ΓΕΦΥΡΑ

eviahistοry.gr

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017

Η Μπολοβίναινα


                    Η    Μπολοβίναινα
                         Μια ηρωική μορφή του 1821
 
Γράφει ο Γιώργος Παπαστάμου


Το φαράγγι



Μέσα στον οντά τον χιλιοπλουμισμένο μπήκε ο Μπερκόφτσαλης. Ήταν κοντός, ξερακιανός Αγάς με λίγα γενάκια .Το χαμογελό του πικρό, στεγνό, άχαρο και πίσω από τα χοντρά του χείλια ξεχώριζαν τα κίτρινα βρώμικα δόντια του, ανάρια και φαφουτισμένα. 
Το βλέμμα του αλλοίθωρο, γυμνό από λάμψη, τρεμάμενο και συγνεφιασμένο έπεσε πάνω στου Αχμέτ-Μουσελίμη του Βιτωλιάτη, την αγριεμένη φάτσα.
Σκίτσο  Γ. Παπαστάμος  «Το χρονικό μιας μικρής πολιτείας και ενός μεγάλου ήρωα».

Ήταν ο κυβερνήτης της Εγρίπου ο Αχμέτ και διοικούσε επιτροπικά αντί του Γιουσούφ-Πασά, που υπηρετούσε προσωρινά στο ηπειρωτικό στρατόπεδο του Χουρσίτ.
  Ο Αγάς στάθηκε, για στιγμή, σαν αποχαυνωμένος· κι ύστερα, σα βημάτισε λίγο,
έγειρε σιγά-σιγά το δυσκίνητο κορμί του κι έκανε τον τεμενά.
- Προσκυνώ, πασά μου, την αφεντιά σου.
- Να ‘σαι καλά, Μπερκόφτσαλη, να σου βοηθάει τη γενναιότητα σου ο Αλλάχ. Ορέ μπίρουμ, τι είναι τούτα, που μας κάνε οι ραγιάδες στα παλιά κονάκια του Αλή Μπέη; Το πως μαθαίνω, δε βάλανε μυαλό και φουντώνει το κλέφτικο. Μόλο που ξεκληρίσαμε τα καπετανάτα: το Γοβγίνα, εκείνο το θεριό, που τό ‘θρεψε η Ρούμελη στων πολέμων τη σαλαγή και το δέχτηκε στο χώμα του, το δόλιο μας το Γριπονήσι. Μόλο, που και τον Ηλιά Μαυρομιχάλη, ο βλάμης μου ο Καρυστιανός Ομέρ, τον ξολόθρεψε στα Στύρα ... Μόλα τούτα, Αγά μου, δε λένε οι γκιαούρηδες να βάνε γνώση...
Το λοιπόν, τι καθόμαστε; Μπρε Μπερκόφτσαλη, μια φούχτα άνθρωποι να μη τους κάνουμε ζάπι: Πως να τους κάνουμε. ορέ: Καλά μας τα πε ο Ρεσίτ Μπέης. Είναι γιομάτος νου και γνώση ο σαπρόγερος. Τά ·πε σα να ‘τανε προφήτης, σα να του μίλησε ο Αλλάχ στ αυτί του. Βγήκαν αληθινά τα λόγια του Κι αχολογάνε ακόμα μέσα μου, βογγολογούν σαν ανεμοδαρμένο ρουμάνι: "Ο Σουλτάνος μπόδιζε το ραγιά να χτίζει ‘κκλησιές και τον άφηνε να κάνει σχολειά και καράβια. Να ο ραγιάς με τα σχολειά και τα καράβια που σήκωσε κεφάλι. Ας έρθει τώρα ο Σουλτάνος να τον κάνει ζάπι".
Δεν είναι να καθόμαστε άπραγοι. Κάνε, τι Θα κάνεις, να τοιμαστούμε για εκστρατεία. Πάρε ασκέρια, γερά, οργάνωσε τα μπουλούκια. Πες και στον Κινάν Αγά να σου δώσει τους πιο άξιους σπαχήδες. ‘Οπου περάσει, ορέ Μπερκόφτσαλη, φωτιά, τσεκούρι, Καταστροφή, Καπνός κι αντάρα.
Ετσι Θα λουφάξουν οι ραγιάδες. Αλλιός δε γίνεται. Κρέμασε, ρήμαξε, κάψε να μας τρέμουν. Να μας τρέμουν και να μας προσκυνούν. Να νοιάζονται, πως είναι ικλάβοι, που πήρε αγέρα το φέσι τους. Να σκιαχτεί Κι η Ρούμελη αντίπερα, που φούντωσε με του ξεσηκωμού την Πυρκαγιά. Φοβέρα θέλουν, να Κουρνιάσουν, Αγά μου!...
- Στις προσταγές σου, πασά μου, κι όπως το διάταξες Θα γίνει, είπε ο Μπερκόφτσαλης.
Προσκύνησε και βγήκε απ' τον αυτά ισχνός, ωχρός και νευριασμένος.
Η Χαλκίδα με τα Κάστρα της, γυρμένη στα νερά της, έπνιγε, θαρρείς, την ψυχή της μέσα στο μούχρωμα του Αλωνάρη. Μήνας, που άναβε με τη φωτιά του τη γη τη διψασμένη και την καρδιά των σκλάβων των αδούλωτων.
Η χρονιά μαύρη και σκοτεινιασμένη, 1823. Κι η καλοκαιριά ολόζεστη απ' του ήλιου τη φλόγα και μπαρουτοκαμένη απ του πολέμου τη φωτιά.
Όντας ήταν στα στερνά του ο Αλωνάρης. περ' απ' τη Βρωμούσα καλπάσανε τ' άλογα κι ο κουρνιαχτός ανέβαινε βαρύς προς το θολωμένο, απ' το κάμα, ουρανό.
‘Υστερα λεφούσι ακολούθαγε από πίσω. Εφτά χιλιάδες στρογγυλές, λένε. Κάτω απ' τα κόκκινα μπαϊράκια, ο κιτρινιάρης αγάς, πάνω στη φελπένια σέλλα τ' αλόγου του, πικρός, αμίλητος, με χαύνο βλέμμα, κοίταγε αντίπερα τη γαλαζοπόρφυρη και λεβεντόκορμη Λιάκουρα. ΄Υστερα οτενάζοντας γύρναγε δώθε τη σκιαγμένη ματιά του και θωρούσε ατέλειωτα της Ντέλφης τα πράσινα και χλοερά ρουμάνια.
Οι ραγιάδες αδειάζανε τα χωριά και παίρνανε πλάι τα βουνά και τα λαγκάδια, για ν' αποφύγουν τ' άγριο μαχαίρι του κατατρεγμού.
Κανένας δε σήκωσε καριοφίλι. Κι ούτε μάτωσε σπαθί. Πού να τα βάλοι'νε με τη μυρμηγκιά; Λες κι έριξε Κατάρα στον τόπο ο Θεός, και καπνίζανε τα χωριά και σάπιζαν άταφοι οι Χριστιανοί οι αλύτρωτοι.
Στ' Ανδριαλά του Παγώντα στέκεται, με πενήντα μονάχα, ο καπτάν-Λιάκος. Ντερβένι είναι, θα σταθούν οι Αγαρηνοί.
Τρείς μέρες στα ταμπούρια. Θρυμματίστηκαν τα βράχια, τα σγατζοπούρναρα ολόγυρα καπνίστηκαν από την κάπνα του μπαρουτιού. Χούγιαξαν πάνω τα πεσκέσια.
- Που ‘ναι, μωρέ, ο καπετάνιος;
Κι ο καπετάνιος δεν ήταν ζωντανός. Βροχή το μολύβι τους περόνιασε. Πενήντα ψυχές, τι ν' αντέξουν;
Το μόνο που απόμεινε σε μας, απ' τη θύμηση εκείνη των γεγονότων είναι δυο μονάχα λαμπρές λέξεις: "Του Λιάκου τα ταμπτούρια"!
Σκίτσο  Γ. Παπαστάμος  «Το χρονικό μιας μικρής πολιτείας και ενός μεγάλου ήρωα».
Μανιασμένα τα μπουλούκια της Τουρκιάς ξεχύθηκαν στην κοιλάδα του Αχμέτ Αγά. Ερήμωση και φωτιά ολούθε. Στα μαντουδιανά πλατάνια αραδαριά κρεμασμένοι σα σφαχτάρια, οι χριστιανοί.
Καμιά σαρανταριά νομάτοι τρύπωσαν μέσα σε μια σπηλιά του Αράπη. Δε βγάζαν άχνα δυο μερόνυχτα. Νερό σταλαματιά.
Και δεν τους θέριζε μονάχα η δίψα μα και το έρμο ψωμί να τους έλειπε.
΄Ενα μωράκι, που ‘χε μια τυραγνισμένη μάνα. νιαούριζε όλη τη νύχτα. Θα τους προδώσει. Αλί και τρισαλί τους! Το φιρμάνι ήταν, να μη μείνει ένας χριστιανός.
Κατά το γλυκοχάραμα χούγιαξε το τούρκικο ασκέρι πάνω στον γκρεμό και με του μωρού το κλάμα οδηγητή βρέθηκε μπροστά στο στόμιο της σπηλιάς. Δε κόταγε ο Τούρκος να ‘μπει μέσα, φοβόταν το μαχαίρι τ' άξιου κι αποφασισμένου σκλάβου. Βρήκε όμως τον τρόπο να ξεκληρίσει τους σαράντα.
Μάζεψαν σωρό σι σκυλότουρκοι της Χαλκίδας στο στόμιο της σπηλιάς, σωρό ένα δάσος ξερόκλαδα. Τσούξανε μια φωτιά. Λαμπάδιασε το ξερό χορτάρι. Ξέσπασε η φλόγα οκ τα μεσούρανα και τα τετραπέρατα. Κι ο καπνός απ' τους χλωρούς πευκιάδες


Σκίτσο  Γ. Παπαστάμος  «Το χρονικό μιας μικρής πολιτείας και ενός μεγάλου ήρωα».


χωνόταν στα βάθη της σπηλιάς, έπνιγε τα στόματα. κι έφερνε  αγέρι τους θρήνους ως πέρα απ' το ποτάμι. Σκούζανε και μοιρολόγαγαν το χαμό τους. Έσκασαν οι σαράντα. Θυσία Κι αυτοί στο βωμό της πατρίδας...                                                                                          
Ενας μονάχα σώθηκε, λένε όλοι, απ' το Τρίκορφο. Ανήφορο ψηλά απ' το Διαλοστρούγγι βίγλιζαν, όσοι γλίτωσαν, Κι είδαν την Μπολοβίναινα. Μια ώρα πιο μπροστά είχε βγει απ' τη σπηλιά και πήγε να κρύψει τα φλουριά της.
Απ' τη μια οχθιά του Αράπη έβλεπε τις φλόγες της πυρκαγιάς. Απ' την άλλη τ' αστραφτερά σπαθιά και τα ντουφέκια της Τουρκιάς.
Τι να κάνει;
Απ' την πλαγιά την αγναντερή ακούστηκε του γενίτσαρου, προστακτικά, φωνή στριγγιά:
•-         Ελα, κυρά μου λυγερή, κυρά μου παινεμένη,
•-          μεσ' στο χαρέμι του πασά στις πρώτες να ‘σαι Πρώτη,
•-          να προσκυνά σε ο Εγριπος κι όλο το Γριπονήσι!
Στη στιγμή ακούστηκε ο αντίλαλος της απάντησης, που τον πήραν τ' άγρια φαράγγια και τον φέρανε σαν τρικύμισμα πόνου και σπαραγμού, μαζί και ηρωισμού στις ψυχές των Ελλήνων, που απόμειναν βιγλίζοντας στις κορφές:
•-         Κάλλιο να δω το αίμα μου τη γη να κοκκινίσει
•-          παρά να δω τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήσει.
 
Ύστερα στη άβυσσο του γκρεμού, φάνηκε για λίγο, το πάλευκο σεγκούνι,ν' αναμίζει στον αιθέρα. Κι ύστερα χάθηκε το κορμί της ηρωίδας στα βάραθρα. Εκείνος  ο λησμονημένος βράχος στέκει περήφανος και τον θωρούμε ,σαν το Ζάλογγο, του Ευβοικού ξεσηκωμού.
  Η Μπολοβίναινα, επισφραγίζει με τον ηρωικό θανατό της, σαν  τιςΣουλιώτισσσες του Ζαλόγγου, το τέλος του ιερού αγώνα στο Γριπονήσι.
Ο κιτρινιάρης Αγάς ,καθισμένος στον οντά, σταυροποδιά, μολογάει στον αφέντη του τα' ανδραγαθηματά του:
-Έπεσε στο γκρεμό πασά μου...Την είδα με τα μάτια μου.
-Αν είναι αλήθεια , Μπερκόφτσαλη, όπως το μολογάς ετούτο,  «κόμα ζάπι δεν κάναμε τους ραγιάδες. Και θα ‘χουμε πλιότερα και χειρότερα...Τι θα απογίνουμε;
 Μολόγα μωρέ, τώρα μολόγα! Τι θα απογίνουμε Αγά μ'; Λίγον καιρό θα κρατάμε αυτόνε τον τόπο!
Και δεν είχε άδικο ο Χαλκιδιώτης πασάς; Λίγες χρονιές κράτησαν το τόπο μας. Τον έχασαν και δεν τον κονιάρεψαν πια....

Δεν υπάρχουν σχόλια: