ΓΕΦΥΡΑ

eviahistοry.gr

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

ΚΑΡΥΣΤΙΝΑ ΤΕΜΠΗ



ΚΑΡΥΣΤΙΝΑ ΤΕΜΠΗ

   ΤΑΣΟΥ ΖΑΠΠΑ


                                            Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για                  τους
                                             κάμπους που είδα.
  Ζ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


            Είχα περπατήσει  από το Παραδείσι στο Μελισσώνα, μες στην παχιά του χλωρασιά και τα νερά. Τούτο το χωριό ήταν σε άλλα χρόνια ονομαστό για δυό πράγματα: για τα μελίσσια και για το κλίμα του που ερχόνταν φθισικοί  να βρούνε τη γιατρειά τους. Σε τούτο το χωριό πέρασε κάποτες και κείνος ο κοσμογυρισμένος Φώτης Κόντογλου, καθώς μας  το μολογάει στο «Γιαβάς το θαλασσινό». Τίποτις δεν είχε αλλάξει απ’ την αλλοτινή εμορφιά του. Τα σπίτια μέναν λιθόχτιστα, παλαιικά και τα ψηλά τα δέντρα και οι περγουλιές  τ’ αποσκεπάζαν  ευεργετικά με τον ίσκιο τους. Με τα πόδια είχα πάρει το μουλαρόδρομο από δώ για τον Άϊ –Δημήτρη. Τι καλά που ήτανε τότες! Ο Θεός είχε προστατέψει τούτο το βλοημένο τον τόπο και δεν είχε πατήσει ρόδα να χαλάσει την εμορφιά του, μπορεί και τους ανθρώπους. Όλα τα νοθεύει τούτη η αναθεματισμένη η ρόδα. Κάποτες οι άνθρωποι που θα ‘ρθουνε, ύστερ’ από τα μας, θα ψάχνουνε σε παλιά βιβλία, σε ξεθωριασμένες φωτογραφίες και ζουγραφιές, να μάθουνε σαν πώς να ‘τανε τάχα μια φορά ο τόπος τους. Κι αν ετούτοι λάχει να ‘ναι άνθρωποι πονετικοί, μπορεί κάποιο δάκρυ να στάξει από το μάτι τους για ό,τι ανεπίστρεφτα έχει πια χαθεί από το δώρημα του Θεού, με δικιά τους, καταδικιά τους φταίξη.
            Σε τούτη την οδοιπορία είχαμε, ο Κώστας κι εγώ, κινήσει απ’ το Μαρμάρι. Πρωτύτερα νοιαστήκαμε να ρωτήσουμε σαν που θα δυνόμασταν να κοιμούμασταν το βράδι στο Μελισσώνα που θα φτάναμε, μιας κι ο Θεός, μπορεί κι η λιγοστή οικονομία του τόπου, είχαν αφημένα ίσαμε τότες όλα τούτα τα χωριά δίχως ένα τόσο δά ξενοδοχείο για ύπνο.  Όσο για το προσφάι δε γενότανε λόγος· ήμασταν σίγουροι πως δυο ελιές, μια τομάτα, ένα κομμάτι κριθαρένιο ψωμί, θα βρισκόνταν πρόθυμοι ανθρώποι να μας φιλέψουνε. Ο Κώστας που μ’ ακολούθαγε με το μουλάρι του, είχε προνοητικά νοιαστεί και είχε βάλει καλού – κακού στο ταγάρι, εξόν από την ταφή του μουλαριού – πρώτα για τα ζά ή έγνοια  και ύστερις για μας τους δυό – το κλειδοπινάκι με το τυρί και λιγοστό ψωμί. Κι έτσι, ως μας είχαν ορμηνέψει στο Μαρμάρι, βρέθηκε, σπολλάτη, πρόθυμη και καλόγνωμη μια, περασμένη στα χρόνια, νοικοκυρά στο Μελισσώνα, που μας άνοιξε την πόρτα και περάσαμε τη νύχτα κάτου από κεραμίδι. Μόνο που τότες κοντά αγγελοκρούστηκε ο παπάς του χωριού – άντρας της θυγατέρας της – κι όσο να ‘ναι ο αγέρας γύρου μας στάθηκε ούλος λύπηση. Σφίξαμε το χέρι της παπαδιάς και της μάνας της για τον πρόωρο χαμό του ιερέα, φχαριστήσαμε για τη φιλοξενία  και, πριχού να βγεί ο ήλιος, μισέψαμε απ’ το χωριό τους.
            Σκαπέτισα ύστερα περ’ απ’ τον Άϊ – Δημήτρη και το Καλλέργου, κατά που βγαίνει ο ήλιος. Ο Κώστας μ’ ακολούθαγε με το ζό του. ξωμάχοι δουλεύανε όλο ταμάχι στα χωράφια, στο δάσος. Κάτου απ’ τα πόδια μου, ζερβά, ανοίγει την αγκαλιά της η θάλασσα κι απάνου της έχει χυθεί καταρράχτης ο πρωϊνός ήλιος, ασίκης, και χρυσώνει  το γιαλό ως πέρα κατά την Ανατολή. Μια λύρα του ήλιου ακούγονταν στον τρίσβαθον αιθέρα, ως το ‘χε πεί ο Σικελιανός. Το τοπίο κρέμεται πάνου από τη θάλασσα. Ακόμα δεν έχει ανοίξει τη φυσούνα του το μελτέμι και δύνεσαι να τήνε ξανοίγεις γαληνεμένη, έτσι ως έρχεται αλαφροπερπάτητη και βρέχει τα ποδάρια του ολοτρόγυρα βουνού. Περνάω μες από ‘να πυκνό πουρναρόδασο. Τούτα τα πυκνά πουρναρόδεντρα, έτσι ως τ’ αντικρίζω, μου φέρνουν στο νού κείνα  τα παράξενα, τα πυκνά δάση που περιγράφει ο Γκογκέν πέρα στ’ απρόσιτα δάση του Ειρηνικού. Πουθενά, σε καμιά μεριά, δε ματάχα δεί τόσο θρεμένα πουρνάρια. Δέντρα  χοντρόκορμα, ψηλά και πυκνοφυτρωμένα, έτσι που δε βολεί να δείς τον ουρανό. Περνάς μέσα σε δασοσκοτεινιά και δε στέργει να σηκώσεις τ’ αψήλου τη ματιά σου. Μονάχα τον κελαηδισμό των πουλιών και την ανάσα της θάλασσας ακουρμαίνεσαι που φτάνει  δροσιστική να σε καλημερίσει όλο γλυκασμό σε τούτο το μαγευτικό, το πρωτόιδωτο τοπίο της πατρικής γής. Αναθυμάμαι τον Παπαδιαμάντη.
Πίσω στον Ασέληνο στο ρέμμα
όπου σταλάζουν τα όρη γλυκασμόν
και το δάσος όλον φαίνεται έμψυχον
απ’ το πλήθος των κοτσυφιών.

            Είναι κάποια δάση που λές σε τραβάνε κοντά τους με το ζόρι να χουφτιάσεις τα δέντρα τους με την πύκνα και την ξέχωρη όψη που έχουνε δοσμένα στο τοπίο. Τέτοιο ήτανε τούτο το πουρναρόδασο. Μεριές – μεριές άφηνε λιγοστά ξέφωτα, ίσα-ίσα για να γλιστρήσει η ματιά απ’το κατακόρυφα κομμένο τοπίο, να δεί τη θάλασσα που σιγοτραγουδάει στους ακρόβραχους.
            Αναστατωμένος – άραγε κι ο Κώστας; - από το κάλλος του πρωτόφαντου δάσου, βρεθήκαμε στο λευκό ακροθαλάσσι του Καλιανού, όπου σμίγει η ρεματιά με την πλατιά θάλασσα του Αιγαίου. Η σκέψη μου, καθώς έβλεπα τούτη την κυανή έκταση, έτρεψε σε θαλασσινές μνήμες. Στα καράβια που διάβηκαν από δώ, στον καιρό του ’21, μα και κατοπινά σε κείνα του στερνού πολέμου, που γυρόφερναν μέρα –νύχτα μέσα σε τούτη την αγαπημένη θάλασσα, παλεύοντας για τη λευτεριά της πατρίδας. Πάντα για τη λευτεριά, σε όλους τους καιρούς και σ’ όλους τους κατατρεγμούς. Τέτοια η μοίρα μας. Τώρα που σέρνω τούτες τις αράδες αναρωτιέμαι αν τούτα τα παρθένα ανατολικά κατατόπια του νησιού μείναν έτσι πανώρια, απείραχτα απ’ τον άνθρωπο ή τάχα πέρασε ο δρόμος – που τον απογυρεύαν οι παιδεμένοι τριγυρινοί άνθρωποι – αναστάτωσε το δάσος, ρήμαξε τα δέντρα, άνοιξε τρανές λαβωματιές στο παρθένο τοπίο και σύντριψε το κάλλος του; Όμως δε στέκει να στοχάζεται έτσι. Κάποτες η θυσία είναι ανάγκη αν πρόκειται να πραΰνει την πικρή ζήση του ανθρώπου.

            Αντίκρυ μου  λευκάζουν, ανάρια ριγμένα, τα σπίτια του Καλιανού. Όλα μονόροφα και πάνω τους ο χωματένιος λιακός, πατημένος καλά με τη μαρμάρινη κυλίντρα. Κι ολόγυρα στη σκεπή οι πέτρινες «φτερόμες», ένα είδος γείσου που είχαν σκεφτεί οι παλιοί μαστόροι για να φεύγουν  τα νερά της βροχής. Πουθενά κεραμίδι, μοναχά παραδοσιακές νταμαρόπλακες και χώμα. Εδώ κι εκεί στα πλάγια του βουνού τα σπίτια  «θεώνται» σαν πρόβατα στη βοσκή. Χαίρουμαι την απλωσιά τους, μακριά  το ‘να από τ’ άλλο, δίχως την πνιγμωνή που ορίζει αλλού ο κλειστός, ο στενεμένος χώρος. Τούτη η άπλα του Καλιανού μοιάζει σα να σου ‘χει ανοίξει την καρδιά του ο τόπος και να σε προσκαλάει να τόνε χαρείς.   Βρέθηκαν κι εδώ καλόκαρδοι άνθρωποι που μας δείξανε πόσο πλούτος κρύβει το στέρνο τους. Άμποτες να μένανε έτσι καλοσυνάτοι και πρόσχαροι οι άνθρωποι!
            Ανηφόρισα κατόπι τη χαράδρα που ανεβαίνει κατά την Όχη, μέσα σε πράσινη χαρμονή, σε θεϊκή βλάστηση. Όλων των λογιών τα δέντρα έχουν αποσκεπάσει τη ρεματιά και κάνουν να βαθαίνει το μυστήριο της πλάσης. Χυμοί της γής, τρέφουν τα δέντρα, ρυάκια τραγουδιστά αναβλύζουν ολόγυρα και σμίγουν με το ρέμα, που κατεβαίνει αείρροο, σίγουρο για την αιωνιότητά του στο λευκό περιθαλάσσι, στα ριζά του Καλιανού,  ν’ ανταμώσει το Αιγαίο. Πλατάνια, δρύς, καρυδιές, κουτσουπιές, μυρτιές, ανθισμένες πικροδάφνες και αλυγαριές, συμπλέκονται αναμεταξύ τους και γιομίζουν ευωδιές των πρωϊνόν τους τροπάρι. Ψηλά ορθώνονται οι κορφές των βουνών ρίχνοντας τον ίσκιο τους στη ρεματιά. Καθώς διάβαινα  τούτη την πυκνόφυτη, τη σκιαδερή χαράδρα, γιομάτη δρόσο και κελαηδισμό, μου ‘ρθε να την ονοματίσω Κ α ρ υ σ τ ι ν ά  Τ έ μ π η, καθώς παραβγαίνει σε ομορφιά, σε νερά και σε πράσινο πλούτος κείνα τα Θεσσαλικά Τέμπη. Κάθε φορά που η περίκλειστη ψυχή μου αποζητάει λίγη ανάσα, στοχάζομαι τούτο τον παράδεισο στ’ ανατολικά κράσπεδα του δίκορφου καρυστινού βουνού.
            Μα τώρα πού χαράζω τούτες εδώ τις αράδες έρχεται στη θύμησή μου η πρώτη από τις αναβάσεις μου στην Όχη, κατακόρυφα, εκεί που ζεί μές στους αιώνες, λάφυρο των ανέμων και των αιτών, εκείνο το παράξενο αρχαίο κτίσμα με τις κυκλώπειες πέτρες. Που άλλοι το είπανε ναό της Ήρας, άλλοι δρακόσπιτο, κι άλλοι αλλιώς. Το τριγύρισα και άφησα τη σκέψη μου να πλανηθεί στους απροσδιόριστους αιώνες, όπου υπεράνθρωποι μοιάζουν να σήκωσαν τις κολοσσιαίες πέτρες για να χτίσουν – για όποιο σκοπό – τούτο το πανάρχαιο κτίσμα του τόπου μου. Ελόγου μου δεν είμαι αρχαιολόγος, μήτε αρχιτέκτονας , μήτε ιστορικός, για να ‘χω υπεύθυνη γνώμη. Εκείνοι ας πούνε το λόγο τους·  πότε, πως και για ποιο σκοπό υψώθηκε πάνου εδώ κατάκορφα τούτη η βαριόχτιστη στέγη. Εμένα μου φτάνει που αξιώθηκα – όχι μια φορά – να φτάσω ως εδώ ψηλά και να δοκιμάσω την αισθητική τέρψη που μου δώρησε το μνημείο και η άφθιτη ομορφιά του βουνού.






Δεν υπάρχουν σχόλια: