ήταν.

Το περιστατικό τούτο, το ασήμαντο για ..... το «Παλικάρι της Ιδέας» μαθεύτηκε ολούθε. Απλός επαρχιακός δάσκαλος ο Φιλήντας τα έλεγε στους καφενέδες τα..... δικά του, με χωρατά. Ήτανε πατριώτης καλός· κι όλοι τον αγαπούσαν.

Μα οι σπιούνοι ποτές κι από πουθενά δεν λείπουν. Κάποιος απ' αυτούς τον κάρφωσε. Κι ένα βράδυ δύο Τούρκοι ζαπιέδες ήρθαν στο σπίτι του. Τον βρήκαν στην εξώπορτα της χαμοκέλας του. «Έλα, του λένε, δάσκαλε ως το κονάκι που σε θέλουμε.....». Τον τραβούν στο σκοτάδι. Του περνάν χειροπέδες. Του κάνουν έρευνα. Του βρίσκουν ένα γράμμα στο άδειο πορτοφόλι του και ένα βιβλίο στην κωλοτσέπη - που το έσερνε  πάντα μαζί του.

Ύποπτα πράγματα. Ξετυλίγουν το γράμμα. Το κάνει τουρκικά ο Φιλήντα: «Παλικάρι της Ιδέας Φιλήντα μου, έγραφε, θυμώνω με τον Διευθυντή· « ο Νουμάς»  πάει ομπρός. Μα είναι λίγο στραβόξυλο ο Ταγκόπουλος και καμμιά μέρα θα τον στείλω απ' εκεί που ήρθε.....» Α. Πάλλης......*

Τους λέει... τους εξηγεί ποιος είναι ο «Διευθυντής», ποιος « ο Νουμάς»..... Οι ζαπιέδες - χωροφύλακες δεν ακούνε. Τον φέρνουν σηκωτό στο Γραφείο του αρχιζαπιέ - του νωματάρχη. Τον σπρώχνουν. Μπαίνει μέσα σε «αχλία» κατάσταση.

Τον βλέπει ο νωματάρχης και αρχίζει τα χάχανα. «Πως είσαι έτσι μωρέ γιουνάν..... Είσαι και δάσκαλο....».

Και κείνος, που να κρύψει την τεράστια κοιλιά του και το βελπέ βρώμικο φέσι του· στο φαλακρό κεφάλι του, και πως ν' αλλάξει - η ώρα που 'ταν - το λερό του πουκάμισο  το σκέτο, το δίχως κολλάρο για  λαιμοδέτη και το σκούρο σακάκι του, όπου ένα μόνο σκουριασμένο μεταλλικό κουμπί κρεμόταν· ξεκομμένο κι αυτό.

Τον κοίταζε στα χάλια που ήταν ο αστυνόμος, και έσκαζε στα γέλια. Και για μια στιγμή σοβαρεύεται  και τον ρωτάει.

- Τι Ιντέα είναι αυτό μωρέ; Μεγάλο Ιντέα, έ; Και τον τραβάει απ' το μανίκι ο Τουρκαλάς.

- Όχι τζάνουμ, προσπαθούσε να εξηγήσει στον Τούρκο ο Φιλήντας..... «Ιδέα» λέμε, την ρωμέϊκη γλώσσα. Θέλουμε να .... σιάξουμε τη γλώσσα μας, εφέντη..... τη γλώσσα μας.

Ο Τούρκος ζαπιές τον κοίταξε με οίκτο από πάνω ως κάτω, απ' την κορφή ως τα νύχια που λέμε. Είδε καλά, τα ελεεινά χάλια του γλωσσοδιορθωτή και του είπε  εμφαντικά και με την έσχατη περιφρόνηση:

- Ουλάν κερατά, σανά μου καλντί; Ήγουν: Βρέ κερατά, σε σένα κατάντησεν η γλώσσα για να την ισιάξεις;

Και τον ρίξανε στην χούνη. Για να μην πάθει χειρότερα! Τον έσωσε η αφροντισιά, ο μποεμισμός, λέει, των καιρών και ο καλοκρυμμένος σπαραγμός.  Στην φυλακή κάθησε κάμποσο καιρό. Μα σαν τον χοντρό  Καφέντζο  φίλο του Θανάση Διάκου, κατάφερε, δίνοντας μπαχτσίσι στο δεσμοφύλακα να δραπετέψει από μια τρύπα. Και νύχτα, να βρεθεί στον Γαλατά.

Εκεί βρίσκει ένα παλιοβάπορο, που ταξίδευε για την Μητέρα Πατρίδα. Ο καπετάνιος ρίχνει τον εύσωμο δάσκαλο στο αμπάρι, το φορτωμένο βόδια και πρόβατα. Και λαθρεπιβάτης βγαίνει στον Πειραιά.

Από το 1914 έως το 1924 δέκα χρόνια έτσι γυρίζει με τα ρούχα που ήρθε απ' την Πόλη. Έμεινε σε παραπήγματα· και σε όποιο φτωχό καλύβι, που τίποτα να μην του λείπει κι ο ποιητής, για να καθήσει η Λύπη! Και περιπλανιόταν από Αίγινα - Πειραιά κι απ' εκεί στην Δεξαμενή  των Αθηνών.

Κι όπου πήγαινε με το φτωχό ντύσιμό του φάνταζε σαν απλός αχθοφόρος· και ούτε που έμοιαζε  για ......  δάσκαλος και μάλιστα γλωσσολόγος. Φαρδύς  «κοιλαράς» με γαστέρα και προγούλι και μεγάλο φαλακρό κεφάλι,   που κρατούσε μέσα του πολύ λάμψη πνεύματος - ζωή και σπιρτάδα.

Όλοι, όσοι τον βλέπαν χαμογελούσαν. Τον χλεύαζαν αυτόν τον Ανατολίτη δάσκαλο, που ξέπεσε στα χώματα της Μητέρας Πατρίδας  νωρίς· κυνηγημένος  από τον Τούρκο, σαν και τον Κρυστάλλη. Κι όσοι τον ξέραν τον παίρναν για  έναν άλλονε Ναστρεντίν Χότζα, καθώς μιλούσε με σαρκασμό κι έλεγε χωρατά, στον κοσμάκη. Θόλωνε τα νερά «του» και αναδιπλωνόταν ήσυχος στον κακοντυμένο απόκοσμο εαυτό του, για να στοχαστεί τη Γλώσσα και την Ποίηση.

Είναι, ωστόσο, δάσκαλος. Θητεύει  στο απόμακρο ταπεινό σχολείο των δυτικών συνοικισμών με ενθουσιασμό. Μαθαίνει στα Ελληνόπουλα της Μητέρας Ελλάδας Γλώσσα,  που του την έδωσαν Ελληνική από τις αμμουδιές του Ομήρου. Κι απ' το 1922 και μετά δασκαλεύει τα Προσφυγόπουλα  της Ιωνίας. Και στα 1924 εγκαθίσταται μια για πάντα  στους «Ποδαράδες» σε ξυλόσπιτο, στο συνοικισμό το γνωστό της Νέας Ιωνίας, για να γράψει ήσυχος πιά, το μεγάλο του έργο.

Κι όλο αυτόν  τον καιρό, δεν είναι μόνον δάσκαλος. Κάνει και τον δημοσιογράφο, τον στοχαστή, τον ποιητή και τον συγγραφέα  - γλωσσοδιορθωτή. Τα έχει βιώσει από πολύ σιμά όλα τα γεγονότα. Ήξερε από πρώτο χέρι από τον Πάλλη για τα «Ευαγγελικά» για το συλλαλητήριο των φοιτητών, για τους αφορισμούς του Μητροπολίτη, την παραίτηση της Κυβέρνησης Θεοτόκη, για την αιματοχυσία. Το ίδιο και για τα Ορεστειακά.

Του είναι εξαιρετικά προσφιλής κι εκείνος ο Αλέκος ο Δελμούζος, που πάσχιζε με πείσμα, να μπάσει την Φιλήντειο Νεοελληνική Γραμματική στο Παρθεναγωγείο του, στο Βόλο. Επειδής, ο Αλέκος ένιωθε πως διδάσκοντας αυτήν την Γραμματική, πατάει σε στέρεο έδαφος, για την πλήρη θεμελίωση του Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού.

Όπου πάει ο Φιλήντας είναι φορτωμένος τα βιβλία του (και Πώλ Σάρτρ να ήτανε). Από το 1901 άρχισε με τους «Θρύλους των Αιώνων» ποιήματα. Την άλλη χρονιά έβγαλε την «Γραμματική της Ρωμαίικης Γλώσσας» με λεπτά του Πάλλη. (Μέρος Α΄ Φωνολογία) σε δύο τόμους.

Κάνει και ταξίδια στην Μακεδονία, «Στα Βουνά της Χαλκιδικής» και γράφει ομότιτλο, ταξιδιωτικών εντυπώσεων, βιβλίο. Ήταν στα 1916, τότες που ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του· κι ο Φιλήντας πήρε τα βουνά, μακριά απ' τον Πόλεμο των χαρακωμάτων και σιμά στην Επαναστατική Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου στην Θεσσαλονίκη. Τότες του δίνεται η ευκαιρία να κάνει λίγο και τον Εθνολόγο. Μελετά τους λαούς της Βαλκανικής και γράφει το βιβλίο: «Τούρκοι και Βούλγαροι».

 Και στα 1921, σαν μαθαίνει πως τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην Ιωνία πατρίδα του, αγάλλεται και χαίρει.  Και βλέπει, ώ του θαύματος,  η μεγάλη «Ιντέα»  που χλεύασε και λοιδόρησε, ο βλάστημος Τούρκος ζαπιές της Αρτάκης, γινότανε πραγματικότητα. Γι' αυτό και το ρίχνει στην ποίηση. Γράφει  και δημοσιεύει τις «Οχτάβες» του. Και  θάναι η αδυναμία του σ' όλη του την ζωή. Με τους στίχους του αυτούς μίλησε για πράγματα, που αγαπούσε.

Το βιβλίο του αυτό ο Φιλήντας, το θεωρούσε σημαδιακό. Ποτέ του δεν το λησμόνησε μήδε το αποκήρυξε. Κι ο φίλος του Δελμούζος ένιωσε μια τρυφερότητα, για τα πρώτα του τραγούδια, όπως κι ο Κανελλόπουλος για τα «σονέττα» του. Τα πρωτολειακά ποιήματα είναι η καταφυγή των  διανοητών. Εκεί βρίσκει ξανά η κουρασμένη του ψυχή ευαισθησία, ζωή, ανάπαυση κι ελπίδα.

Ο καημένος ο Φιλήντας! Έτσι ένιωθε κι αυτός........ Ποιητής!

Άμα ήθελες, λέει, να τον ευχαριστήσεις, θα έπρεπε να του επαινέσεις τις «Οχτάβες» του! Αυτές εκφράζανε γι'αυτόν τους καημούς του, τους πόθους του και την λιγόζωη επιτυχία του. είχαν το προτέρημα της άσφαλτης ομοιοκαταληξίας, του φίνου πληθωρικού λυρισμού. Και μιλούσαν αυτοί του οι ρομαντικοί στίχοι, για φλογερούς έρωτες, πείσματα, αυγινούς πόθους και για την λαλιά του άγνωστου αηδονιού.

Και για τον Οίνον μιλούσαν οι ...... Οχτάβες.  Όχι βέβαια τον Οίνον του Χαίντερλιν, μα για τον ...... Οίνον, που ευφραίνει  καρδίαν ανθρώπων. Έτσι για να σκάσει κι ο Πολέμης κι ο Πορφύρας. Ιδού:

Έχει κρασί μέσ' στο κροντήρι

που η κάθε στάλα είναι ρουμπίνι,

πάρε κρυστάλλινο ποτήρι

και νέα τελεστία ας γίνει.

Είν' άγιο μύρο των Ελλήνων

- δε στ' όχει πεί κι ο δάσκαλός σου; -

αφού είσ' απόγονος εκείνων

με τέτοιο μύρο μπαλσαμώσου!



            Λοιπόν, αυτές οι «Οκτάβες» του Μένου Φ. που τις επαίνεσε κι ο Κ.Θ. Δημαράς - ενώ την Ουλαλούμ του Μαριάμπα την ηγνόησε - και δεν θα λησμονηθούν - κατά Δημαρά πάντα - γιατί, λέει, περιέχουν μια λεπτή ανθρώπινη ευαισθησία,  σε συνδυασμό με μια επιμέλεια στην μορφή.

            Μετά την μικρασιατική καταστροφή 1923 ο ποιητής...... το γύρισε στην πεζογραφία. Και τύπωσε την νουβέλα: «Τ α υ ρ μ ί ν α ». Και στα 1931 τις «Ανατολίτικες Ιστορίες». Ιστορίες - αφηγήσεις  καλύτερα - γεμάτες  θυμόσοφο λαϊκό πνεύμα. Κάτι σαν κι εκείνες του Σταβρή στον ..... καιρό των Σουλτάνων, που μας άφησε ο αείμνηστος Πάνος Τζελέπης.

Τελικά εγκαταλείποντας μια για πάντα και την Πεζογραφία ο Μένος Φιλήντας, μας έδωσε και μια αριστοτεχνική μετάφραση του «Παίχτη» του μεγάλου Ρώσου Φ. Ντοστογιέφσκυ.

Και τώρα τα γλωσσικά. Εδώ είναι ο αληθινός Μένος Φιλήντας, καθώς ανακαλύπτοντας την ομορφιά της μητρικής του γλώσσας ανακαλύπτει ταυτόχρονα και τον ίδιο τον εαυτό του.

Μ' άλλα λόγια ξαναγενιέται. Στην Δημοτική γλώσσα βρίσκει τη δ ό ξ α του,  το Τρόπαιο των αγώνων του. Βρίσκει , πως αυτή είναι ο φορέας όλων των αξιών του νεοελληνικού Πολιτισμού. Οι αξίες αυτές επιβιώνουν και κληρονομούνται από γενιά σε γενιά. Και αποτελούν, κατά τον Δημήτριο Γληνό, το αληθινό ψυχικό υπόστρωμα για να θεμελιωθεί ο συγκαιρινός μας πολιτισμός.

Ο Φιλήντας άξιος μαθητής του Ψυχάρη - δάσκαλος κι αυτός, αλλά πτυχιούχος διδασκαλείου, ωστόσο μέγας αυτοδίδαχτος γλωσσολόγος, βάζει τις βάσεις για την γλωσσική επανάσταση ενάντια στον Αττικισμό- γραμματικών και δασκάλων - που αποτελούν τυπικό φανέρωμα πνευματικής ψευτοαριστοκρατίας  ή αρχοντοχωριατιάς· σημάδι και τούτο  του άγονου Ιστορισμού.

Στο περιοδικό «Πρωτοπορία» γράφει ένα σωρό άρθρα πρωτοποριακά, ο δάσκαλος Φιλήντας. Τα παρακολουθούν και του τα διαβάζουν μεγάλα ονόματα της νεοελληνικής διανόησης: ο Δ. Γληνός, ο Μιχ. Κουντουράς, ο Άλκης Θρύλος, ο Αλ. Δελμούζος..... Κι ένας Γάλλος Ελληνιστής καθηγητής στην Σορβόννη ο Lui Roussel, που τον εγκωμιάζει, ως πολύ καλό γλωσσολόγο των δημοτικιστών και που ξέρει θαυμάσια  και την αρχαία ελληνική.

Αυτή την εποχή με την σοφή γλωσσογνωσία και γλωσσογραφία τα βάζει με τον περίφημο Γεώργιο Χατζιδάκι (με δύο γιώτες το όνομα).  Δίνει την αποφασιστική μάχη με τον καθηγητή  Πανεπιστημίου, ο δημοδιδάσκαλος. Μιλάει με σθένος, με επιχειρήματα ατράνταχτα. Αποδυναμώνει τις θέσεις του προφεσσόρου. Η α λ ή θ ε ι α - το δίκιο της Δημοτικής πρυτανεύει.

Να, μια λέξει, που και οι δυό ψάχνουν για το έτυμό της: Αρματολός.... των Γραμμάτων μας, σαν να λέμε: ο Βαλαωρίτης. Πώς όμως θα γραφεί αυτό το αρματολός. Η ορθή  γραφή της λέξης, είναι λέει, αρματολός με όμικρον. Ο δάσκαλος Φιλήντας ισχυρίζεται, πως προέρχεται από την λέξη Αρματολόγος (= αυτός που ασχολείται με τά άρματα, όπως βυζαντινολόγος, θεολόγος, κ.λ.π.)= αρματολο-ός, αρματολός.  Αντίθετα  ο Χατζιδάκις την ήθελε αλλιώς την ετυμολογία. Ήθελε: αρματωλός = άρματα + ωλός, όπως αρματωλός = αμαρτία + ωλός......

Όμως θα πεί ο δάσκαλος: «Η λέξη αμαρτωλός με ώ δεν είναι λαϊκή (κύριε) Καθηγητή. Πέρασε αυτή  από τα εκκλησιαστικά κείμενα ατόφια. Συνεπώς δεν μπορεί να ξεκοπεί  απ' αυτήν η κατάληξη - ωλος και ν' αποτελέσει παραγωγική κατάληξη.......

Και ο αδυσώπητος αγώνας, σ' αυτό πάντα το ύφος, συνεχίζεται καιρό πολύ. Χρόνια ..... περί ετυμολογίας των λέξεων. Μπαίνουν σ' αυτό το χορό της ετυμολογίας: Κόντοι*, Μυστριώτες, Βερναρδάκηδες, Ν. Πολίτες, Κουντουράκηδες..... Με πρωτοπαλήκαρο  στην μάχη πάντα τον Φιλήντα, που αναδεικνύεται σε κάθε «γλωσσική μάχη» αρματολός - γλωσσολόγος, μαχητής πρώτης γραμμής.

Και στην σκληρή ώρα του αγώνα, ξέρει τι λέει και χρησιμοποιεί  επιχειρήματα αδιάσειστα, με πάθος  αλλά και με μεράκι, με φαντασία αλλά και σκληρή δουλειά· μας δίνει  επιστημονικές πραγματείες  για την καταγωγή, την εξέλιξη και την ορθογραφία των λέξεων, που αποτελούν κάστρα των διανοητικών μας κατακτήσεων.

Και πάντα τα βγάζει πέρα παλικαρίσια  ο δάσκαλος Φιλήντας, επειδής κατέχει αρχαία Ελληνικά, που τα έμαθε μόνος, ως και ρούσικα έμαθε για να μεταφράζει Ντοστογιέφσκυ. Την ετυμολογία κάθε λέξης την παίζει στα δάχτυλα. (Καταλαβαίνετε τι Ελληνικά μαθαίνανε  οι μικροί μαθητές του) της όποιας  λέξης· είτε αρχαία ήταν αυτή είτε μεσαιωνική ή νεοελληνική, τουρκική, λατινική,  σλαυική,  ευρωπαϊκή ήγουν: γερμανική, ιταλική, γαλλική, αγγλική. Και τούτο γιατί ήξερε καλά,  πως κανένα πράγμα δεν υπάρχει, όπου η λέξη θραύεται.

Ο δαιμόνιος Μικρασιάτης,  δάσκαλος όλα αυτά τα ήξερε, όλες τις «Γήϊνες τροφές» και ο Ζίντ ακόμα θα έμενε έκθαμβος, μπροστά του. Ήταν στον καιρό του, το «Ιερόν» πράγματι τέρας της γλωσσολογίας. Συμπολεμιστές  και σύντροφοι στο ίδιο μετερίζι της αρετής και οι δύο άλλοι μεγάλοι εκπαιδευτικοί: ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης και ο Δημήτρης Γληνός. Στάθηκαν σιμά του. Του γέμισαν το ντουφέκι  για να «σημαδεύει» σωστά. Στηρίχθηκα πολλές φορές στις πλάτες του.... Μα σαν ήρθε για μια στιγμή η Χαραυγή των μεγάλων Βενιζελικών μεταρρυθμίσεων, στην Εκπαίδευση (1917-1923) τον λησμόνησαν τον Φιλήντα.

Αλλά, αυτός δεν χάθηκε, μηδέ λησμονήθηκε. Σε οριακές τέτοιες στιγμές ο Φιλήντας αισθάνονταν, έξω από τον όποιο «Εκπαιδευτικό Όμιλο» και ήξερε πως η μόνη θετική παρηγοριά στην δυστυχία, που μπορεί να έχει σαν συγγραφέας, σαν δάσκαλος και σαν άνθρωπος το μόνο σίγουρο πράγμα στα χέρια του είναι η γλώσσα!*

Γιατί η γλώσσα ήταν και είναι το σπίτι του. Είναι. Συνεπώς  είναι κυρίαρχος του ανθρώπου. Επειδή ο άνθρωπος  μιλάει μόνον στο βαθμό που απαντάει στην γλώσσα, καθώς ακούει, τι του λέγει.

Και σε χαλεπούς καιρούς σκλαβιάς και καταισχύνης εν έτει 1941 ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης, θυμήθηκε συγκινητικά, τον νεκρό ήδη Φιλήντα· και στην Μεγάλη Γραμματική του, σε έκδοση ΟΕΣΒ, του αφιέρωσε ξεχωριστό κεφάλαιο.

Ο Φιλήντας πέθανε από ημιπληγία το 1934.

Δεν είδε την Μεταξική δικτατορία, μήτε την τραγωδία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πρόσφυγες συμπατριώτες δεν του στάθηκαν επιλήσμονες. Τον τίμησαν με προτομή στην Νέα Ιωνία.

Υπήρξε σπουδαίος άνθρωπος, δάσκαλος ποιητής και γλωσσολόγος. Πέρασε στα Νεοελληνικά Γράμματα, μ' ένα  έργο αξιοθαύμαστο  και πολυσήμαντο, πιστός  στο κήρυγμα  του μεγάλου  Δασκάλου του του Γ. Ψυχάρη  μπόρεσε να πεί κάτι δυνατό  και αθάνατο για τους αιώνες.

Έγραψε και λειτούργησε ρωμαίικα. Σεβάστηκε  και υπεράσπισε την απέθαντη γλώσσα μας καθώς και τον εαυτό του.

Αγαπούσε την Ελλάδα και τον ευφυή  λαό της. Υπήρξε ανθρωπιστής και κήρυκας της Αλήθειας· τίμιος, πατριώτης, πιστός πάντα στις ακατάλυτες ανθρώπινες αξίες, δίδασκε άφοβα και ανοιχτά τις Προοδευτικές του Ιδέες, ιστάμενος στο πλευρό του αγωνιζόμενου λαού για μια καλύτερη Μοίρα.

Γι'αυτόν τον πρωτοπόρο διαφωτιστή δάσκαλο και ποιητή μια προσφορά ταπεινή όχι με μια τερτσίνα ή μπαλλάντα, όπως θα ήθελε ο Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς, αλλά με ένα σονέτο:

Αδέλφι, δάσκαλε και γλωσσοφτιάχτη Μένο

Στην «Παραδείσια», έλα να μας βρείς Ταβέρνα.

Με λόγια  του Καημού να μας τα λές τά «Κέρνα».

Να δούμε Φώς στον Όρθρο μας το ζοφωμένο.

Αδέλφι, έλα, σε Ψηλές Κορφές σε δάσο στοιχειωμένο.

Γλωσσάρι νέο, οι άνεμοί σου για να φυσήξουν.

Ρωμαίικο το γλέντι νάναι·  και καλογραμμένο.

Το νέο Αλφαβητάρι σου, π' αγγέλοι θα μας δείξουν.

Έλα Φιλήντα, σε προσμένουν για ν' ανοίξουν

την Πύλη της Χαράς της Γλώσσας μας τα Χείλη

Να ψηλώσει Οχτάβα,  τ' αηδόνι σου, το δείλι.

Και ντουφεκιές αρματολοί ξανά τ' απόβραδο να ρίξουν.

Ως θάχεις έρθει στο σχολειό της νιότης με σαγήνη.

Να σε κεράσει τ' άγιο μύρο της η Ρωμιοσύνη.



          



* Βλέπε ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τευχ. 17/1935, σελ. 399

* «Ποτέ - ποτέ, γράφει ο Δ. Γληνός, δεν απομακρύνθηκε το Ελληνικόν έθνος από τον αρχαίο πολιτισμό, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και την αρχαία Ψυχή τόσο πολύ όσο τον καιρό της ακμής του Κοντισμού». Βλ. Δημ. Γληνού: ΕΘΝΟς & ΓΛΩΣΣΑ -Η γλώσσα και η ιστορική ενότητα του Έθνους «Δελτίον του Εκπαιδευτικού Ομίλου», τομ. 9 Αθ. 1922, & Επιθ. Τέχνης τεύχ. 119-120 Νοέμ. - Δεκ. 1964

* Ιδού τι γράφει από το 1902  ακόμα για την γλώσσα μας ο Φιλήντας: «Για να δούμε τι λέει η επιστήμη για τη ρωμαϊκή μας γλώσσα; Είναι ή δεν είναι από σόϊ και την καταφρονούνε  τόσο οι δάσκαλοί μας. Να ένα αξίωμα της γλωσσολογίας: Η Ελληνική γλώσσα από τότες π' αρχίνησε να μιλιέται στον κόσμο από καιρούς που δεν ξέρουμε  την ιστορία του ως τα σήμερα είναι η ίδια. Και λοιπόν η γλώσσα  που μιλάει σήμερα ο ελληνικός λαός είναι το μοιριακό ξετύλιγμα  της αρχαίας , που πρόβαλε από λόγους φυσιολογικούς  και ψυχολογικούς, πούναι  θεμελιωμένοι σε ατόφιους γλωσσολογικούς νόμους·  πά να πεί  είναι προκοπή  και πρόοδο της Ελληνικής γλώσσας, κι όχι, όπως θαρρούν οι αγλωσσολόγητοι δασκαλωμένοι, φτάρσιμο και βαρβάρωμα» κ.λ.π. Και όλα τούτα  είναι γραμμένα στα πρώτα  χρόνια του αιώνα· στο πρώτο βιβλίο του Φιλήντα: «Γραμματική της Ρωμαίικης  Γλώσσας», 1902. Πρώτος στόχος, ο «δασκαλισμός» .... κι όχι  φυσικά ο δάσκαλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: