ΓΕΦΥΡΑ

eviahistοry.gr

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΧΛΙΑΝΗ

 
 
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΧΛΙΑΝΗ
(Ν. ΚΡΙΕΖΩΤΗ)
 
Απόσπασμα απ' το ομώνυμο  ανέκδοτο μυθιστόρημα του συγγραφέα Γ. ΠΑΠΑΣΤΑΜΟΥ.
 
            Δώσαμε τα χέρια με  τον σταυραδελφό μου τον Αγγελή.
- Ωρα σου καλή , μου κάνει και θα ξανανταμώσουμε μετά το Πάσχα στου Κλιβάνου το Μοναστήρι....
 


 
 
 
 
 
Τον αποχαιρέτησα αμίλητος και πολύ συγκινημένος. Είχα την προαίσθηση πως ήταν η τελευταία φορά που δεν θα τον ξανάβλεπα  αυτόνε το γενναίο Έλληνα και άξιο πατριώτη.
Τράβηξα το  λοιπόν  για τους νότιους τόπου του νησιού στα παλιά Καρυστινά μου γιατάκια, που είχαν την ανάγκη μου...

Φτάνοντας εκεί κάτω, με μιας άλλαξεν ο καιρός. Μας πιάσανε δαρτές βροχές και χιόνια ασταμάτητα. Μεγάλη βαρειχωμιανά. Που να ξεμυτίσει άνθρωπος όξω απ' τη χαμοκέλλα του και το φτωχό χαμόσπιτό του, απ' το φοβερό κρύο και την παγωνιά.
Κλείσανε  οι στράτες και η επιμελητεία, από τα Στύρα έστελνε με πλευούμενα (σκαμπαβίες και εφόλκια) τα εφόδια στο Μαρμάρι. Εκεί στάθμευε το Ασκέρι του Ανδρούτσου, από πληροφορίες, επίσημα δεν το ήξερα αυτό....
Και μετά από καμιά βδομάδα σαν ευδίασε και καθάρεψε ο καιρός και το πρωί ήτανε καταξάστερο και παγερό ήρταν οι πιο επιστεμένοι σύντροφοί μου στο κονάκι μου.
- Καπετάνιο, μου λένε..... Μουχλιάσαμε εδώ πέρα να καθόμαστε στα στενά υγρά γιατάκια μας.
            - Τι να κάνουμε; Αφού  ο οχτρός  δεν σαλεύει δεν σαλεύουμε και εμείς.....
            - Να σαλέψουμε να ξεμουδιάσουμε τώρα που φτιάνει ο καιρός.... να περάσουμε στη πίσω μεριά της Ντέλφης να πάμε στο ξακουστό Κούτουρλο Μετόχι. Να ξυπνήσουμε και κείνους τους Ραγιάδες.
            Να τους πάρουμε στο ταϊφά μας ότι είναι οι καλύτεροι πολεμιστές. Και τους γρεναδιέρους ακόμα μπορούν να ξεπεράσουν.
            Τους άκουσα χωρίς καμιά βαρυγγόμηση και χαμογελώντας τους λέω.
            - Εκεί πάνω, αδερφοί μου, έχει πάνω από δύο μπόϊα χιόνι αυτή την ώρα. Να ζεστάνει λίγο ο καιρός να λιώσουν τα πολλά χιόνια και θα πάμε.
             Ωστόσο τώρα για να ξεμουδιάσουμε ας κάμουμε μια τσάρκα σ' αυτά τα κοντινά Στουραϊτικα χωριά.....
            Καβαλλικέψαμε τ' άτια μας και με τ' απομεσήμερο που είχε σπάσει για λίγο η παγωνιά πήραμε ένα γύρο στα χωριά. Όπου φτάναμε βάζαμε ντελάλη και βαρούσαμε καμπάνες, μαζεύαμε το λαό....
            Τους μιλούσα. Τους παρα - κινούσα με λόγια απλά και πολύ ..... πατριωτικά να ξεσηκωθούν να μας ακολουθήσουν. Να μη στέκονται αψύχωτοι αχυρένιοι και αχαϊρευτοι ραγιάδες.
            Πήγαινα όπου η ανάγκη με προκαλούσε. Σε κάμποσα μέρη έρχονται αθρόοι κοντά μου δίχως κανένα εκβιασμό, αυθόρμητα.... Κάποιοι αλλού δυσανασχετούσαν.....
            Δεν θέλουν να μπουν στο Επαναστατικό μας συνάφι.
            Φοβόνταν το μεμέτικο θεριό τον Ομερ..... Οντας μάθαιναν πως έρχεται στο τόπο τους το  βάζανε στα πόδια και κρύβονταν στα βουνά. Στις σπηλιές, στα δάση, στα μαντριά και στα καλύβια τους.
            Ήταν όμως και κάποιοι άλλοι προδότες, των προκρίτων και των κοτσαμπάσηδων συνάφι, που δούλευαν στα σκοτεινά και ενάντια στον επαναστατικό στρατό. Διαδίδανε ανάμεσα στο φτωχό και απληροφόρητο λαό, πως εμείς οι καπεταναίοι ελευθερωτές  πάμε να γίνουμε οι φυσικοί διάδοχοι των παλιών αφεντικών, που τώρα διώχνουμε.
            Μας περνούσαν εμάς αυτοί - οι φίλοι του Κωλέττη και του .... ως  ληστές, ως μπολούκια ατάκτων- κλεφτών, κιοτήδων κακούργων και χαραμοφάηδων.
            Αυτούς τους τζασούτες και χαφιέδες τους ενάντιους στην επανάστασή μας όπου τους ανακάλυπτα τους έβαζα στην πέδη, στο ραβδί, στη φάλαγγα και στο δικό μου το λουπούτι.
            Και θα σας αφηγηθώ ένα περιστατικό μ' ένα καθήκι παιδί του Κωλέττη - έτσι καμόνονταν και σε μένα το φίλο....
            Παιδί του στρατάρχη της Εύβοιας κοπέλι πως το λένε, αγιογδύτης της αντίδρασης και της φατρίας, φιλότουρκος και ενάντιος του αθώου και δυστυχισμένου μας έθνος.
            Μια βολά λοιπόν, εκείνο τον καιρό, που έπαιρνε άνοιξη και αρχίσαμε να φτιάχουμε μετερίζια στα παλιοχώρια ήρθεν ο «ανάδοχος» μου να με δεί.... Το είχαν ζάκονι, όπως μου έλεγε.....
            Τι να με «δει» δηλαδή.... Άλλα πράγματα σκόπευε να μου κάνει... σε μένα και την πατρίδα του, ο σπιγιούνος.  Και άρχισε την κατασκόπευση. Και για να πω την αλήθεια εγώ δεν πίστευα στο τόσο που μου έλεγαν οι ..... πονηροί σε βάρος του κουμπάρου μου.
            Και αχόλιαστος και δίχως καμια προκατάληψη  τον υποδέχτηκα με πολλές μάλιστα φιλοφρονήσεις... Μου φίλησε και την δεξιάν μου ο ανάδοχος μου ο καλός τον τράταρα σερμπέτια  και καφέδες. Τον κουβέντιασα πάνω από μιαν ώρα. Και το ζεύκι μας δεν ήταν από τα συνηθισμένα. Εφάγαμε του σκασμού.....
            Και άσε τις παίνιες που μου έκανε και τις ευχές που μου είπε.
            - Καλές δουλειές στα πολέμια σου με τους Τούρκους.....
            Πρόοδο στην ένδοξην επανάστασή μας και άλλες επιτυχίες εύκομαι... Τέτοια. Και όποτε  με χρειαστείς είμαι πάντα στη διάθεσή σου.
            - Στο καλό του λέω και εγώ με τη σειρά μου. Σ' ευχαριστώ που με θυμήθηκες και γουνάζομαι τον ύψιστο να βοηθήσει να ‘ρθουν  καλύτερες μέρες για το δοκιμαζόμενο Γένος μας και άμποτε να ξαναανταμωθούμε κάτω από πιο ευχάριστες συνθήκες.
            Έφυγεν ο κουμπάρος «μου» και εγώ ο πάντα ανύποπτος και καλοκάγαθος τον ξεπροβόδισα ως την αυλόπορτα. Του γέμισε και ο σεϊζης μου το ζεμπίλι του σερμπέτια, βιταλιές, μέλια και καρύδια....
            Και αναχωρώντας είχεν ο δόλιος Ιούδας μαζέψει τις πληροφορίες του: που έχω τις λουμπάρδες -  πυροβόλεια μου, που τις ντάπιες των ελαφρών  όπλων πόσες έχω, πόσα άτια και πόσους ιππείς και αν ο πάχτος  μου είναι γεμάτος προβεζόνες  και ζαϊρεδες.
            Πήγε το λοιπόν  στον κονάκι του ο διαβολοπαλιοχωρίτης.  Κάθησε  στο λυχνάρι του ήσυχα και ύπουλα  και σκάρωσε τεσκερέ-γραφή  στο κρυφό μπρατιμό του τον Ομέρη.  Μουρασελέ - γρίφο.
            Αγαπητέ μου φίλε το και το .... με την τίρα μόλα του Νικόλα..... και σημαδιακοί αριθμοί με κώδικες.... Τέτοια πράγματα.
            Βρήκε ο χαλές κουμπάρος μου και ένα φτηνό  τομάρι που πουλιότανε.
            Το πλέρωσε. Το έκαμε σελέμη ταχυδρόμο.
- Άϊντε του λέει πήγαινε, αφού πάρεις όλες τις απαραίτητες  προφυλάξεις, στο Φρούριο της Κάρυστος. Και δώσε στον αδελφοποιτό  μου Φρούραρχο Ομέρ εφέντη τούτη τη γραφή.... Στα χέρια του.... πρόσεχε.
Ξεκίνησε  νύχτα ο λεχρίτης ..... Μα οι δικοί μου οι άνθρωποι - χωρίς να πούν σε μένα τίποτα τον υποπτεύτηκαν. Του στήσανε καρτέρι σε πέρασμα.
- Αλ του λένε... που πας ορέ.... θρασίμι.... Μεσάνυχτα ώρα πως και βρέθηκες σε τούτη την ερημιά.....
            Τά ‘χασε ο Ψωριάρης ότι είχε τα σκατά του φαγωμένα. Κι ήταν όλος μιας μαγαρισιά. Και μια τέτοια μαγαρισιά το φκυάρι της θέλει.
            Μα δεν την φκυαρίσανε με μιάς αυτοίοι δικοί μου της Περίπολος.
            Τον έψαξαν καλά. Του βρήκαν  την επιστολή.....
            - Ο «ανάδοχος» σε έστειλε το λοιπόν να πας ν' ανταμωθείς με τον οχτρό μας και να προδώσεις..... Και Πήλιος Γούσης να' σουνα ρε μπάσταρδε..... Αλλά τι φταίες εσύ; Εσύ πληρώθηκες..... Ο κουμπάρος μας έχει όλο το βάρος αυτής της ρουφιανιάς.
            Αυτουνού το φέρσιμο είναι βαρύ και ασυγχώρητο. Πρόδωσε Πίστη και Πατρίδα, πρόδωσε όρκο και χρέος. Έλληνας Ορθόδοξος είναι αυτός;
            Και ξάφνου μόλις έπαιρνε να χαράζει. Άκουσα λαβατίσματα έξω απ' το μαντρότοιχο. Ο σκύλος μου στην αρχή τους γαύγιζε. Ύστερα όλο γαλυφίσματα ήταν μέγκλες και τσιριμόνιες.
            Δικοί μου άνθρωποι είναι σκέφτηκα. Μα δεν μου στέλναν μήνυμα.... να τους ανοίξω να μπούν.
            - Τι θέλετε να μου πείτε και διστάζετε τους λέω, ανοίγοντας το παράθυρό μου.
            - Εχ Καπετάνιε, και να θέλουμε μας φαίνεται πολύ δύσκολο να σου πούμε αυτό που έγινεν απόψε..... Να πάρε, αυτό το γράμμα... Διάβασε το και θα καταλάβεις.
            Το πήρα..... Ήξερα προτού το διαβάσω πως είναι του κατατρεγμού μου. Σαν το άνοιξα και το διάβασα με μιάς ένωσα πως σαν κάτι να έσπασε μέσα μου. Ήτανε λες η μαλαματένια λήκυθος - όπου κάθε άνθρωπος και ο πιο τιποτένιος φυλάει τα πιο πολύτιμα απομεινάρια της ανθρωπιάς του.
            Και τώρα μ' αυτό το αισχρό γράμμα όλο σκορπίστηκαν. Πέσαν στη λάσπη. Άδειασε το πολύτιμο βάζο.... Ράγισε ....Δεν ξαναφτιάχνεται όπως ήτανε.....
            Λοιπόν τώρα τι θα κάνω σκεφτόμουν θα γίνω και εγώ σαν τον κουμπάρο μου, θα σκοτώσω και τα τελευταία απομεινάρια της ανθρωπιάς μου; Και σε λίγο να, μπροστά μου αλυσοδεμένο μου το έφεραν το σκυλί.
            Μόλις τον είδα με κείνο το δουλικό και σιχαμερό ύφος του μετανιωμένου προδότη, να σέρνεται σα σκουλήκι στα πόδια μου, σιχάθηκα τον άνθρωπο.
            - Σήκω απάνω ορέ καταχανά εζιοσούτη και μη σιάζεσαι δεν έχω πρόθεση να σε χαλάσω.
            Δεν μαγαρίζω τα χέρια μου με το αίμα σου. Θα σ' αφήσω να ζήσεις και να ζαίνεις, ότι δεν πρόδωσες εμένα και την κουμπαριά μας, αλλά όλους τους ελεύτερους Έλληνες.
            Όμως για να θυμάσαι και μένα κάποτε   και στην υπόλοιπη άχαρη και ασήμαντη ζωή σου  θα σε βάλω στο λομπούτι μου, για να πληρώσεις και το φοβερό κακούργημά σου.....
            - Το λομπούτι; Ασκουλσούμ γαζη Βυργώτη μου τι είναι αυτό;
            - Να μωρέ πέσε κάτω και θα σου δείξω τι είναι. Του πέρασα στη φάλαγγα, τις πατούσες του, τον άρχισα με μια ξυλοβαριά. Έφαγε της χρονιάς του.
            Πέρασα την άλλη μέρα από τη χούνη. Τον είδα στα κακά του χάλια. Φρίχτηκε μόλις τον κοίταξα. Σου λέει τώρα είναι στα τελευταία μου.
            Τον άφησα να συνέλθει λίγο απ' την  ταραχή του.
            - Ε, του λέω..... είδες κάποτες είχαμε γίνει κουμπαραίοι. Τώρα εγώ από κουμπάρο που σε είχα, σ' έκανα δεσπότι. Άλλη βολά άμα σε πιάσω να προδίνεις την Ελλάδα, θα σε κάνω «πατριάρχη»....
            Άϊντε  τώρα γκρεμοτσακίσου και ότι θέλεις κάνε.....           
•-       Τι να κάνω και δεν είμαι δια κόσμον......
Με τέτοιες δικές μας αθλιότητες και προδοσίες ο Τούρκος έπαιρνε θάρρετα.  Δεν έλεγε να σκύψει το κεφάλι. Συνέχιζε σα λυσσασμένο σκυλί το φονικό του έργο. Ανεβασμένος στις ντάπιες του Καζίλ Κισσάρ το Κάστρο μας βάραγε με χοντρή φωτιά. Μέχρι και γάτες και ποντίκια έτρωγε. Δεν παραδινόνταν και μας γαμούσε το κέρατο με κανόνια και μπομπάρδες.
Και σε μια τέτοια δύσκολη κατάσταση τι να έκανα; Είχα και τον ασίγαστο κατατρεγμό του Αρεποαγίτικου Κατεστημένου.
  Δύσκολες οι ώρες μου εδώ στα Καρυστινά παλιοχώρια.... τα άγονα και πεντάφτωχα.
Και όλοι μου λένε οι ολόγυρα σύμβουλοί μου ότι η πολυπαθής αυτή χώρα κινδυνεύει  να χαθεί. Και καπετάνοι και καπετανίσκοι και έφοροι και υποέφοροι... είναι όλοι τους ληστές και αχρείοι.....
Έ, δεν είναι όλοι.... έλεγα  με το νου μου. Υπάρχουν και καλοί: νοικοκυραίοι ευυπόληπτοι και φιλοπάτριδες πολίτες. Πολλοί απ' αυτούς ήρθανε κοντά μου δια να με συνδράμουν.
Τότε, ήταν που μου είπαν και μου έκαναν γνωστή σε μυστική συζήτηση την αντενέργεια των αστερήδων- απ' την Κούμη. Αυτοί θέλησαν  να διορίσουν τον Μαυροβουνιώτη διοικητή της επαρχίας Καρυστίας και πλαστογράφησαν την διαταγή.
Την πλαστογράφηση τούτη την ανακάλυψε ο ιατροφιλόσοφος Γεώργιος Χρυσοχόος - π εντιμότατος αυτός άνθρωπος.
Μου έδειξαν και τα έγγραφα.... Πήγα να τρελαθώ.
Κοίταξα, λοιπόν, να βρω πριν είναι για μένα και την πατρίδα μου πολύ αργά, τους καλύτερους. Διάλεξα καμιά δωδεκαριά και έφτιαξα  επιτροπή. Ιρτσιμένοι άνθρωποι όλοι τους. Πήρανε λαϊ ένα γύρω όλα τα χωριά της Νότιας Εγριπος. Κάνανε έρανο υπέρ της απελευθέρωσης, όπως έλεγαν, της πατρίδος.
Τα ρεάλια τούτα φιορίνια, γρόσια, μετζίτια, ναπολεόνεια, τερέζες μπακανότες  και κάθε λογής νομίσματα τά ‘ριχναν μέσα σε μια σιδερένια κάσα. Θα πλέρωναν μ' αυτά με γερό λουφέ πρώτα τα ναυτικά πληρώματα.
Ήταν τα τσιούρμα μιας γολέτας που θα μας κάλυπτε και θα μας προστάτευε από θαλάσσης. Οι ναυτικοί τούτοι ήταν Νυδραίοι και ναύαρχος τους - καπετάνιος ο φιλογενέστατος - γενναίοις Αλέξης Κριεζής.
Άμα σ' αυτούς αργούσε να πέσει ο λουφές κρίνιζαν και σήκωναν δική τους Επανάσταση  - ανταρσία την έλεγαν.
Εκείνοι οι δικοί μου της ξηράς ήταν πιστοί σε μένα και πειθαρχημένοι και βαθιά αφοσιωμένοι. Άμισθοι, άποτοι, άσιτοι.... ένα μου  γύρευαν. Να τους βρώ φάρμακο να τους σταματήσει η φαγούρα από τις ψείρες που δεν τους άφηνε στην ησυχία. Καλύτερα είχανε να πεινάνε και να γλιτώνανε από δαύτες.
Στη μάχη πήγαινα ντουγρού για να χαθούν. Δεν λογάριαζαν σε τίποτα τα τομάρια τους. Ορμούσαν στα γιουρούσια σαν χείμαρροι. Φοβερή ήταν η πρόγκα τους στον Κιοτή... Προχωρούσαν χωρίς να ρίχνουν μια ματιά ξοπίσω. Και άφηναν μόνο μια μυρουδιά σκουριάς - αίμα ξεθυμασμένο.....
Σ' αυτές τις δύσκολες και μεγάλες στιγμές του αγώνα μιντάτι και βοήθεια ξεχωριστή μας πρόσφερεν εκείνος ο καλόγερος ο Γρηγόρης, ο αδερφός μου και όχι που ήταν αδερφός μου, αλλά πάντα στάθηκε παλικάρι, άνθρωπος ρωμαλέος, γενναίος και συνετός.
Και όσο και αν τον καταπονούσε ήθελε να βρίσκεται πάντα σε αδιάκοπη επι-φυλακή. Αναζητούσε ανθρώπους. Τους στρατολογούσε και από Ρούμελη αντίπερα τους μπαρκάριζε -δια νυχτός και τους έστελνε  σε μένα στο Γριπονήσι. Έρχονταν, με βρίσκανε στις Παλιοχώρες της Καρυστίας, τους κατέτασσα αυτοπροαιρέτως στρατιώτες .... Πρίν του διάλεγα μη και μου διασπαρίσουν το στράτευμα.... Ήρθεν βλέπεις το μικρομέγαλο. Δυστυχισμένοι άνθρωποι. Ραγιάδες. Δεν μου γύρευαν  τίποτ' άλλο από ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Και ντουφέκι να πολεμήσουν τον Τούρκο, που δεν τον νταγιαντούσαν άλλο.  Νισάφι, τέσσερους αιώνες τον είχανε στο σβέρκο τους.
- Μπράβο, ξυπνήσαμε. Φώναζε ο καλόγερος αδερφός όταν έβλεπε να πετυχαίνει η στρατολογία του.... - Μπράβο ..... η αφύπνιση μας δεν είναι απλή έγερση είναι εξέγερση. Και μάλιστα εθνική .
            Ήμαν περήφανος για τον αναχωρητή αδερφό μου με τα λαμπρά πυρετικά μάτια και το σκαμένο απο' τις νηστείες πρόσωπο με τ'  άδειο ταγάρι και τα λόγια τα σημαδιακά και θεόπεμπτα. Και ακόμα πολύ με συγκινούσε αυτή του η προσπάθεια της στρατολογίας.
            Ήρθαν και γίναν χίλιοι  παντακόσιοι νοματαίοι οι «υπηρετούντες» άτακτοί μου. Δεν είχα μήτε να τους ταΐσω, μήτε να τους ντύσω, μα μήτε και να τους οπλίσω.  Και μόνο το ένα τέταρτο απ' όλο τούτο το παράξενο στράτευμα  είχεν όπλα  της προκοπής. Μιλιόνια αρμούτια καριοφίλια και το άλλο πλήθος ήταν της αναδουλειάς. Γκιζερούσε σιμά μας μ' άδεια  ζεμπίλια.  Έκαμνε  μικροδούλεια και πλιατσικολογούσε τις περιουσίες του κοσμάκη.
Οι πιο πολλοί από δαύτους ήταν μουλαράδες, χαραμοφάηδες, ξεπεσμένοι αρματολοί και χαϊνηδες, οπλισμένοι με κλαδευτήρες, τσεκούρια και λοστάρια.
Και άιντε να κάνεις  ζάφτι μ' ένα πανί άχυρα αρματωμένο οχτρό.
Και από ιππικό μη το κουβεντιάζεις καθόλου. Που να βρείς άτια, εδώ και τα άλλα ζα.... και αυτά λιγοστά μιας και συχνά τ' άρπαζε και τα διαφέντευε ο δυνάστης.....
Μέσα σε ένα τέτοιο συρφετό ένιωθα πάντα να μας σιμά στις μέδουσες του Ευβοϊκού κόλπου. Μ' έδερνε πάντα βαριά καχυποψία.
Όλα περικυκλωμένος ένιωθα πάντα μέρα νύχτα απ' τον οχτρό μου.
Και μια μέρα με πλοκάρισε στ' αληθινά. Μου περικύκλωσε τα οχυρώματα,  με πολυάριθμοι ασκέρι ο σκληρός και απάνθρωπος Ομερ  ο Καρυστινλής.
Αργά το πήρα χαμπάρι. Προδομένος πάλε θα ήμουνα, χωρίς ωστόσο να σκιάζομαι κοιτούσα ψύχραιμα με το κανοκιάλι το λεφούσει ολόγυρα  που μας έκανε το μπλόκο.
Τότε, νάσου και καταφτάνει ένας παρλιακός χωριάτης. Καβάλα σε μια μούλα, κρατώντας ένα άσπρο  παρασάνταλο μαϊράκι.
- Χος  γκιλντίν - και χος μπουλντάτ, καλώς τον, του κάνω τουρκοελληνικά για να γροικήσει....  Τι γυρεύεις και μου έρχεσαι εδώ σα χεσμένος.....
            - Αποσταλμένος είμαι μου λέει φοβισμένα, μαντατοφόρος του εφέντη μου. Να και η τσότρα, με πρώτο διάγι  για να πιείς στην υγειά του. Να πιείς, να ‘συχάσεις, να' ρθεις στα συγκαλά σου. Να πάρεις τ' ασκέρι σου και να φύγεις. Να φύγεις με το καλό απ' εκείνο τον κακοτράχαλο αντάντη και απ' εκείνη  τη γράβα που σου έχει αφήσει πέρασμα.
            Ότι δεν χαλεύει ο αφέντης μου να σε κουρσέψει και να σκορπίσει το χαρέπι στον ταϊφά σου.
Μήτε θέλει να χαλάσει τα τσαρούχια των στρατιωτών του. Ακόμα εσύ, παραγγέλνει να ξαναθυμηθείς το κομμένο κεφάλι του Ηλία..... και την ήττα από μωαμεθανούς και χριστιανούς του εξωλέστατου καπετάν Δυσσέα Αντρούτσου. 
Περιμένει απάντηση.
Τότες, ακούγοντας και εγώ τούτο το βρώμικο ταξιράτι του Ομέρ, άρχισα να πίνω απ' την τσότρα του και να χαχανίζω αδιάκοπα και να σκούζω.
            - Τσακίσου απ' εδώ ορέ χλεμπονιάρικο χαϊβάνι....
            Εδώ είμαστε .... και σήκωσα τα φουστανέλα μου, εδώ .... άς έρθει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: