Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΟΘΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΜΑΛΙΑ ΣΤΟ ΑΥΛΩΝΑΡΙ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΓΟΥΡΟΣ
Πριν πολλά πολλά χρόνια, εκεί που οι καταπράσινες πλαγιές της Εύβοιας συναντούν τον κάμπο του Αυλωναρίου, ξετυλίχθηκε μια ιστορία που μοιάζει με παραμύθι φυλαγμένο στο σεντούκι του χρόνου. Ήταν το 1835, όταν ο απόηχος της επανάστασης ήταν ακόμα νωπός, κι ένας άντρας με αρχοντική κορμοστασιά, ο Γιώργης Δημητριάδης, μαζί με τη γυναίκα του τη Λελούδα, άφησαν πίσω τους τη μυρωδιά του μαστιχιού και τη θαλασσινή αύρα της Σάμου για να ριζώσουν σε τούτο τον ευλογημένο τόπο.
Δεν ήρθαν με άδεια χέρια. Έφεραν μαζί τους την προκοπή και το μεράκι. Με πέτρα και ασβέστη, έχτισαν ένα αρχοντικό στη γειτονιά της Γούβας, που έμελλε να γίνει το καμάρι του χωριού, ένα σπίτι που οι τοίχοι του μοσχοβολούσαν φρεσκοψημένο ψωμί και καθαριότητα. Ο Γιώργης, που οι Αυλωναρίτες του «κόλησαν» το παρωνύμιο Σαμιώτης, με τις λίγες αλλά πολύτιμες γνώσεις που είχε φέρει από την πατρίδα του, έγινε ο πρακτικός γιατρός του χωριού, ο άνθρωπος που με τα βότανα και τις συμβουλές του γλύκαινε τον πόνο. Στο μικρό του εργαστήρι, οι φουσκάλες από το σαπούνι που έφτιαχνε έλαμπαν στον ήλιο, διδάσκοντας στους ντόπιους την τέχνη της καθαριότητας.
Δίπλα του η Λελούδα, μια γυναίκα με χέρια χρυσά, καθόταν στο κατώφλι και οι βελόνες της «τραγουδούσαν» το δικό τους τραγούδι μετατρέποντας το μαλλί σε κομψοτέχνημα. Οι γυναίκες του Αυλωναρίου σταματούσαν μαγεμένες να δουν πώς το νήμα γινόταν δαντέλα, πώς το τίποτα γινόταν στολίδι, αφού μέχρι τότε δεν ήξεραν τι θα πει πλέξιμο. Η αγάπη τους όμως ήταν τόσο μεγάλη που δεν χώραγε σε δυο ψυχές. Έτσι, όταν ένα πρωινό βρήκαν ένα βρέφος τυλιγμένο σε σπάργανα έξω από την πόρτα τους, δεν αναρωτήθηκαν. Άνοιξαν την αγκαλιά τους και το σπίτι γέμισε από τα γέλια της Μαρίας, της κόρης που τους χάρισε η μοίρα και που αργότερα θα ένωνε την ιστορία τους με την οικογένεια του καθηγητή θεολογίας Νικόλαου Αποστολίδη.
Η πιο λαμπρή σελίδα του σπιτιού γράφτηκε ένα δειλινό του Οκτώβρη του 1844. Ο ήλιος έγερνε πορτοκαλής πάνω από τα βαλτοτόπια του Δύστου, όταν οι οπλές των αλόγων ακούστηκαν στο καλντερίμι. Ο βασιλιάς Όθωνας και η Αμαλία, συνοδευόμενοι από τον καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Λουδοβίκο Ροςς, έφταναν στο Αυλωνάρι. Η Αμαλία, μαγεμένη από το πλατανόδασος και το κελάρυσμα του ποταμού, ξέχασε την κούραση του ταξιδιού. Περπάτησαν στη σκιά των δέντρων, εκεί που η φύση έμοιαζε με παράδεισο, και το απομεσήμερο οι πόρτες του αρχοντικού άνοιξαν διάπλατα για να τους δεχτούν.
Στο κέντρο του σπιτιού που βρισκόταν η ευρύχωρη σαλα, ο Όθωνας και η Αμαλία πέρασαν τις ώρες τους. Η οροφή ήταν ψηλή, στολισμένη με ξύλινα δοκάρια από καστανιά, πελεκημένα στο χέρι. Στους τοίχους, που ήταν χτισμένοι με λεπτή πέτρα και ξύλα για να κρατούν τη δροσιά το καλοκαίρι και τη ζέστη τον χειμώνα, κρέμονταν καθρέφτες με σκαλιστά πλαίσια και κάδρα με αναμνήσεις από τη Σάμο.
Στη μέση δέσποζε ένα μεγάλο τραπέζι, στρωμένο πάντα με τα χειροποίητα πλεκτά της Λελούδας, λεπτές δαντέλες που έμοιαζαν με ιστό αράχνης, μαρτυρώντας την τέχνη που έφερε από το νησί. Γύρω-γύρω υπήρχαν δυο χαμηλοί καναπέδες, γεμάτοι με αφράτα μαξιλάρια, όπου οι καλεσμένοι κάθονταν αναπαυτικά.
Στο διπλανό δωμάτιο που επικοινωνούσε με την αυλή, βρισκόταν το βασίλειο του Γιώργη. Εκεί η μυρωδιά άλλαζε. Δεν μύριζε πια κανέλα και γαρύφαλλο, αλλά φρέσκο λάδι, αλισίβα και αγριοβότανα. Πήλινα δοχεία γεμάτα με υλικά για τα σαπούνια του ήταν αραδιασμένα στα ράφια. Μικρά γυάλινα μπουκαλάκια με βότανα και σκόνες, τακτοποιημένα με τη σχολαστικότητα ενός ανθρώπου που γνώριζε το βάρος της ευθύνης του ως πρακτικός γιατρός του χωριού.
Κοντά στο μεγάλο παράθυρο, εκεί που το φως έπεφτε άπλετο μέχρι το σούρουπο, ήταν το σημείο της οικοδέσποινας. Μια ξύλινη καρέκλα, ένα πανέρι γεμάτο νήματα και οι βελόνες της που δεν σταματούσαν ποτέ. Εκεί η Λελούδα μάθαινε στις κοπέλες του Αυλωναρίου να μετρούν τους πόντους, μετατρέποντας το σπίτι στο πρώτο «σχολείο χειροτεχνίας» της περιοχής.
Τη νύχτα που φιλοξενήθηκαν οι βασιλιάδες, το σπίτι έλαμπε από το φως των κηροπηγίων. Το τζάκι, φτιαγμένο με περίτεχνη καμάρα, έκαιγε σιγανά, προσθέτοντας μια ζεστή θαλπωρή στον χώρο. Η Μαρία, η θετή τους κόρη τριγυρνούσε ανάμεσα στα πόδια των επίσημων προσκεκλημένων, φέρνοντας κεράσματα σε δίσκους, γλυκό του κουταλιού και παραδοσιακά αμυγδαλωτά.
Ήταν ένα σπίτι που «ανέπνεε» ιστορία. Κάθε αντικείμενο, από το Κουμιώτικο μαντήλι στην άκρη του καναπέ μέχρι τα σύνεργα του σαπωνοποιείου, διηγούνταν την ιστορία δύο ανθρώπων που ήρθαν ως ξένοι και έγιναν η καρδιά του χωριού.
Οι βασιλιάδες έγιναν ένα με τους οικοδεσπότες, παίζοντας παιχνίδια και κουβεντιάζοντας για το μέλλον της Ελλάδας. Έξω στην αυλή και τα σοκάκια, το χωριό ολόκληρο είχε στήσει γιορτή. Οι νέοι τραγουδούσαν, οι κοπέλες με τα μάτια γεμάτα θαυμασμό έπιασαν το χορό και πρόσφεραν στην Αμαλία δυο μεταξωτά Κουμιώτικα μαντίλια, υφασμένα με τις ευχές όλου του τόπου.
Εκείνο το βράδυ στο Αυλωνάρι, η αρχοντιά της ψυχής συνάντησε το στέμμα, και η ιστορία κλείστηκε μέσα στους τοίχους του σπιτιού του Γιώργη και της Λελούδας, μένοντας εκεί για πάντα, σαν ένα άρωμα από παλιό σαπούνι και φρέσκο πλεκτό που ο χρόνος δεν μπόρεσε ποτέ να σβήσει.
Ήταν μια στιγμή που η βασιλική επισημότητα υποχώρησε μπροστά στην αυθεντική φιλοξενία του τόπου. Καθώς η Αμαλία χαιρετούσε τις κοπέλες, οι γυναίκες του χωριού την πλησίασαν με σεβασμό αλλά και με μια ζεστασιά που την ξάφνιασε ευχάριστα.
Στα χέρια τους κρατούσαν μικρά πανέρια, πλεγμένα από λυγαριά, ξεχειλισμένα από τους καρπούς της Αυλωνάριτικης γης. Η Αμαλία, που είχε συνηθίσει στα περίτεχνα εδέσματα των ανακτόρων, μαγεύτηκε από την απλότητα. Άγρια κορόμηλα με τη σφιχτή, ξινή σάρκα που δρόσιζε το στόμα, λιαστά σύκα από τις συκιές των κήπων και κατάμαυρα, ζουμερά βατόμουρα μαζεμένα ένα-ένα από τους φράχτες του κάμπου.
Οι γυναίκες της έδειχναν πώς να τα τρώει, κι εκείνη, με τα δάχτυλά της να βάφονται σιγά-σιγά από τον βαθύ πορφυρό χυμό των βατόμουρων, γελούσε σαν μικρό παιδί. Της έκαναν εντύπωση οι έντονες γεύσεις, που ήταν γεμάτες από τον ήλιο και το νερό της Εύβοιας. Λέγεται μάλιστα πως εκείνη τη στιγμή, δοκιμάζοντας τους καρπούς που της πρόσφεραν οι Αυλωναρίτισσες, ένιωσε μια πρωτόγνωρη οικειότητα με τον τόπο, σαν οι γεύσεις αυτές να ήταν το αληθινό καλωσόρισμα στην καρδιά της Ελλάδας.
Ο Όθωνας την κοίταζε με καμαρι, καθώς εκείνη ευχαριστούσε τις γυναίκες, δένοντας το κουμιώτικο μαντήλι της στον λαιμό, ενώ η γλυκιά γεύση των βατόμουρων της άφηνε την πιο νοσταλγική ανάμνηση εκείνο το δειλινό του Οκτώβρη...
Το σπίτι του Γιώργη Δημητριάδη που φιλοξένησε τον Όθωνα σε ψηφιακή ανάπλαση. Η τελευταία φωτογραφία που υπάρχει είναι από το 1976. Το σπίτι αγοράστηκε από τον γιατρό ουρολόγο Ευθύμη Καλλή το 1981, όμως δεν κατόρθωσε να το επισκευάσει. Στη συνέχεια το δώρησε στη Κοινότητα Αυλωναρίου το 1992 επί προεδρίας του Δημήτρη Μακρυνικόλα. Εκείνος δεν έκανε τίποτα με αποτέλεσμα το σπίτι να καταρρεύσει τα επόμενα χρόνια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου