Νικόλαος
Σπ. Καρατζάς
Ιστορικός – Αρχαιολόγος, ΜΑ
Σαν σήμερα, 28 Μαρτίου το 1822, Μεγάλη Τρίτη, λαβώθηκε σε
ενέδρα στα Δυο Βουνά και πέθανε ο οπλαρχηγός Αγγελής Γοβιός ή Τζουτζάς ή
Τζοτζάς. Στη συνέχεια των μαχών, στην περιοχή του «Πανού (Δούδαλη) τη Στέρνα»
την ίδια ημέρα έπεσαν ηρωικά, για του Χριστού τη πίστη την Αγία και της
Πατρίδος την ελευθερία, ο οπλαρχηγός και υπαρχηγός της Ευβοϊκής Επανάστασης του
1821, ο Κώτσος (Κώτσας) Δημητρίου ή Θηβαίος και ο αδελφός του αρχικαπετάνιου
Αγγελή, Αναγνώστης , μαζί με 15 εμπειροπόλεμα παλικάρια τους.
Απόσπασμα των γεγονότων των μαχών:
«…Ο Αγγελής αψήφησε τις υποδείξεις κι όρμισε προς τους
Τούρκους λέγοντας, κατά τη συνήθεια των τότε καπεταναίων, που πίστευαν στα
όνειρα:
«Είδα όνειρο, η σημερινή μέρα θα΄χει μεγάλες συνέπειες. Της
Τρίτης τ΄ όνειρο βγαίνει πάντοτε, αλλ΄ ό,τι γίνει, ας γίνει».
Κι εξακολούθησε το δρόμο του παρασύροντας μαζί πολλούς
στρατιώτες. Μα μόλις προχώρησε προς τα Δυο Βουνά, οι κρυμμένοι Τούρκοι άρχισαν
να ρίχνουν δεξιά κι αριστερά και σκότωναν πολλούς.
Εκείνες τις στιγμές παρουσιάστηκαν κι άλλοι καβαλάρηδες και
τους κύκλωσαν. Ακολούθησε πανικός κι οι στρατιώτες άρχισαν να διαλύονται
προσπαθώντας να σωθούν. Μονάχα δεκαεφτά παλικάρια έμειναν μαζί με τον Αγγελή κι
εξακολούθησαν να πολεμούν απεγνωσμένα. Εκεί κοντά στα Δυο Βουνά λαβώθηκε ο καπετάν
Αγγελής στο δεξί μερί. Συνέχισεν όμως να περπατάει και μπήκε μαζί με τον
ψυχογιό του, που τον κρατούσε, σε μια ρεματιά. Εκεί τον έφθασαν οι Τούρκοι
καβαλάρηδες κι άρχισαν να του ρίχνουν. Τότε λέει του παραγιού του να του δώσει
το ντουφέκι του. Πυροβολεί εναντίον των Τούρκων και σκοτώνει δύο. Του πασάρει
άλλο ντουφέκι ο παραγιός του, ρίχνει και σκοτώνει κι άλλο καβαλάρη. Πυροβολεί
τέλος με τις πιστόλες του. Αλλ΄ απόκαμε από την αιμορραγία του ποδιού και
στάθηκε. Ζήτησε νερό και χωρίς να ξέρει τι κάνει έπεσε μπρούμυτα στο ποτάμι της
ρεματιάς, προσπαθώντας να δροσίσει τα χείλη του. Δεν πέρασε λεπτό κι ο Αγγελής
ξεψύχησε εκεί, ψιθυρίζοντας στον παραγιό του:
«Φύγε για να μη σε πάρω στο λαιμό μου».
Ο παραγιός του φίλησε το χέρι, πήρε το ντουφέκι του και τις
κουμπούρες κι έφυγε δρομαία μέσα από θάμνους κι άλλα χαμόκλαδα. Οι Τούρκοι τού
ριξαν, μα δεν τον χτύπησαν κι έτσι σώθηκε. Λίγο πιο πέρα έγινε άλλη



