Αγωνιστές του 1821 και οι δρόμοι τους στον Εύριπο... Κάμηλος
Πετριών 1
Προλεγόμενα…
Ένας Εύριπος… ιστορία, και συνέχεια παρουσίασης των κειμένων τής
υπό τον τίτλο Αγωνιστές του 1821 και οι δρόμοι τους στον Εύριπο...
ραδιοφωνικής μας διαδρομής, με ένταξη εδώ του αφηγηματικού μέρους
από το αφιέρωμά μας στο νησίδιο Κάμηλος Πετριών, στο οποίο είχαν
καταφύγει κάτοικοι της περιοχής για να γλιτώσουν από τις θηριωδίες των
Τούρκων κατακτητών του Γριπονησιού και των ξενομεριτών εισβολέων
πλιατσικολόγων στη Μάκριδα νήσο Εύβοια, που τακτικά πειρατικά
κινούνταν και εργάζονταν στις ανατολικές, κυρίως, ακτές της…
Εκτός από το πετρονήσι Κάμηλος των Πετριών, απ’ ξεκίνησε η δόλι-α
αρπαγή και ο εξανδραποδισμός δεκάδων γυναικόπαιδων από τους
Τούρκους τον Μάιο του 1824, θα αναφερθούμε και στα όσα συνέβησαν
εκείνες τις τραγικές στιγμές σε κατοίκους της περιοχής, αλλά και στον
ηρωικό αγώνα τού Ηγουμένου τής μονής Αγίου Χαραλάμπους
Λευκών Οκτωνιάς Καλλίνικου Κούμα ή Γκούμα, ο οποίος
πρωταγωνίστησε τότε, όπως και προγενέστερα είχε πράξει στο πλευρό
τού Νικόλα Κριεζώτη σε άλλα σημαντικά πολεμικά επεισόδια στην
Καρυστία.
********************
Α΄ μέρος: Κάμηλος Πετριών (ΙΙ)
Όσον αφορά την πετρονησίδα των Πετριών και στα περί αυτής
συμβάντα, ο Γιάγκος Τσαούσης στην Ευβοϊκή του Εγκυκλοπαίδεια,
λήμμα «Κάμηλος (η) (κ. Γκαμήλα)» λέει πως πρόκειται για:
«Βραχονησίδα σε σχήμα ξαπλωμένης καμήλας, όχι μακριά από την
είσοδο του όρμου των Πετριών (Αγίων Αποστόλων), στην ανατολική
ακτή της Ευβοίας. Αποτελεί ασφαλή κυματοθραύστη τού λιμανιού από
τους νότιους ανέμους.
»Στις 12 Μαΐου 1823 στο νησάκι είχαν καταφύγει πολλοί Έλληνες από
την απέναντι ακτή της Ευβοίας, για να σωθούν από τη μανία των
Τούρκων. Απροσδόκητα καταπλέει ο Καρυστινός Τούρκος Μουσταφά
Οντάμπασης με μια Επτανησιακή σκούνα και 40 ενόπλους άνδρες, που
πλησίασαν το νησάκι και αιχμαλώτισαν τους άνδρες και τις όμορφες
γυναίκες. Τους άνδρες, αφού τους ποδοπάτησαν σε όλο το σώμα, τους
1 Κάμηλος Πετριών: Το κείμενο-αφιέρωμα στο νησίδιο Κάμηλος των Πετριών Καρυστίας αποτελεί
τμήμα των υπό τον γενικό τίτλο Ένας Εύριπος… ιστορία ωριαίων εκπομπών μας, που παρουσιάζονται
στον 97,7 FM ρ/σ της Μητροπόλεως Χαλκίδας Ιστιαίας & Βορείων Σποράδων και, μάλιστα, πρόκειται
για την 37 η – της εν εξελίξει ενότητας Αγωνιστές του 1821 και οι δρόμοι τους στον Εύριπο... –
εκπομπή.
2
έκοψαν τα κεφάλια και τα έριξαν στη θάλασσα, ενώ τις γυναίκες τις
πήραν μαζί τους και τις πούλησαν σκλάβες.» 2
Βέβαια, τα γεγονότα αυτά, με αξιόπιστο και πολύ παραστατικό τρόπο
πρώτος ο Αρχιμανδρίτης Ναθαναήλ Ιωάννου στα Ευβοϊκά του εκτενώς
περιγράφει, πληροφορώντας μας πως τον Μάη του 1824 και ενώ ο
Κριεζώτης μετά την αποθεραπεία του στην Κέα, είχε επανέλθει στο
Γριπονήσι και είχε ξεκινήσει νέα πολιορκία της Καρύστου.
Τότε, ο Οπλαρχηγός Κοντοκώστας, 3 στρατολόγησε 50 παλικάρια από
την περιοχή του Αυλωναρίου, με την προοπτική μαζί με τον Βάσο
Μαυροβουνιώτη να πιάσουν την Κακή Σκάλα Αλιβερίου και να
παρεμποδίζουν τη διέλευση των τούρκικων στρατευμάτων προς και από
την Κάρυστο. Ο Κοντοκώστας τούς 50 στρατολογημένους τούς μετέφερε
στη Μονή Κλιβάνου του ημιορεινού χωριού Κρεμαστός Αυλωναρίου,
αλλά μετά από λίγες ημέρες τούς έστειλε πίσω στα χωριά τους.
Την ίδια ώρα, ιστορεί ο Ναθαναήλ Ιωάννου: «[…]το Αλιβέριον
κατελήφθη και εγέμισεν από στρατού Γενιτσαρικού, όστις νεωστί
είχεν εισέλθει εις την Χαλκίδα εκ του Βώλου δια πλοίων, συγκείμενος
εξ οκτώ χιλιάδων, ως επικουρία του Ομέρ Πασά. Ο δε Κριεζώτης
μαθών την νέαν επικουρίαν τού Ομέρ Πασά, διέλυσε την πολιορκίαν
της Καρύστου, και ανεχώρησε εκ της πατρίδος του Ευβοίας στενάζων
και δακρύων και ουκ επανήλθεν πλέον εις αυτήν· επολέμει όμως τον
εχθρόν έξω αυτής εις διαφόρους τόπους, ως εν Τρικέροις, Αθήνας και
αλλαχού· εβδομήνα δύο πολέμους αριθμούσι οι μετ’ αυτού·
»[…]Ο δε Χριστιανός καταφεύγει και πάλιν εις φάραγγας,
νησύδρια και ακτές της θαλάσσης, ίνα σωθή· αλλά και εν αυταίς
αίφνης σπάθη κατέρχεται επί τον λαιμόν αυτού, ως συνέβη εις τα
νησύδρια της Πετριάς. Συν τούτοις δε και πανώλη εμάστιζε χρόνον
ικανόν την Κάρυστον και τινά άλλα χωρία ως το Αυλωνάριον κλπ. [Την
προηγούμενη χρονιά είχε προσβληθεί από μολυσματική νόσο και ο
Κριεζώτης.]» 4
2 Γιάγκος Τσαούσης στην Ευβοϊκή του Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα Κάμηλος, σελ. 779
3 «Κοντοκώστας Βασίλειος και Σταύρος. Αδέλφια, αγωνιστές του 1821 από την Ήπειρο. Ζούσαν στο
Ξηροχώρι (Ιστιαία) κατά την έναρξη της Επανάστασης και μαζί με άλλους Ηπειρώτες πήραν τα όπλα
κατά των τυράννων. Πολέμησαν υπό τους Νικ. Τομαρά, Γεώργ. Κλωτσοτύρη και Γιαννιώ Χαλκιά την
Τουρκική φρουρά του Ξηροχωρίου υπό το στρατιωτικό διοικητή Νταλίπη. […]Ο Βασίλειος πήρε
μέρος σε πολλές μάχες και ακολούθησε μετά το θάνατο του Γωβιού τον Κριεζώτη και το Βάσσο.
Μένοντας στη Σκύρο, μετά την κατάπνιξη της Επανάστασης της Εύβοιας, στάλθηκε από τον στρατηγό
Βάσσο με δώδεκα άνδρες υπό τον οπλαρχηγό Λεϊμονή στα παράλια της Οκτωνιάς, Αχλαδερής και
Πετριών για πειρατεία και πλιάτσικο. Λήστευσαν και κακοποίησαν κατοίκους της Αχλαδερής, άρπαξαν
και τέσσερα πλοιάρια από το Στρογγυλό της Αχλαδερής. Αποπειράθηκαν να κακοποιήσουν και τον
ηγούμενο της μονής Καρυών [Λευκών] Γκούμα· αυτός όμως με τους καλογέρους του και με άλλους
κατοίκους της Αχλαδερής τους αιχμαλώτισε, αλλά τελικά τους συγχώρησε.» [Γιάγκος Τσαούσης,
Ευβοϊκή Εγκυκλοπαίδεια, σελ. 919-920] [Συνήθως, τους βρίσκουμε ως Κώστα και Σταύρο
Βασιλείου.]
4 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ. 120-121
3
Και συνεχίζει την ιστόρησή του ο Ναθαναήλ Ιωάννου, αναφέροντας
πως: «Η εν τοις νησυδρίοις της Πετριάς τραγική σφαγή έχει ούτω.
Πλοίον Επτανήσου (σκούνα) κατέπλευσεν εις Κάρυστον, ίνα λεμόνιον
φορτώση· συνεφώνησε δε τούτο και ήρξατο φορτώνειν· αλλ’ εκεί έτερον
εύρεν έμπορον, Μουσταφάν τον Οντάμπασην 5 , εξάδελφον του Ομέρ
Πασά πρώτον, μεθ’ ου συνεφώνησεν προς άγραν [λεηλασία] εξέλθωσι
και μοιράσωσι την λείαν εξίσου. Ο δε Μουσταφάς παραλαβών μεθ’
εαυτού τεσσαράκοντα ετέρους εξέπλευσε της Καρύστου, και
κατέπλευσεν εις την κατά τον λιμένα της Πετριάς παρακειμένην νήσον,
επικαλουμένην Κάμηλον, εν η 6 ήσαν οι Δύστιοι και άλλα χωρία (12
Μαΐου Δευτέρα 1824), συνέλαβεν εκ της νήσου Καμήλου τον ιερέα
Δημήτριον Μπατσόλαν εκ του χωρίου Δύστου και τον από του χωρίου
Κόσκινα Αντώνιον, και την λέμβον συγχρόνως ην είχον, ίνα μη
εξέλθωσιν οι άλλοι και αναχωρήσωσιν, αφήρεσε· δι’ αυτών δε τους
άλλους εξαπατήσειν ενόμιζε, κελεύων αυτούς να είπωσι τοις Πετριεύσι
να προσκυνήσωσι, διότι ‘‘μετ’ ολίγον θέλουσιν απεράσει καράβια εκ της
αρμάδας και θέλουσι τούς σκλαβώσει, τώρα δε που ήλθα εγώ, μη
φοβώνται’’. Απέπλευσε δε εκείθεν, και ήλθε και ηγκυροβόλησε περί την
εβδόμην ώραν π.μ. εις έτερον νησύδριον, εν ώ ήσαν οι Πετριείς και
άλλων χωρίων· εκεί δε και δύο τροχανδήραι [τρεχαντήρια]
Κρανιδιώτισαι ήσαν και επώλουν σίτον ανά πέντε γρόσια το κοιλόν.
Αύται ιδούσαι το πλοίον και τους Τούρκους ηρώτησεν τον ιερέαν
Αγγελήν Κριεζώτην, ‘‘θέλετε αντισταθή και πολεμήσει ή θέλετε
προσκυνήσει; τι θέλετε κάμει εις αυτήν την περίστασιν;’’ Ούτος ουδέν
απεκρίνατο, αλλά κλίνας την κεφαλήν αυτού επί της χειρός διελογίζετο
μόνος· είπον δ’ έτι, ‘‘έχομεν τεσσαράκοντα δεκάδες φυσεκίων και καλά
πυροβόλα’’, ιδόντας την σιγήν του ιερέως απήλθον απ’ αυτού, και
ακολούθως ήραν τας αγκύρας των και απέπλευσαν εις Σκύρον,
επυροβόλησαν εκ του Τουρκικού πλοίου οι Τούρκοι, αλλ’
αντεπυροβόλησαν και αι τροχανδήραι. Από δε του Τουρκικού πλοίου
εφώναζεν ο Παπά Δημήτριος και ο [Ιερεύς Κοσκίνων] Αντώνιος ‘‘μη
φοβείσθε· ο Μουσταφάγας είναι, ήλθε να προσκυνήσητε’’ μετά τινάς
δε στιγμάς απέβη επί του νησυδρίου ο δολοφόνος Μουσταφά, συν
5 οντάμπασης ή οτάμπασης: Ήταν επί Τουρκοκρατίας ο διοικητής ομάδας γενιτσάρων. Τα τάγματα των
γενιτσάρων επανδρώνονταν από τα πιο εύρωστα αγόρια των υποδούλων, που άρπαζαν οι Τούρκοι κατά
τα απάνθρωπα παιδομαζώματα ή που λόγω της φτώχειας εξαναγκάζονταν οι γονείς κάποια άρρενα
τέκνα τους να τα δωρίσουν στους κατακτητές για να μη πεθάνουν από την πείνα και αυτά από την
πλύση εγκεφάλου και τη σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση, στην οποία υποβάλλονταν, μετατρέπονταν
στους φανατικότερους και τους πλέον ανάλγητους Οθωμανούς στρατιώτες.
****************
Οντάμπασης Παναγιώτης (1929-2023): Καταγόταν από τον Δύστο Αλιβερίου. Υπήρξε Φιλόλογος και
Διευθυντής του Γυμνασίου Κονιστρών, κατά τη δεκαετία του ’70 Καθηγητής του Γυμνασίου και του
Λυκείου Αλιβερίου, αλλά και Διευθυντής του, κατά τη δεκαετία του ’80. Είχε νυμφευτεί την
Αλιβεριώτισσα Νίτσα Μπαϊρακτάρη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Γιώργο και τη Μαρία, και
διέμενε στο Αλιβέρι. Είχε τη φήμη του ιδιαιτέρως αυστηρού εκπαιδευτικού.
6 εν η: στην οποία
4
τρισίν κρατών εν τη χειρί αυτού την σπάθην και το αργυρούν
φυλακτήριόν του, ανήρτησεν επί του λαιμού του, την τε σπάθην και το
φυλακτήριον. Οι δε επί του νησυδρίου πάντες και πάσαι τον
υπεδέχθησαν με το ‘‘καλώς ώρισες, Μουσταφάγα’’, ως φίλον 7
νομίσαντες αυτόν ελθόντα· διότι εις των πλείστων τας οικίας είχε φάγει
και πίει· διο και πάντες εγνώριζον καλώς· ήρξατο δε να τοις λέγη ό,τι και
τοις εν τη πρώτη νήσω, τη Καμήλω, είπεν ‘‘ήλθα να προσκυνήσητε και
να σας πάρω εις την Κάρυστον, διότι θα περάση η αρμάδα απ’ εδώ
και θα σας πάρη σκλάβους, φέρετε τα πράγματά σας να τα βάλωμεν
εις το καράβι’’. Ταύτα ακούσαντες οι επί νησυδρίου επίστευσαν. Διέταξε
δε να αφήσωσιν ολίγους κριούς [κριάρια] δια το γεύμα· εξήλθε δε ο από
του Νικολέτα [σημερινό Νεοχώριο] Παναγιώτης μετά τινών άλλων και
7 «[…]ως φίλον νομίσαντες αυτόν ελθόντα»: Άψογα αρμόζει το Ήρθαν/ ντυμένοι ‘‘φίλοι’’,
απόσπασμα από τον Ψαλμό Ζ΄ του Άξιον εστί του Νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη ποιητικό
αμάλγαμα:
Ήρθαν
ντυμένοι ‘‘φίλοι’’
Αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
το Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
την πάσα Υποταγή και δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινήσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
ξύλα κι άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τούς θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
Ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν ντυμένοι ‘‘φίλοι’’
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
************
5
άφησε τους κριούς, πλην ο Παναγιώτης δεν επέστρεψεν εις το
νησύδριον.» 8
Β΄ μέρος: Παλικαρίσια και σωτήρια για την περιοχή της Αχλαδερής η
πολεμική ικανότητα του Ηγούμενου Καλλίνικου Γκούμα ή Κούμα
έναντι αποσπάσματος του Μουσταφά Οντάμπαση, μα έπειτα σφαγές
και θρήνοι…
Εξόχως διαφωτιστικά των επισυμβάντων στη θαλάσσια περιοχή
βορείως των Πετριών από ένα απόσπασμα του Μουσταφά Οντάμπαση τα
όσα ο – εγκαταβιώσας και στην Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρυών της
Αχλαδερής Αυλωναρίου, αλλά και για ένα διάστημα Ιερέας γειτονικών
της χωριών – Αρχιμανδρίτης Ναθαναήλ Ιωάννου, ο οποίος μάς
πληροφορεί πως:
«[…]Ο της μονής των Λευκών Ηγούμενος Καλλίνικος Κούμας
εξελέξατο τριάκοντα πέντε, ούς παρέλαβε μεθ’ εαυτού, επιβιβασθείς εν
τω πλοίω (μπρατσέρα) από του σπηλαίου της Αχλαδερής και έπλεε
προς το νησύδριον της Πετριάς, ίνα μετά των Πετριέων ενωθή και
άλλων, και εξέλθωσιν ομού πάντες εις ενέδραν· το πλοίον αφού έφθασεν
εις το λιμενίδιον τού Καλάμου, αίφνης παρουσιάζονται δύο λευκοφόροι
επί της ακτής ιστάμενοι, και ήσαν ο Γ. Γκιώκας και ο Κων. Ράπτης εκ
της Πετριάς, ποιούντες σημείον εις το πλοίον, ο μεν Γκιώκας δια της
γυμνής σπάθης του, ο δε Ράπτης δια του γυμνού καψυδρωτίου. 9
»Αφού επλησίασε το πλοίον προς αυτούς, δακρύοντες απήγγειλαν τω
Ηγουμένω και τω πληρώματι, ότι το αγκυροβολήσαν εν τω νησυδρίω
πλοίον έχει τον Μουσταφάν Οντάμπασην· οι δε εθρήνουν δια τας
οικογενείας των κ.τ.λ. Εστράφη δ’ ουν εν ακαρεί το πλοίον προς το
σπήλαιον. Αλλ’ η μεγάλη λέμβος του Τουρκικού πλοίου παρέλαβεν οκτώ
Τούρκους παραχρήμα και δύο κωπηλάτας και έσπευσε προς καταδίωξι
του πλοίου τού έχοντος τον Ηγούμενον· γαλήνη μεγάλη ήτο και μόλις
το πλοίον εκινείτο δια δύο κωπίων [κουπιών]. Έφθασε λοιπόν η λέμβος
αυτό, και οι Τούρκοι ήρξαντο του πυροβολισμού· πλην αι βολαί έπιπτον
μακράν του πλοίου έτι.
»[…]Ο Ηγούμενος εμπόδιζεν τον πυροβολισμόν, επειδή η λέμβος ήτο
μακράν, ότε δε είδεν αυτήν πλησιάζουσαν εις το πλοίον, είπε ‘‘ρίχτε
τόρα, καιρός είναι, και ψηλά, γιατί ανεβοκατεβαίνει το καΐκι· ψηλά
ρίχτε και πάνε ίσια τα μολύβια, αν τα ρίχνετε ίσα, πέφτουνε εις την
θάλασσαν και δεν φθάνουν στην βάρκα· […] ήρξατο η ναυμαχία και
πεισματώδης, μίαν και ημίσειαν ώραν διήρκεσεν· [, οπότε η τούρκικη
λέμβος υποχώρησε.]
8 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ.121-129
9 καψυδρωτίο: Το λεπτό και απορροφητικό υφασμάτινο κάλυμμα του κεφαλιού, που φοριέται κάτω από
τον σκούφο, το καπέλο ή την περικεφαλαία, ώστε να απορροφά τον ιδρώτα από την κάψα της κεφαλής
κατά τις ζεστές ημέρες του χρόνου.
6
»…]Την δεκάτην ώραν π.μ. εζήτησαν τα όπλα, άπερ 10 παρέδωκαν,
επέκεινα 11 των ογδοήκοντα πυροβόλων, εποίησαν τρεις δέσμας αυτά
και εισήγαγον εν τω πλοίω. Συνέλαβον τον ιερέα Αγγελήν 12 πρώτον και
τινάς άλλους, ούς 13 και απεβίβασαν εν τω πλοίω· χαλκόν δε, ενδύματα,
χρήματα και ει τι άλλο, όπερ ήξιζε 14 , ο είχον πρότερον εισκομίσει 15 .
Ακολούθως δε εξελέξαντο γυναίκας, κοράσια και παιδία, α
επεβίβασαν· το δε πλοίον έχον φορτίον λεμόνιον οίον έχον φορτίον
λεμόνιον, το απεφόρτισεν εν θαλάσση , επειδή μέγα και πολύ έτυχε το
της λείας φορτίο.
»[…]Αφού δε άπασα η λεία επεβιβάσθη εν τω πλοίω, κατά την
τρίτην μ.μ. ήρξαντο της σφαγής των γερόντων και των γραιών· διότι
νέον άνδραν ουκ αφήκαν, ως και γυναίκα και κόρην, τους παρέλαβον ίνα
τους μεταφέρωσιν ως ανωτέρω ερρέθη [ειπωθηκε]. Οι δυστυχείς δε
ιδόντες την μανίαν των τίγρεων, έπεσον εις την θάλασσαν, και οι μεν
επνίγησαν, οι δε εφονεύθησαν υπό των παρδάλεων [=των αιμοβόρων
Τούρκων] από του νησυδρίου πυροβολουσών.
»Ο δε Σταμάτιος Μουζάκης Πετριεύς εσώθη εις χαράδραν τινά εντός
του θαλασσίου ύδατος, και ολίγοι άλλοι ωσαύτως· και ούτως οι υιοί της
θηριωδίας εκόρεσαν την επιθυμίαν των αίματος χριστιανικού. Εν μόνον
σωτήριον μέσον έτυχον οι Πετριείς, το εφεξής, οι Τούρκοι είχον
αποσυρθή από της ξηράς, και εξήλθον οι πολλοί το πρωί, οι μεν άνδρες
εις εργασίαν, αι δε γυναίκες εις πλύσιν κλ. και τούτο έσωσε τους
πολλούς· άλλως, αντί των εκατόν ογδοήκοντα αιχμαλώτων και
πεφονευμένων, ήθελεν ήσθαι τριπλάσιος ο αριθμός και περιπλέον έτι
ογδοήκοντα εφονεύθησαν.
»Αφού δε ετελείωσαν την σφαγήν οι αιμοβόροι έλαβον την εκ Κύμης
ελθούσαν λέμβον και τους εν αυτή και τα βωτία 16 του πλοίου, και
εξήλθον επί της ξηράς ίνα υδρεύσωσι· πληρώσαντες δε τα αγγεία ύδατος
οι ελθόντες να προσκυνήσωσι τον Μ. [Μουσταφά] Οντάμπασιν έφερον
και έθηκαν αυτά εν τη λέμβω, είτα οι Τούρκοι σύραντες μικρόν από του
χείλους της θαλάσσης επί της ψάμμου, παρά το στόμιον, τους
εκαρατόμησαν, τον δε εκατοντούτην γέροντα Αντώνιον ηλευθέρωσεν
ο Μουσταφάς, ειπών αυτώ ‘‘πήγαινε, διότι έχω ψωμί και αλάτι πολύ
φαγωμένον εις το σπίτι σου’’.
»Μετά δε την ύδρευσιν ήρε την άγκυραν το πλοίον, κατά την πέμπτην
ώραν Μ.Μ. και κατέπλευσεν εις το νησύδριον της Καμήλου εκεί μικρόν
διέμεινεν, εξελέξατο εκ της πρώτης λείας τας γεραιτέρας [τις
10 άπερ: τα οποία
11 επέκεινα: περισσότερα από
12 «Ιερέαν Αγγελήν»: Σε άλλα κείμενα τον συναντάμε ως «Παπαγγελή».
13 ούς: τους οποίους
14 «όπερ ήξιζε»: το οποίο άξιζε, είχε αξία
15 εισκομίσει: αρπάξει και μεταφέρει μέσα στο πλοίο τους
16 βωτίον ή βωσίον: το σταμνί, το δοχείο
7
μεγαλύτερες σε ηλικία] γυναίκας και τα άνηβα [τους έφηβους], άσπερ
αφήκεν, ανεπλήρωσεν όμως αυτήν δια νέων άλλων γυναικών και
νεανίδων εκ της Καμήλου και ακολούθως επέπλευσε.
»Την δε νύκτα οι της θηριωδίας υιοί θέλοντες να διασκεδάζωσιν
εξήγαγον εκ της κοίλης νηός [από το αμπάρι του πλοίου] ανά ένα
αιχμάλωτον άνδρα, τον οποίον εξαπλώνοντες επί του καταστρώματος
επάττουν ασχόμενοι από του τραχήλου μέχρι του υπογαστρίου, και
τανάπαλιν, εδίσσευο δε και ετρίσσευον [δυο και τρεις φορές] το
πάτημα, έως ου τον απενέκρονον, είτα έθετον επί του κωπητήρος του
πλοίου, και απέτεμνον την κεφαλήν δια της σπάθης εκείνης, ην εύρον
επί του νησυδρίου, ακολούθως προσέφερον και το σώμα κατόπιν της
κεφαλής βρώμα [βρώση] των ιχθύων.
»Ούτως όλην την νύκτα διεσκέδαζον, έως ου αφίχθησαν εις τον λιμένα
της Καρύστου· ολίγους έφερον άνδρας εις την Κάρυστον, τον Παπά
Αγγελήν, τον Αντώνιον και δύο ή τρεις έτι 17 . Από των αιχμαλώτων
ανδρών μόνον ο Νίκας από της Πετριάς εσώθη, και ιδού πώς. Αυτός
πρώτον εκρύβη εν τω κοίλω της νηός (κοιν. Αμπάρι) υπό τας
αιχμαλώτιδας γυναίκας· εκεί δε τυχαίως ναύτης τις κατέβη, τον οποίον
παρακολουθών είπεν αυτώ, σώσον με· ο δε ενδύσας τον Νίκαν ναυτικά
τον απήγαγεν εν τη λέμβω, ήτις ήθελεν να εξέλθη και πάλιν προς
ύδρευσιν και τον εξήγαγεν, αφού το πλοίον διήλθε το ακρωτήριον (του
κάβο-δόρου 18 ), και ούτως ο Νίκας διέφυγε την αιμοβόρον σπάθην του
Μ. [Μουσταφά] Οντάμπαση.
»Απέβη λοιπόν ο Μ. Οντάμπασης επί της παραλίας της Καρύστου
χαίρων, και οι εταίροι αυτού απεβιβάσθησαν μετά της λείας αυτών.
Αλλά πριν την λείαν διαιρέσωσι και ποιήσωσι αυτήν μερίδας,
ήρξαντο χορεύειν εν τη παραλία τον συρτόν χορόν, και ως πρώτον του
χορού τον Παπά Αγγελήν έσυρον και τους άλλους, ακολούθως τας
αιχμαλωτίδας, ομού τε και οι Τούρκοι· εκεί ερινοτόμησαν 19 τον Παπά
Αγγελήν και άλλα πλείστα μαρτύρια εποίησαν αυτώ, και τέλος
εφόνευσαν αυτόν και τους άλλους.
»Ο Παπάς, Αγγελής, ετιμωρήθη περισσότερον υπό τινός Τούρκου,
ον ο Κριεζώτης είχε ζωγρήσει 20 προ τινών μηνών εις τους Καραίους 21 ,
όστις ύστερον ελευθερώθη. Ο Παπάς, Αγγελής, ήτο μετά του Κριεζώτου
εις τους Καραίους. Μετά δε την ζώγρησιν αναχωρήσαντες ώδευον εις τα
πλοία, ενώ δε ώδευον, εις 22 Τούρκος ηθέλησε να πλυθή εις τινά κρήνην 23 ·
ο Παπάς, ο Αγγελής, ιδών αυτόν πλυνόμενον τον εμπόδισε του
17 έτι: ακόμη
18 κάβο-δόρου: του κάβου Ντ’ Όρο, του ακρωτηρίου Κάβο Ντ’ Όρο
19 ερινοτόμησαν: τους έκοψαν τη ρίνα, τη μύτη
20 ζωγρήσει: αιχμαλωτίσει
21 Καραίοι: χωριό της Καρύστου
22 εις: ένας
23 «τινά κρήνην»: σε κάποια βρύση, σε κάποια πηγή
8
πλυσίματός του. Τούτο δε το εμπόδισμα ο Τούρκος το εξέλαβεν ως ύβριν
θρησκευτικήν και εφύλαττεν αυτό, ει τύχοι της ευκαιρίας εκδικηθή και
ιδού πώς έτυχε δυστυχώς…
»Έπειτα δε εξήγαγον εκ της λείας πρώτην μεδίδαν τού Ομέρ Πασά
την Κονδύλω, θυγατέρα του Γ. Γκιώκα, και του Σιλιχτάραγα Ισούφ 24
την Μάρω, θυγατέρα του Καραγιάννη και τινά άλλην, τας δε άλλας
εδημοπράτησαν, και ο βουλόμενος ηγόραζε· και ούτως ετελείωσεν η
τοιαύτη τραγική σφαγή, παρασταθείσα υπό του Μ. Οντάμπαση,
εξαδέλφου του Ομέρ Πασά κ.λ.
»Ο δε προς τας ακτάς διαμένων λαός ηγνόει πού να συρθή και να σωθή,
ο μεν εν Σκύρω, ο δε εν Άνδρω, ή Κέα, και τέλος όπου έκαστος ηδύνατο,
εκεί και ανεχώρει· ο δε Ηγούμενος 25 Κ. [Καλλίνικος] Κούμας εξήλθε του
πλοίου και ανέβη εις τον Χάρλο 26 παρά την κρήνην την δροσεράν, ίνα
κατασβέση, την εκ του πολέμου φλόγα κ.λ. Λέγεται δε, ότι ο Ομέρ
Πασάς ωργίσθη πολύ κατά του Μουσταφά, ότε έμαθε την πράξιν του·
αλλ’ είναι πιστευτόν τούτο; Χρήζει βεβαιώσεως.» 27
Γ΄ μέρος: Κάμηλος Πετριών και νεώτερες αναφορές (ΙΙΙ)
Ο δε μεταγενέστερος τού Ναθαναήλ Ιωάννου συγγραφέας
Κωνσταντίνος Γουναρόπουλος, που πληροφορίες πολλές και από τις
αφηγήσεις του Καρύστιου πρόκριτου πατέρα του αξιοποίησε, στη
συγγραφική του Ιστορία νήσου Ευβοίας του 1930 αναφέρει πως:
«[…]ο Μουσταφάς Οντάμπασης, εξάδελφος του Ομέρ πασά,
εταιρισάμενος εν Καρύστω μετά τινος Κεφαλλήνος Κισμέτου 28
πλοιάρχου Φραγκοσυρίων αδελφών Σαλάχα, και προσλαβών 40
Τούρκους Καρύστιους, ήλθε δια του Καφηρέως προς τας ανατολικάς
ακτάς της επαρχίας χάριν αρπαγών και φόνων.
24 Ισούφ Σιλιχτάραγας: Ήταν γαμπρός του Ομέρ πασά Καρυστινλή και αξιωματικός του στρατού του.
25 Ηγούμενος: Ο Καλλίνικος Γκούμας, Ηγούμενος της Ι. Μ. Εισοδείων της Θεοτόκου Λευκών
Οκτωνιάς, υπερασπιζόταν από τους Τούρκους ή τους πειρατές τούς συμπατριώτες του, αλλά και τα
μεγάλα μετόχια γης, που διέθετε το ανθηρό τότε μοναστήρι: στην Αμπελουσιά, στον Κάλαμο, την
Κορασίδα και σε άλλα παράλια ή μεσόγεια τμήματα της περί την Αχλαδερή Αυλωναρίου ευρύτερης
περιοχής. Το μοναστήρι αυτό, μετά τη δωρεά μιας μεγάλης εικόνας με τη μορφή του Αγίου
Χαραλάμπους, που πρόσφερε ο Ηγούμενός της μαζί με τον Νικόλα Κριεζώτη το 1834, μετονομάστηκε
από το 1840 και έκτοτε καθιερώθηκε να λέγεται «Μονή Αγίου Χαραλάμπους».
26 Χάρλο: Οι ντόπιοι, όπως με πληροφόρησε ο εκ Μανδρακίου Αχλαδερής Σαράντης Καγκέλης, στο
ερώτημά μου εάν γνωρίζει τη θέση Χάρλο με τη βρυσοπηγή της στην Κορασίδα, ο νους του πήγε
στην πηγή, που αποκαλείται και Χωνευτικό. Αυτή, άλλοτε βρισκόταν 100-200 μ. πιο κάτω και
πλησιέστερα προς τη θάλασσα, οποία σε ευθεία γραμμή από την αμμουδιά απέχει 300-400 μ. και
μεταπολεμικά τον κρουνό της τον μετέφεραν στο υπάρχον διαμορφωμένο και πιο προσβάσιμο για τους
χωριανούς και τους διαβάτες μέρος. Μάλιστα, άκουγε τη γιαγιά του, να λέει πως όταν βρίσκονταν στα
κτήματά τους στα υψώματα της Κορασίδας, πήγαιναν να πιούν δροσιστικό νερό: «Στου Χάρνου».
27 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ.121-130
28 Κισμέτου: Το επίθετο του Κεφαλλονίτη πλοιάρχου προέρχεται από την αραβική λέξη «κισμέτ», που
σημαίνει «πεπρωμένο».
9
»Τη 12 Μαΐου κατά την νησίδα Κάμηλον της Πετριάς, όπου
κατέφυγον κάτοικοι του Δύστου και άλλων χωρίων, συνέλαβε δύο
άνδρας, εξ ων ο είς ιερεύς Δύστου, και κατέσχε την λέμβον αυτών, ίνα
μη εξέλθωσι· κατόπιν μεταβάς εις άλλην εκεί νησίδα, όπου ήσαν
μάλιστα Πετριαίοι, δολίως προέτρεψεν, όπως εις προφύλαξιν και από
των πειρατών και από του προσεχούς διαβησομένου 29 Τουρκικού στόλου
έλθωσι μετ’ αυτού εις Κάρυστον, όπερ απεφάσισαν δια την μετά του
Μουσταφά γνωριμίαν. Ο δε δραστήριος και άγρυπνος Καλλίνικος
[Γκούμας] περιπλέων επί πλοίου μετά 35 ανδρών, αίφνης μανθάνει περί
του στόλου κατά το επείνιον 30 του Καλάμου. Ο Μουσταφάς έπεμψεν
εκεί κατά του Καλλινίκου την μεγάλην λέμβον μετά 10 ανδρών, όστις
μετά δίωρον μάχην έτρεψεν αυτήν εις φυγήν, ουδέν παθών και απελθών
εκείθεν. Μετά ταύτα οι Τούρκοι αφείλον [αφαίρεσαν] το 80 πυροβόλα
των Χριστιανών, και επιβίβασαν 180 πρόσωπα, ήτοι άνδρας, γυναίκας,
παίδας και τινα ιερέα· συνέλαβον και λέμβον Κυμαϊκήν, σφάξαντες
τούς εν αυτή.
»Ο δε αιμοβόρος Μουσταφάς παραλαβών τους αιχμαλώτους σκεύη
χάλκινα, ενδύματα , χρήματα και λοιπά, προς το δειλινόν ήρξατο της
σφαγής αυτών, ων πολλοί πεσόντες επνίγησαν εις την θάλασσαν.
»Εκείθεν μετέβη εις την νησίδα Κάμηλον, εξ ης και άλλους
αιχμαλωτίσας, ανεχώρησεν. Την νύκτα δε κατά τον πλουν, εξάγοντες οι
βάρβαροι εκ του κήτους του πλοίου ανά ένα άνδρα, πρώτον καταπάτων
εκτάδην κείμενον επί του καταστρώματος από του τραχήλου μέχρι του
υπογαστρίου δις και τρις, είτα απέκοπτον την κεφαλήν επί του
κωπητήρος 31 και έρριπτον εις την θάλασσαν.
»Εις Κάρυστον δ’ ελθόντες εσχημάτισαν χορόν μετά των
αιχμαλώτων κατά τον λιμένα, όπου το φρέαρ, και νυν η πλατεία της
Αμαλίας. Και εν τω χορώ πρώτον έταξαν τον εκ Κριεζών ιερέα Άγγελον,
ον εβασάνισαν υπό θρησκευτικού φανατισμού, έκοψαν την ρίνα, και
τέλος εθανάτωσαν· κατόπιν ταυτό και τοις λοιποίς έπραξαν· των δε
αιχμαλωτίδων τας μεν εδωρίσαντο τω Ομέρ πασά και άλλοις, τινάς δε
επώλησαν· είτα 32 εμερίσαντο τα λάφυρα.
»Τοιούτο τέλος έλαβε η τραγική αύτη σκηνή, καθ’ ην εθυσιάσθησαν
δολίως και απανθρώπως 33 υπέρ τους 80 άνδρας.» 34
29 διαβησομένου: Που ήθελε αυτόν τον τόπο να διαβεί, από εκεί να διέλθει.
30 «επίνειον του Καλάμου: Πρόκειται για επίνειο του μεταξύ Πετριών και Οκτωνιάς Αυλωναρίου
Αχλαδερής ημιορεινού χωριού.
31 κωπητήρας: Η κουπαστή του πλοίου, το μέρος όπου τίθενται τα κωπία, τα κουπιά της κωπηλασίας.
32 είτα: έπειτα
33 Ενώ αυτά συνέβαιναν στην Καρυστία κατά το πρώτο 15νθήμερο του Μάη του 1824, που μαζί με την
υπόλοιπη Εύβοια είχε βιώσει το ολοκαύτωμά της την προηγούμενη χρονιά και πλέον οι λιγοστοί της
κάτοικοι προσπαθούσαν να ξαναϋπάρξουν, ένα άλλο ηρωικό ελληνικό νησί, η Κάσος, στις αρχές του
Ιούνη του 1824 θα τιμωρηθεί ανηλεώς για τη συμμετοχή της στην Ελληνική Επανάσταση και παρά
την ηρωική αντίσταση και θυσία των κατοίκων της, θα καταληφθεί από τις συνεργαζόμενες με τους
10
Δ΄ μέρος: Κάμηλος Πετριών (ΙV)
Λίγα χρόνια μετά τον εγκληματίσαντα κατά των Ευβοιωτών Οθωμανό
Μουσταφά Οντάμπαση, η θεία δίκη τον αντάμειψε με τιμωρία σκληρή
και ανάλογη των βάρβαρων πράξεών του. Σχετικά, ο Κωνσταντίνος
Γουναρόπουλος αναφέρει πως: «ο πρωταίτιος τούτων [των
απανθρώπων πράξεων] Μουσταφάς [Οντάμπασης] έπαθεν ακολούθως
το 1829 ανταξίως ών έπραξε κατακερματισθείς μετ’ άλλων Τούρκων
υπό του ανδρείου Στυρέως Θεοδώρου Μελάνη ή Τάσκα. Μετά του
Μουσταφά ήν τότε και ο επίσημος Αβδής Κοτσάβεης, ουχ ήττον
[ολιγότερο] αιμοβόρος και χριστιανομάχος· αλλ’ και ούτος εφονεύθη
είτα υπό των Ελλήνων εν Καπαντριτίω της Αττικής, εκστρατεύσας υπό
τον Ομέρ πασά. Ταύτα υποφέροντες οι κάτοικοι της Καρυστίας, ου
μόνον των Τούρκων, αλλά και διαφόρων ομογενών διεσπάρησαν χάριν
σωτηρίας εις Σκύρον, Άνδρον, Κέαν, Αίγιναν, Αττικήν και αλλαχού.» 35
Για δε τους ομογενείς, που ληστρικά κατά των Ευβοέων την άνοιξη
του 1824 κινήθηκαν και οι Τούρκοι το εκμεταλλεύθηκαν, ο
Κωνσταντίνος Γουναρόπουλος στην Ιστορία νήσου Ευβοίας αναφέρει
πως: «Κατά μήνα Μάρτιον Ψαριανόν πειρατικόν πλοίον ήρπασε ποίμνιον
μοναστηρίου παρά την Πετριάν, ως και τους λέβητας και κύνας
[σκύλους] και ποιμένας. Τη 10 Μαΐου [1824] δύο πειρατικά Ψαριανά
πλοία τα αυτά επεχείρησαν κατά την νησίδα της Πετριάς, είτα κατά το
σπήλαιον της Αχλαδερής· αλλ’ απεκρούσθησαν υπό του Καλλινίκου
Κούμα, και απέτυχον εν μέρει του σκοπού κατά την νησίδα της
Οκτωνιάς. Ούτως, οι Ψαριανοί πειραταί ελήστευον τους εν ακταίς,
νησιδίοις και σπηλαίοις καταφεύγοντας Χριστιανούς, όπως σωθώσιν από
της σφαγής και της αιχμαλωσίας των Τούρκων· εν αντιθέσει οι εκ
Τούρκους αιγυπτιακές δυνάμεις, τα γυναικόπαιδα θα αρπαχτούν από τους επιδρομείς και θα πουληθούν
στα σκλαβοπάζαρα του Μισιριού ή της Ανατολής και η περήφανη νήσος «μαύρη θ’ απομείνει ξέρα».
Η μεταξύ Ρόδου, Καρπάθου και Κρήτης νήσος Κάσος, βιώνοντας το σ’ όλην της τη ράχη πλέριο
ολοκαύτωμά της και με τους λιγοστούς διασωθέντες κατοίκους της απάγκιο να βρίσκουν σε μέρη
μακρινά και άξενα, μένοντας εκεί για χρόνους ικανούς, έως ότου καταλαγιάσουν τα πνεύματα και
ξανατολμήσουν να επιστρέψουν στην πατρώα τους γη για να πασχίσουν να την ανθίσουνε και πάλι…
Εξ αυτών των τραγικών γενοκτονικών συμβάντων στη νήσο-ζεύξη της Δωδεκανήσου με την Κρήτη
πλάστηκε από τον ανώνυμο Έλληνα το τραγούδι Κάσος ηρωικό νησί, οπότε ένα Μαύρο πουλάκι
κάθεται στης Κάσου τ' αγριοβούνι. Αυτό το βραχνοκέλαδο από τον πόνο πλάσμα γίνεται η φωνή της
σκλάβας Κάσου, που απευθύνεται προς τον Αυγύπτιο άρπαγα Χουσεΐν.
Το δίχως άλλο, τ’ ανάλογα και η Ευβοιώτισσα σκλάβα στους ομοδόξους τους Τούρκους ως πικρό
παράπονο από τα πληγωμένα σωθικά της θα έβγαζε, με τη φωνή της σαν μια σπαθιά να σκίζει τον
ομοίως μαύρο αγέρα τής – σε μεγάλο μέρος της – έρημης πλέον νήσου…:
«[…]Και μια απ’ τις σκλάβες ήλεγε με θλιερή φωνίτσα:
‘‘Χίλια κι αν κάμεις, Ισμαήλ, χίλια κι αν μας πουλήσεις,
εμείς του Τούρκου το σπαθί ’εθ θα το φοηθούμε
για θα μας κόψεις ούλους μας, για λευτεριά θα ’ούμε.’’»
34 Κωνσταντίνος Γουναρόπουλος: στην Ιστορία νήσου Ευβοίας, σελ. 302-304
35 Κωνσταντίνος Γουναρόπουλος Ιστορία νήσου Ευβοίας, σελ. 304
11
Κρανιδίου περιέπλεον τας ακτάς και επώλουν σίτον και έσωζον τον
δυστυχήν λαόν από της πείνης.
»Μετά τούτο ο Βάσος [Μαυροβουνιώτης] διατρίβων εν Σκύρω πέμπει
υπό τινα Λεϊμονήν δώδεκα άνδρας, οίτινες κατά την νησίδα της
Οκτωνιάς και είτα κατά το επείνειον Στρογγυλήν [προφανώς εννοεί τον
Κάλαμο] της Αχλαδερής, ου μόνον εβασάνισαν και ελήστευσαν τους
κατοίκους, αλλά και τρία πλοία αυτών ήρπασαν· και μετά του
αξιωματικού Κοντοκώστα, ήθελον κακοποιήσαι τον Καλλίνικον
[Κούμαν], όστις συνέλαβεν και συνεχώρησεν αυτούς. Ένεκα τούτου ο
Βάσος προσβληθείς, εις εκδίκησιν μετά τρεις ημέρας πλέει εκ Σκύρου εις
Αχλαδερήν, και πολλά κατά των κατοίκων πράττει.» 36
Ο Γιώργος Ντεγιάννης στο δίτομο ιστορικό έργο του Ο Νικόλαος
Κριεζώτης αναφέρει πως: «[…]η τουρκική πλημμυρίδα έχει σκεπάσει
τα Βρυσάκια κι έχει ξεχυθεί προς το Αλιβέρι. Ο τόπος πια δεν τον
χωράει [τον Κριεζώτη]. Το δεύτερο δεκαήμερο τού Απρίλη παίρνει τους
στρατιώτες του και τραβάει στεριάς κατά τα Ζερμπίσια, όπου χτυπιέται
με χίλιους Τούρκους και περνάει στη Σκύρο να ανασυνταχτή για να
συνεχίση τον αγώνα, έξω πια από την αγαπημένη του Εύβοια. Από τη
Σκύρο ‘‘έρχεται πάλιν εις Εύβοιαν εις την θέσιν Πετριές… εκεί εσκέφθη
ότι έπρεπε να συννενοηθή μετά της Κυβερνήσεως της εδρευούσης εις
Ναύπλιον και προσφέρη εις αυτήν τας υπηρεσίας του’’, [σημειώνει ο
Αθανάσιος Χρυσολόγης]
»[…]Αφού αναχωρήσαν οι επαναστάτες κι οι Τούρκοι δεν είχανε πια
φόβο, σαράντα Καρυστινοί Τούρκοι με αρχηγό τον Μουσταφά
Οντάμπαση, ξάδελφο του Ομέρ πασά, μπήκανε σ’ ένα καΐκι του
φραγγοσυριανού Σαλάχα και περνώντας τον Καβοντόρο, πήρανε
παγάνα τα ανατολικά ακρογιάλια της επαρχίας για να σκοτώσουν άμαχο
πληθυσμό και να πλιατσικολογήσουν.
»Στην Κάμηλο – το πρώτο νησάκι, που συναντήσαν – πιάσαν δυο
άντρες σε βάρκα και τους την πήρανε, για να μην φύγουνε απέναντι
αυτοί – κι οι κάτοικοι του Δύστου κι άλλων χωριών, που είχανε
καταφύγει στο νησάκι – ως να γυρίσουνε να τους μαζέψουν. Έπειτα
προχωρήσανε σ’ άλλο νησάκι, όπου βρήκαν τους Πετριώτες. Δόλι-α
τους παρακίνησε ο Μουσταφάς, που τους ήτανε γνωστός, να ανεβούν
στο καράβι, να τους πάη τάχα στην Κάρυστο, για να γλυτώσουν από τους
πειρατές. Καλόπιστα δέχτηκαν και θεληματικά μπήκαν εκατόν ογδόντα
άντρες και γυναικόπαιδα, με ρούχα και χαλκώματα, χρήματα και ό,τι
πολύτιμο είχαν πάρει, φεύγοντας από τα σπίτια τους.
»Ο ιερομόναχος Καλλίνικος [Γκούμας] ήταν μπασμένος σε καραβάκι
με άνδρες και περιπολούσε βορειότερα έξω από το λιμανάκι τού
Κάλαμου. Στείλαν εναντίον του μια μεγάλη βάρκα με 10 άντρες, αλλά
36 Κωνσταντίνος Γουναρόπουλος Ιστορία νήσου Ευβοίας, σελ. 302-303
12
ύστερα από δυο ώρες μάχη αποτραβηχτήκανε, χωρίς να κάμουνε ζημιά.
Έπιασαν όμως μια Κυμαίικη βάρκα και αυτής το πλήρωμα το έσφαξαν.
»Τώρα βάνανε πλώρη να γυρίσουνε και σύγχρονα ξαρμάτωσαν τους
‘‘προστατευομένους’’ των κι αρχίσανε να τούς σφάζουν. Μπρος στη
θηριωδία πολλοί πηδήσανε στη θάλασσα, ζητώντας στον πνιγμό τη
σωτηρία τους. Είχαν αφήσει οι Τούρκοι στην Κάμηλο αποκλεισμένους
τους Δυστιώτες κι άλλους. Δεν τους λησμόνησαν κι ετούτους, πήραν κι
από εκεί κάμποσους, και τους ρίξαν στο αμπάρι. Και στο ταξίδι,
ανεβάζοντας από το αμπάρι έναν έναν τούς ξαπλώνανε στο κατάστρωμα
και πηδούσαν απάνω τους, πηγαινοέρχοντας από το στήθος στην κοιλιά,
δυο-τρεις φορές. Το μαρτύριο δεν τελείωνε μ’ αυτό…» 37
Του μαρτυρίου αυτού, που έφερνε το σπάσιμο των οστών του
δύσμοιρου Έλληνα αιχμαλώτου και την ασφυξία της αναπνοής του,
ακολουθούσε η ‘‘λυτρωτική’’ για αυτόν εκτομή της κεφαλής του και η
ρίψη τού διαμελισθέντος σώματός του στου Αιγαίου την υγρή αγκάλη…
Όσοι δε ως ανδράποδα απέμειναν αιχμάλωτοι των Τούρκων στο αμπάρι
του πλοίου, φθάνοντας στην Κάρυστο, υποχρεώθηκαν στον χορό του
θανάτου, στην ατίμωση και των – ημιθανών από τις κακουχίες –
Ευβοιωτισσών στην ως λεία των αρπάγων διανομής τους, όπως εκείνοι
βούλονταν...
Καθώς χρέος μας είναι να αναζητούμε την ιστορική γνώση για τα
τεκταινόμενα στον Εύριπο και η με συνέπεια και εμπεριστατωμένα
ανάδειξη αυτών, γνωρίσαμε στις πρόσφατες εκπομπές μας τα τραγικά,
που συνέβησαν στο Πλαγαράκι και στο Πρασίδι της Βόρειας Εύβοιας το
1823, στην Κάμηλο και σε ένα ακόμη βραχονησίδιο των Πετριών το
1824, οπότε σε σχέση με την αναζήτηση και διάχυση της ιστορικής
γνώσης, θα αναγνώσουμε ένα μικρό σε έκταση ποίημα του Χαλκιδέου
Εκπαιδευτικού-Φροντιστή Σωτήρη Λάμπρου, που πριν λίγες μέρες μάς
κοινοποίησε και φέρει τον τίτλο Παραπομπή:
«Παραπομπή
Θα έρθουν οι εποχές
που η σιωπή
θα θρέψει το τέρας,
που η λήθη θα φορέσει
το πρόσωπο της σωτηρίας.
Άγνωστε αναγνώστη, απέκτησε μνήμη,
σκύψε βαθιά στην ιστορία.
Τούτη είναι η μόνη παρακαταθήκη
του ποιήματος.» 38
37 Γιώργος Ντεγιάννης Ο Νικόλαος Κριεζώτης, Α΄ τόμος, σελ. 174-175
38 Ο Σωτήρης Λάμπρου το έπλασε τον Μάρτιο του 2026 εμπνεόμενος, ως φαίνεται, από τις ΦΩΤΟ των
εκτελεσθέντων στην Καισαριανή, που κρατούσε ένας Ναζί.
13
Κωνσταντίνος Κλ. Μπαϊρακτάρης
Χαλκίδα, 17 Μαρτίου 2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου