ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΑΥΛΩΝΑΡΙ
Στην καρδιά του παλιού Αυλωναρίου, εκεί που ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει για να ξαποστάσει, βρίσκεται η συνοικία της Γούβας. Στα στενά σοκάκια της ανάμεσα σε σπίτια που αναστήθηκαν και σε άλλα που αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου, στέκει ένα οίκημα «περίκλειστο», μια κιβωτός μνήμης που αρνείται να λησμονηθεί. Η τοιχοποιία του σπάνιας ομορφιάς, πλασμένη από πέτρα πελεκητή ήταν κάποτε επιμελημένα σοφατισμένη, προσδίδοντας μια αρχοντιά στο κτίσμα. Σήμερα, όμως, με τον σοβά πληγωμένο από τον ήλιο και τη βροχή, η πέτρα ξεπροβάλλει και πάλι στο φως, σαν το σπίτι να βγάζει από πάνω του τα παλιά του ενδύματα για να φανερώσει την αληθινή, πέτρινη καρδιά του. Τα λιτά του κάγκελα και η ταλαιπωρημένη ταμπλαδωτή εξώθυρα σφραγίζουν ένα παρελθόν που κάποτε αντηχούσε από τα «ανθρώπινα κελαηδήματα» και τη καθημερινή ζεστασιά.
Πίσω από αυτό το βαρύ ξύλινο κατώφλι, η εσωτερική διαρρύθμιση μαρτυρά την ιεραρχία μιας άλλης εποχής. Το «κατώι», δροσερό και σκοτεινό, μύριζε κάποτε χώμα, λάδι και αποθηκευμένο μούστο, ενώ η ξύλινη σκάλα οδηγούσε στον «οντά», τον καλό χώρο του σπιτιού. Εκεί, το φως έμπαινε δειλά από τα παράθυρα, φωτίζοντας τα υφαντά στρωσίδια, το «γιούκο» που φύλαγε τα προικιά και το μεγάλο πέτρινο τζάκι που αποτελούσε την καρδιά του σπιτιού τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Οι τοίχοι, χοντροί και στιβαροί, κρατούσαν μέσα τους τα μυστικά του σπιτιού. Εδώ έμεινε για λίγα χρόνια ο Γεώργιος Μέρμηγκας, ο σπουδαίος δήμαρχος του Δήμου Αυλώνος, που η μορφή του χάθηκε το μακρινό 1909, αφήνοντας πίσω του το αποτύπωμα μιας εποχής.
Όμως, η πιο βαθιά νοσταλγία αναδυόταν τα βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας, όταν η ατμόσφαιρα στο Αυλωνάρι βάραινε από το μεθυστικό άρωμα της πασχαλιάς, της λεμονιάς και του λιβανιού. Τότε, η Μυγδάλω Κοτρόζου, τελευταία κάτοικος του σπιτιού, γινόταν η ζωντανή σκιά της παράδοσης. Τη θυμάμαι τυλιγμένη στη μαύρη μαντήλα της, να αφήνει πίσω της το σιωπηλό αρχοντικό και να ανηφορίζει με κόπο, αλλά με ακλόνητη πίστη, τα σκαλοπάτια του Άι Νικόλα. Στα τρεμάμενα χέρια της κρατούσε σφιχτά το «ψυχοκέρι», μια μικρή φλόγα που τρεμόπαιζε στο ανοιξιάτικο αγέρι, συμβολίζοντας τις ψυχές που πέρασαν από εκεί. Στη γειτονιά, οι ψίθυροι των γυναικών και ο πένθιμος, γλυκός ήχος της καμπάνας έπλεκαν έναν ιστό προστασίας γύρω από το σπίτι, καθώς η πομπή του Επιταφίου φώτιζε για λίγο τις πέτρινες γωνιές του.
Ο πατέρας της Μυγδάλως Βασίλης Κοτρόζος γεννήθηκε στο Αυλωνάρι το 1848. Ο παππούς της είχε έρθει στο χωριό από τα Ψαρά μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους το 1824. Αδέρφια του Βασίλη ήταν ο Θεμιστοκλής, ο Γιώργος, ο Αχιλλέας, ο Παναγιώτης και ο Κωνσταντίνος.
Ο Βασίλης Κοτρόζος είχε ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα, βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό και πήρε τον τίτλο του Χατζή. Άσκησε στο Αυλωνάρι το επάγγελμα του γεωργού. Πρώτη του γυναίκα ήταν η Μαριγώ. Όταν είχε αρρωστήσει και επρόκειτο να πεθάνει, οι συγγενείς πήγαιναν στο σπίτι του να τον επισκεφθούν.
Τον ρωτούσαν. «Βασίλη τι κάνεις»; Εκείνος με ύφος λυπημένο τους απαντούσε.
«Τι να κάνου τώρα; Ώρα την ώρα καρτερού καμπάνες να χτυπούνε
να μπαινοβγαίνουν συγγενείς να με συλλυπηθούνε».
Αφού πέθανε η Μαριγώ, τον επόμενο χρόνο στη γιορτή του Εμπορικού Συλλόγου στη εξοχή της Αγίας Ελεούσας, η παρέα του έδωσε μπόλικο κρασί, αυτός ήρθε στο κέφι, πέταξε το μαύρο πουκάμισο και χόρεψε λέγοντας το τραγούδι.
«Τη κράτησα τη κράτησα πόσο να τη κρατήσου
τώρα θα μπου και στο χορό να τηνε τραγουδήσου.
Πρώτα είχα Μαριγάτσι τώρα έχου Αρμελινάτσι».
Με την Αρμελίνα ο Βασίλης Κοτρόζος απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Κώστα, τον Αχιλλέα, τη Μαρία και τη Μυγδάλω.
Σήμερα, το σπίτι αυτό, βυθισμένο στη δική του σιωπή, περιμένει καρτερικά ένα κληρονόμο. Εκείνον που θα αναγνωρίσει την αξία στην παλιά του πέτρα, που θα ξεκλειδώσει την πόρτα και θα το «αναστήσει», δίνοντάς του ξανά πνοή. Περιμένει κάποιον να καθίσει στον παλιό οντά, να ακούσει τους ψιθύρους της ιστορίας και να μετατρέψει τη λήθη σε μια ζωντανή γέφυρα, ομορφαίνοντας με την αρχοντιά του χθες τη σύγχρονη ζωή μας.
Το σπίτι σε πρόσφατη φωτογραφία

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου