Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ


ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ
του Δημήτρη Σγούρου
Το ημερολόγιο έγραφε 1939. Στον αέρα του Αυλωναρίου δεν μύριζε μόνο το θυμάρι και το χώμα της Εύβοιας, αλλά και μια γλυκιά δικαίωση. Ο Άγιος Νικόλαος στεκόταν στο ψηλότερο σημείο του χωριού, επιβλητικός και νεόδμητος, σαν ένας πέτρινος φάρος που κοιτούσε τον κάμπο.
Κάθε πέτρα του είχε ταξιδέψει νοερά από πολύ μακριά. Είχε έρθει μέσα σε γράμματα από το Σικάγο, τη Νέα Υόρκη και τη Βοστόνη. Ήταν το «υστέρημα» των παιδιών του χωριού που άφησαν τον τόπο τους με μια ξύλινη βαλίτσα, για να βρεθούν στις στοές των ορυχείων ή στις κουζίνες των μεγάλων πόλεων της Αμερικής.
Εκείνο το πρωινό, η θεία Μαρία ανηφόρισε το μονοπάτι. Κρατούσε το μπαστούνι της σφιχτά, όχι γιατί δεν την κράταγαν τα πόδια της, αλλά γιατί η συγκίνηση την έκανε να τρέμει. Κοίταξε τον τρούλο της εκκλησίας.
«Να ‘σαι καλά, Άγιε μου Νικόλα, που τους προσέχεις στα ξένα», ψιθύρισε.
Ήξερε πως ο γιος της, ο Γιάννης, είχε δουλέψει σκληρά για να στείλει το δικό του μερίδιο στο κτίσιμο της εκκλησίας. Για εκείνον, δεν ήταν μόνο ένας ναός, ήταν η ρίζα του. Ήταν η υπόσχεση πως, όσο κι αν μεγάλωναν οι αποστάσεις, η καμπάνα του Αγίου Νικολάου θα χτυπούσε και για εκείνον, χιλιάδες μίλια μακριά.
Το 1939 ήταν μια χρονιά με βαριά σύννεφα πάνω από την Ευρώπη, όμως εκεί, στον λόφο του Αυλωναρίου, υπήρχε μια παράξενη γαλήνη. Η εκκλησία ήταν πλέον το καμάρι του χωριού. Οι τοίχοι, χτισμένοι από μαστόρους που ήξεραν να μιλάνε στην πέτρα, έλαμπαν κάτω από τον ήλιο. Ήταν το φιλότιμο των μεταναστών σμιλεμένο σε βυζαντινό ρυθμό.
Το καμπαναριό, με τις καθαρές γραμμές του και τους πέτρινους κίονες, δεν ήταν μόνο ένα αρχιτεκτονικό στολίδι. Για τους Αυλωναρίτες του 1939, ήταν η επικοινωνία με τον Θεό και τους δικούς τους ανθρώπους.
Όταν πρωτοχτύπησε η καμπάνα —δώρο και αυτή των ξενιτεμένων— ο ήχος της δεν έμεινε μόνο στα σοκάκια του χωριού. Κατρακύλησε στην πλαγιά, πέρασε πάνω από τα κυπαρίσσια που έστεκαν σαν φρουροί ακοίμητοι, και απλώθηκε σε όλο τον κάμπο του Αυλωναρίου. Λένε πως εκείνη τη μέρα, οι γυναίκες βγήκαν στα κατώφλια και οι άντρες σταμάτησαν τις δουλειές στο χωράφι.
Καθώς η μαυροφορεμένη γυναίκα προσπερνούσε την είσοδο, ο ήχος από τα βήματά της στο χώμα ήταν ο μόνος θόρυβος. Μέσα στον ναό, η μυρωδιά του φρέσκου ασβέστη και του λιβανιού ενώνονταν. Οι μετανάστες δεν έχτισαν μόνο μια εκκλησία, έχτισαν μια γέφυρα ανάμεσα στον Αυλωνάρι και την Αμερική, μια γέφυρα που άντεξε στον χρόνο, στους πολέμους και στη λήθη.
Το μαύρο φόρεμα της γυναίκας σε αντίθεση με την ανοιχτόχρωμη πέτρα, θυμίζει σήμερα πως η ζωή στην Ελλάδα του '30 ήταν σκληρή, αλλά γεμάτη αξιοπρέπεια. Ίσως εκείνη τη στιγμή να πήγαινε να ανάψει ένα κερί για το «καράβι» που έφερνε νέα από τον ωκεανό.
Πίσω της, ο ορίζοντας χανόταν στην ομίχλη και το φως και εκεί που η γη συναντά τον ουρανό, δίνει την αίσθηση ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι το τελευταίο σύνορο πριν το άπειρο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: