Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

ΟΙ ΑΚΟΥΑΡΈΛΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΎ ΣΤΡΑΤΙΏΤΗ ΡΟΥΝΤΙ (Rudolf) BLEIBINGER ΣΤΟ ΑΥΛΩΝΑΡΙ ΤΟΥ 1941

Γράφει ο Δ.Σγούρος
Η ιστορία, που μάθαμε στο Αυλωνάρι με καθυστέρηση ογδόντα ένα χρόνων, θυμίζει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Δεν είναι όμως φανταστική. Ένας γερμανός στρατιώτης, που έφτασε στην Ελλάδα σαν κατακτητής, και έχοντας το ταλέντο της ζωγραφικής, αποτύπωσε στους πίνακες που μας κληροδότησε, όχι τη σκληρή και βάναυση πραγματικότητα της εποχής, αλλά γραφικά σοκάκια και μοναδικά λιθόστρωτα του Αυλωναρίου.
Ήταν 21 Ιουνίου του 1941 όταν η σκόνη από τα γερμανικά καμιόνια

κάθισε πάνω στα φύλλα των δέντρων του Αυλωναρίου. Το χωριό, ξυπνώντας μέσα στον φόβο της Κατοχής, είδε τους ξένους στρατιώτες να εισβάλουν στο χωριό σαν μαύρα ποτάμια, να χωρίζονται σε τρεις ομάδες και να στρατοπεδεύουν στις τοποθεσίες Γκουβελάρη, Γενησάρικο και Αγία Βαρβάρα. Ανάμεσά τους, ένας νεαρός στρατιώτης από το Λάουφεν της Βαυαρίας, ο Ρούντι (Rudolf) Bleibinger. Εκτός από το όπλο του κουβαλούσε στο σακίδιό του κάτι που δεν ταίριαζε με τη σκληρότητα της στολής του. Ένα μπλοκ ακουαρέλας και μερικά πινέλα.
Ενώ ο διοικητής του δεχόταν την επίσημη παράδοση του χωριού από τον πρόεδρο Γεώργιο Παπαναστασίου στις 28 Ιουνίου, ο Ρούντι ανακάλυπτε έναν κόσμο που δεν έμοιαζε με πεδίο μάχης. Το Αυλωνάρι εκείνο το καλοκαίρι ήταν μια όαση απρόσμενης γαλήνης πριν την καταιγίδα της πείνας. Ο Ρούντι περπατούσε στα σοκάκια του χωριού, εκεί που ο ήλιος δημιουργούσε παιχνίδια με τις σκιές των πέτρινων σπιτιών.

Με το πινέλο του, άρχισε να αποτυπώνει τις γειτονιές, τα γραφικά σπίτια και τις κρυφές γωνιές του χωριού, χρησιμοποιώντας γήινες αποχρώσεις, λες και ήθελε να ενώσει το χώμα της Εύβοιας με το χαρτί του.
Ανηφόρισε ακόμα μέχρι το Κάστρο Ποτίρι. Εκεί, κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, ζωγράφισε την εκκλησία της Παναγιάς, αποδίδοντας μια ιερότητα που υπερέβαινε τις εχθροπραξίες. Στις ακουαρέλες του, το Αυλωνάρι δεν ήταν ένας στρατιωτικός στόχος, αλλά ένας τόπος απλότητας και απέριττης ομορφιάς.
Η καθημερινότητα στο Αυλωνάρι κυλούσε με μια παράξενη ισορροπία. Στο σπίτι του Χρήστου Κοτρόζου, όπου στεγαζόταν το Γερμανικό Φρουραρχείο, οι στρατιώτες μπαινόβγαιναν, ενώ στα μπακάλικα οι συναλλαγές γίνονταν με μάρκα. Ο Ρούντι έβλεπε τα παιδιά του χωριού να πλησιάζουν τους καταυλισμούς, κρατώντας πεπόνια, καρπούζια και αυγά, ζητώντας σε αντάλλαγμα λίγο ψωμί ή μια κονσέρβα. Ήταν μια εποχή που το λάδι, τα σύκα και το πετιμέζι ήταν ο θησαυρός των σπιτιών, η άμυνα των Αυλωναριτών απέναντι στην εφιαλτική πείνα που άρχιζε να παραμονεύει.
Όμως, η μοίρα του Ρούντι ήταν γραμμένη με μελάνι διαφορετικό από αυτό της τέχνης του. Τον Οκτώβριο του 1941, η ησυχία του Αυλωναρίου χάθηκε οριστικά για εκείνον. Οι Γερμανοί έφυγαν για να αντικατασταθούν από Ιταλούς, και ο Ρούντι βρέθηκε στο τρένο για το Ρωσικό Μέτωπο. Από το γλυκό φως της Εύβοιας και τη ζεστασιά του καλοκαιριού, ρίχτηκε στις αχανείς και παγωμένες πεδιάδες της Ανατολικής Ευρώπης. Εκεί, ανάμεσα στις ομοβροντίες των όπλων και το λευκό του θανάτου, ο καλλιτέχνης που τίμησε το Αυλωνάρι έχασε τη ζωή του, αφήνοντας πίσω του μια ορφανή κόρη και μια οικογένεια στη Βαυαρία που θα θυμόταν για πάντα το «αστείρευτο χιούμορ» του.
Η ιστορία του Ρούντι Bleibinger θα μπορούσε να είχε χαθεί για πάντα μέσα στις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αν δεν υπήρχε η δύναμη της μνήμης και το πείσμα των απογόνων του. Ο θάνατός του στις παγωμένες στέπες της Ρωσίας άφησε ένα κενό στην οικογένειά του στη Βαυαρία, αλλά και μια σιωπηλή κληρονομιά. Το ταλέντο ενός ανθρώπου που, πριν το όπλο τού στερήσει τη ζωή, πρόλαβε να χαρίσει την αθανασία σε ένα ελληνικό χωριό.
Στο Traunstein και στο Laufen, εκεί που ο ποταμός Salzach χωρίζει τη Γερμανία από την Αυστρία, η οικογένεια Bleibinger θυμόταν πάντα τον Ρούντι ως έναν άνθρωπο με «αστείρευτο χιούμορ» και μια ευαίσθητη καλλιτεχνική φλέβα. Χρόνια μετά, οι απόγονοί του, ο Bernhard και η Irmi, άρχισαν να αναζητούν τα ίχνη του προγόνου τους, του ανθρώπου που η μοίρα τον έστειλε από τις Άλπεις στο Αιγαίο και μετά στο θάνατο.
Η αποκάλυψη ήρθε από ένα αναπάντεχο μέρος. Στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, η Ιταλίδα Λάουρα Κούκα, αγοράζοντας ένα παλιό σπίτι, βρέθηκε μπροστά σε έναν θησαυρό. Έξι ακουαρέλες, υπογεγραμμένες με το όνομα του Ρούντι και τη χρονολογία «1941». Οι πίνακες αυτοί είχαν επιβιώσει από τις κακουχίες της Κατοχής, τη μεταπολεμική φτώχεια και τη λήθη των δεκαετιών. Η Λάουρα, νιώθοντας το βάρος της ευθύνης, αναζήτησε στο διαδίκτυο το «Αυλωνάρι» και έκανε μια ευχή: «Να ήταν ο ζωγράφος ένας καλός και ευγενής στρατιώτης…»
Και πράγματι, η έρευνα που ακολούθησε δικαίωσε την ευχή της. Μετά τη δημοσίευση των έργων ζωγραφικής του Ρούντι στο ΡΟΠΤΡΟ με τη συνεργασία των απογόνων του, Bernhard και Irmi, αποκαλύφθηκε η ταυτότητα του δημιουργού. Ο Ρούντι δεν ήταν απλά ένας στρατιώτης. Ήταν ο γιος του Josef, ο εγγονός του Lorenz, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε κοντά στην πόλη όπου ακούστηκε για πρώτη φορά η «Άγια Νύχτα».
Η επιστροφή των έργων του στο Αυλωνάρι, έστω και ψηφιακά, απετέλεσε την τελική πράξη μιας τραγωδίας που μετατράπηκε σε ύμνο για τη ζωή. Οι γειτονιές που ζωγράφισε —τα λιθόστρωτα που αντέχουν ακόμα, η εκκλησία της Παναγιάς που στέκει αγέρωχη στο Κάστρο— δεν είναι πια μόνο κομμάτια της ιστορίας του χωριού. Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Οι πίνακές του δεν είναι πια λάφυρα, αλλά μια κληρονομιά συμφιλίωσης. Είναι η απόδειξη πως ένας στρατιώτης, πριν χαθεί στην παγωνιά της Ρωσίας, πρόλαβε να δει την ψυχή ενός τόπου και να την κάνει τέχνη, αφήνοντας την ομορφιά να έχει τον τελευταίο λόγο πάνω από τον πόλεμο.
Σήμερα, αν σταθεί κανείς στις γειτονιές που ζωγράφισε ο Ρούντι και κλείσει τα μάτια, μπορεί να τον φανταστεί να κάθεται σε μια γωνιά, να ανακατεύει το καφέ χρώμα στη παλέτα του και να προσπαθεί να προλάβει το φως πριν δύσει...

Δεν υπάρχουν σχόλια: