Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Οδοί Χαλκίδος. Πλαγαράκι

 Αγωνιστές του 1821 και οι δρόμοι τους στον Εύριπο... Πλαγαράκι 1

Οδοί Χαλκίδος. Πλαγαράκι

Προλεγόμενα…

Ένας Εύριπος… ιστορία, και συνέχεια της μεταφοράς των κειμένων τής

υπό τον τίτλο ραδιοφωνικής διαδρομής μας Αγωνιστές του 1821 και οι

δρόμοι τους στον Εύριπο..., με ένταξη εδώ του αφηγηματικού μέρους από

το αφιέρωμά μας στο νησίδιο Πλαγαράκι του χωριού Κοτσικιάς της

Βόρειας Εύβοιας, όπου μια δράκα παλικαριών υπερασπιζόμενα

γυναικόπαιδα της περιοχής, με τα λίγα τους καριοφίλια αντιμετώπισαν

πολυάριθμους μαινόμενους Τούρκους επιδρομείς, που πάσχιζαν να τα

εξοντώσουν ή να τα απαγάγουν, να τα κακοποιήσουν και είτε επιτόπου

να τα εξοντώσουν είτε να τα χρησιμοποιήσουν ως ανδράποδα και

εμπόρευμα στα σκλαβοπάζαρά τους.

Πώς όμως τα πράγματα έφθασαν έως εδώ;

**************

Α΄ μέρος: Οι σαρωτές και ανθρωποκτόνοι εισβολείς στην Εύβοια

αλλομερίτες Τούρκοι το 1823 την κάνουν μέσα στο καυτό το θέρος

έρημη χώρα…

Τον Μάιο του 1823 και ενώ ο Κριεζώτης με τα παλικάρια του έχουν μια

άλλη μεγαλειώδη νίκη – κατά των δυνάμεων του Ομέρμπεη σιμά στην

ασφυκτικά πολιορκούμενη Κάρυστο – στις 6 του μήνα επιτύχει, είκοσι

μέρες μετά εμφανίζεται ανοιχτά της πόλης ο υπό τον Χοσρέφ [Κοτζά

Μεχμέτ Χιουσρέβ ή Τοπάλ (=χωλός)] πασά τούρκικος στόλος και

αποβιβάζει 10.000 πάνοπλους και μαινόμενους Γενιτσάρους.

Γίνεται μάχη σκληρή κοντά στο Κοκκινόκαστρο, όπου και

τραυματίζεται σοβαρά ο Κυμαίος Οπλαρχηγός Νικόλας Καρυστινός, η

φήμη απλώνεται τάχιστα ανάμεσα στους υπερασπιστές της καρυστινής

γης. Από στόμα σε στόμα περνάει η είδηση πως «πάει ο Νικόλας» κι ο

νους των παλικαριών τρέχει στον Νικόλα αρχηγό του στρατοπέδου

Κριεζώτη, οπότε νιώθουν χαμένοι χωρίς αυτόν και έχοντας γύρα τους την

απέραντη γενιτσαρική λαίλαπα, σύντομα σκορπίζουν και με τίποτα οι

φωνές του Στρατηγέτη τους δεν εισακούγονται: να σταθούν, να

πολεμήσουν όλοι τους μαζί, αντάμα τον Ανατολίτη επιδρομέα. Σβήνει η

φωνή του, χάνεται κάτω από τους ασταμάτητους πυροβολισμούς των

1 Πλαγαράκι: Το κείμενο-αφιέρωμα στο νησίδιο Πλαγαράκι της Βόρειας Εύβοιας αποτελεί τμήμα των

υπό τον γενικό τίτλο Ένας Εύριπος… ιστορία ωριαίων εκπομπών μας, που παρουσιάζονται στον 97,7

FM ρ/σ της Μητροπόλεως Χαλκίδας Ιστιαίας & Βορείων Σποράδων και, μάλιστα, πρόκειται για την

35 η – της εν εξελίξει ενότητας Αγωνιστές του 1821 και οι δρόμοι τους στον Εύριπο... – εκπομπή.


2


όπλων, τα γιουγιαχτά των φεσοφόρων και τα ανατριχιαστικά

τυμπανοκρουσίματα των σαλπιγκτών τους…

«Ο σώζων εαυτόν σωθήτω», λοιπόν, και οι Τούρκοι κυνηγώντας τους,

κατερημώνουν την Καρυστία ως απάνω στην Κύμη. Απ’ εκεί,

γοργοσάλευτοι πορεύονται προς τη Χαλκίδα, όπου έχει αφιχθεί από τη

Ρούμελη η στρατιά των 7.500 οπλοφόρων του Μπερκόφτσαλη πασά.

Πρώτο τους μέλημα να διασκορπίσουν το υπό την ηγεσία κάποιου

Γήδα στρατόπεδο των Βρυσακίων, που τον άφησε εκεί με ολίγους ο

Διαμαντής Νικολάου και με την κύρια δύναμη τού στρατεύματός του

έφυγε για την Ιστιαία, νοιαζόμενος μόνο για την οικογένειά του, την

οποία είχε εκεί εγκαταστήσει, και όχι για τους Ευβοείς, που ο Άρειος

Πάγος τον είχε προσκαλέσει να πράξει, με την υποχρέωση των κατοίκων

του νησιού να τον πληρώνουν, ώστε να τους υπερασπίζεται και την

απελευθέρωση της Εύβοιας να φροντίσει.

Εγκαταλείποντας ο Διαμαντής αμαχητί την περιοχή του Αγίου, πίσω

έμειναν καμιά τριακοσαριά ψυχωμένα παλικάρια, που πάσχισαν να

ανακόψουν την πορεία των χιλιάδων Τούρκων, πολεμώντας στα

Ανδριαλά τού Παγώντα και στο Δερβένι, όπου σαν άλλος Λεωνίδας ο

Λιάκος με τους ολίγους του αυτοθυσιάστηκε, προσπαθώντας να

ανακόψει την πορεία των αλαλαζόντων Τούρκων ιππέων και πεζών,

δίνοντας χρόνο στα γυναικόπαιδα να κρυφτούν μες στα δάση του

Πυξαριά και του Καντηλιού ή να τραβήξουν βορειότερα και εάν

δυνηθούν, προς τα παράλια να πορευτούν και από εκεί προς τη Ρούμελη

ή στα σποραδονήσια να διεκπεραιωθούν και να σωθούν.

Περί αυτών των ζητημάτων ο Ναθαναήλ Ιωάννου στα Ευβοϊκά του μάς

πληροφορεί πως: «Ο δε ναύαρχος Α. [Ανδρέας] Κοσμάς […] [αφίχθη]

εις την Λίμνην […]έχοντες μεθ’ εαυτών και των Οδυσσέα με τους

πεντακοσίους του [. Αφού προετοιμάσθησαν καταλλήλως, κίνησαν για τα

Βρυσάκια και], οίτινες ήρξαντο το πυρ ζωηρώς κανονιοβολούντες την

επί των Βρυσακίων εχθρικήν κανονιοστοιχίαν από της πρωίας μέχρι της

εσπέρας, δια του οποίου κατέστρεψαν και την κανονιοστοιχίαν και

τους Τούρκους κατεσκόρπησαν εκείθεν· εκ δε των πυρών

απετεφρώθησαν πάσαι αι των Ελλήνων σκηναί, ή αυτοί οι Τούρκοι

σκορπιζόμενοι επυρπόλουν αυτάς. Ο δε Οδυσσεύς ουκ απέβη εις την

ξηράν, αλλ’ εώρα μόνον από της ναυαρχίδος. Περί δε την εσπέραν

απέπλευσαν εκ των Βρυσακίων τα πλοία εις την Λίμνη, όπως

αποβιβάσωσι τον Οδυσσέα, και διευθυνθή εκείθεν προς το δερβένι·

αλλά πριν ή αποβιβάσωσιν αυτόν, έμαθον ότι οι Τούρκοι διήλθον

αμαχητί το δερβένιον, και ούτω τα πάντα εματαιώθησαν.» 2

«Οι δε Τούρκοι μετά την υπό των πλοίων καταστροφήν τής

κανονιοστοιχίας των και εκδίωξιν εκ των Βρυσακίων, εκ δέκα επτά


2 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ. 55-56


3


περιπλέον χιλλιάδων συγκείμενοι, ώδευσαν κατά των εν Ανδριαλοίς

ωχυρωμένων τριακοσίων Ελλήνων· φθάσαντες δε εκεί την πρωίαν της

27 Ιουλίου ώρμησαν ευθύς, ίνα πάντες εξ εφόδου ζωγρήσωσι [να

αιχμαλωτίσουν] ζώντας· αλλ’ οι γενναίοι οπλαρχηγοί Σταύρος

Βασιλείου, Αθανάσιος Χοντροβασιλείου και Ευαγγελινός, ανθίσταντο

έσωθεν του οχυρώματός των με απαραδειγμάτιστον καρτεροψυχίαν,

και αντέκρουον αυτούς. Αλλά και τα στίφη των Βαρβάρων αμιλλόμενα

προς τους ολιγαρίθμους Έλληνας ηγωνίζοντο πεισματωδέστατα, και

πολλάς αλλεπαλλήλους εφορμήσεις έκαμον, αλλ’ εις μάτην· διότι ουκ

ηδυνήθησαν να βλάψωσι τους ολίγους ωχυρωμένους Έλληνας και [οι

Τούρκοι] αποσείσωσιν αυτούς του οχυρώματος· από της πρωίας μέχρι

της εσπέρας ηγωνίζοντο πεισματωδώς αμφοτέρωθεν εκ δε των πολλών

και αλλεπαλλήλων εφορμήσεων, ας έκαμον οι Τούρκοι, κατά του

ελληνικού οχυρώματος, υπέρ τους τριακοσίους απώλεσαν, και πολλοί

επληγώθησαν· του ηλίου δύοντος απεσύρθησαν καταντικρύ και

εστρατοπέδευσαν. Και αν  μικρά τις επικουρία ήρχετο υπό του

Διαμαντή, όστις ήτο εις τον Άϊον, ήθελον τους κρημνίσει την

επομένην και τους καταδιώξει εις την Χαλκίδα, και ο τόπος ουδόλως

εβλάπτετο, και το στρατόπεδον δεν διελύετο, αλλ’ ήθελεν έλθη εις τα

Βρυσάκια έτι θαρραλεώτερον. Αλλ’ ο Διαμαντής αντί να δράμη εις

βοήθειαν την νύκτα, όπως ενθαρρύνη και εμψυχώση τους οπλαρχηγούς,

εγκατέλιπε και την θέσιν του τον Άϊον, και ανεχώρησε

κατεπεσπεσμένως εις Ξηροχώριον προς σωτηρίαν της γυναικός του,

ήτις, ως λέγεται, ηπειλείτο να συλληφθή εχθρικώς υπό του

Οδυσσέως· δια τούτο αδιαφόρησε περί μυριάδων άλλων γυναικών,

ανδρών αγαθών, αθώων και ακάκων τέκνων και αφήκεν εις απώλειαν

και φθοράν· εφρόντισεν όμως περί της σωτηρίας μιας μόνης· παραλαβών

ουν αυτήν εκείθεν διήλθεν εις τας παρακειμένας νήσους Σκίαθον ή

Σκόπελον. Οι δε λοιποί οπλαρχηγοί δυσαρεστηθέντες εκ του τρόπου

του Διαμαντή και της διαγωγής του εγκατέλιπον την θέσιν των,

απεσύρθησαν την νύκτα και ανεχώρησαν· τινές δε εξ αυτών εζήτησαν να

καταλάβωσι το δερβένι κάτωθεν της Παλιουρής και άνωθεν του

εκκλησιδίου του Αγίου Γεωργίου, και πολεμήσωσιν τον εχθρόν εις το

στενώτερον αυτού μέρος· αλλά πού πλέον; τις ήκουεν τον άλλον;

κατέλαβον εν μέρος εκεί ολίγοι, αλλά τι ήθελον κάμει ολίγοι εις

τοσαύτα τα στίφη Βαρβάρων; εφονεύθησαν και άνευ πολέμου και

βλάβης διήλθον το δερβένι οι Βάρβαροι.» 3

«Ο δε λαός έχων τας ελπίδας του εις τον γενικόν οπλαρχηγόν αυτού

ησύχαζε, και ηκολούθη τα έργα του· ηπατήθη όμως κατά τούτο πολύ,

διότι εκείνος πάντων πρώτος ελειποτάκτησε την νύκτα· ο δε

δυστυχής λαός είδε αίφνης τον βάρβαρον, εν τη θύρα αυτού


3 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ. 56-57


4


πεζεύοντα, εξανδραποδίζοντα [υποδουλώνοντας και κατόπιν πουλώντας

ως δούλους], σφάζοντα και αιχμαλωτεύοντα τας κόρας και τας

γυναίκας του.

»Ναι, ο λαός της Ευβοίας έπαθε ταύτα, όστις έτρεφε και επλήρωνε

αυτόν αδρώς· ούτος εγκατελείφθη υπό του μισθοδοτουμένου και

τρεφομένου εις την διάκρισιν του εχθρού. Εις τα Αχμέταγα και το

Μαντούδι εξηνδραποδίσθησαν δισχίλιαι ψυχαί αιφνιδίως το πρώτον,

εκ των οποίων τας μεν έσφαξαν, τας δε εις αιχμαλωσίαν είλκυσαν,

τας δε εις φλόγας έρριψαν, τας δε ανεσκολόπισαν. κλ. Ο δε επίλοιπος

λαός λαβών την είδησιν, μέρος μεν εις τα όρη και τα σπήλαια εκρύβη,

μέρος δε εις τα σπηλιάς της θαλάσσης έδραμεν ίνα σωθή, όστις και εις

τας αντικρύ νήσους Σκίαθον και Σκόπελος εσώθη γυμνός, ανυπόδητος

και πεινασμένος, εξήλθεν επ’ αυταίς· αλλά και εκεί εύρε αυτόν λοιμός

και λιμός, και αν ενενόουν τινα να έχη τι, τα παλληκάρια της

ελευθερίας το αφήρουν απ’ αυτού, και άφινον όλον γυμνόν· τοιαύτη

ήτο η κατάστασις. Τοιαύτα υπέστη δεινά η επαρχία της Χαλκίδος και

πλείονα έτι επί της στρατηγίας του Διαμαντή Νικολάου κλ….Τα

πλοία τα εν τη Λίμνη ηγκυροβολημένα απεβίβασαν τον Οδυσσέα εις

το Ταλαντονήσι, ως και πολλάς άλλας ψυχάς έσωσαν εκεί· πολλάς δε

μετέφερον και εις τας Ναυπλίας, και ούτω καθεξής.» 4

Β΄ μέρος: «Στον καιρό του χαλασμού…»

Ψηλαφίζοντας τα τεκταινόμενα στο Γριπονήσι το θέρος του 1823, με

τους σαρωτές και ανθρωποκτόνους εισβολείς αλλομερίτες Τούρκους,

εύκολα διαπιστώνεται πως σε συνεργασία με τους εντόπιους ομοεθνείς

τους μέσα σε λίγες εβδομάδας τη Μάκριδο νήσο μας από Καρύστου έως

Ιστιαίας σε έρημη τη μετατρέψανε χώρα… Τον δε Ομέρμπεη Καρυστινλή

ο σουλτάνος για τα αρεστά προς το Ντοβλέτι έργα του, εν μέσω του

ορυμαγδού της καταστροφής της Ευβοίας τον επιβραβεύει, οπότε

«[…]κατά μήναν Ιούλιον ήλθεν η είδησις του διορισμού του Ομέρμπεη

ως πασά της Χαλκίδος» 5 .

Σε άλλο σημείο των Ευβοϊκών του ο – βιώσας ή καταγράψας τα

γεγονότα στο Γριπονήσι μετά από έρευνα και διασταύρωση στοιχείων –

Ναθαναήλ Ιωάννου, μάς πληροφορεί στο περίφημα ιστοριογραφικό του

πόνημα πως:

«Οι δε αποβιβασθέντες εν Καρύστω από του στόλου ομού τε και οι

εντόπιοι Καρύστιοι, […]ήρξαντο την λεηλασίαν των χωρίων δια πυρός

και σπάθης, όρη, δάση, ποταμούς, πεδιάδας, ακτάς, σπήλαια και οπάς


4 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ. 58-59

5 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ.112-3


5


της γης διηρεύνουν και ανίχνευον πάντα. Βληχηθμοί ηκούοντο

μέγιστοι υπό των ανθρώπων.

»[…]Οι μεν γονείς εκόπτοντο δια την απώλειαν των τέκνων των, τα

δε τέκνα δια των γονέων και αδελφών των. Τρόμος αληθώς

κατελάμβανε πάντα άνθρωπον, όθεν διήρχετο, ο τόπος έρημος

ανθρώπων και ζώων εφαίνετο. Εδώ  έβλεπέ τις

σώμα καταβιβρωσκόμενον υπό θηρίων και σαρκοφάγων ορνέων,

εκεί οστά πλέον γυμνά.

  »[…]Δια πυρός και σπάθης διήλθαν, ο έστι έκαυσον, έσφαξαν,

ηχμαλώτισαν και εν γένει κατερήμωσαν την Κάρυστον όλως·

ακολούθως μετέβησαν εις την επαρχίαν Χαλκίδος, εν η και ο

Μπερκόφτσαλης Ιουσούφ Πασάς εισήλθε μεθ’ ετέρου στρατού και

ηνώθη μετά του αποβιβασθέντος.» 6

Διαφωτιστικά των γεγονότων είναι τα όσα ο δάσκαλος της Αγίας Άννας

Γεώργιος Κ. Αφένδρας στην Εφημερίδα Εύριπος το 1930 στο υπό τον

τίτλο «Ο χαλασμός», «κατά παράδοσιν» άρθρο του έγραφε,

συγκεντρώνοντας υλικό και από βιώσαντες τα γεγονότα ζώντες κατά τις

αρχές του 20 ου αι. υπερηλίκους ή μεσήλικες πλέον απογόνους τους:

«Στο καιρό του χαλασμού» «Καθώς χαλάσανε οι Τούρκοι τον κόσμο».

Ούτω πως χρονολογούσαν οι πάπποι μας την επανάστασιν του 1821.

Χαλασμός κόσμου από τον Τούρκο! Και ήτο πραγματικός χαλασμός, και

δεν διέφερε καθόλου ο χαλασμός αυτός της Ευβοίας από την

καταστροφή των Ψαρών και της Χίου. ‘‘Σφαγή – φωτιά – ρεμούλα’’ το

σύνθημα των Τούρκων.

[…]»Ο καπετάν Διαμαντής έφυγε με τα παλικάρια του από το ουρδί 7 ,

μόλις το έμαθεν αυτό ο τρομερός Ομέρ Βρυώνης [Μπερκόφτσαλης]

αμέσως διατάσσει τους υποστρατήγους του να κάμουν γιουρούσι. Το

γιουρούσι έγινε, το ουρδί έσπασε και τα παληκάρια σκόρπισαν στις

πλαγιές του ορεινού όγκου του Άγιου, Πυξαριάς, Δάφνης. Οι ιππείς

Τούρκοι ώρμησαν εις καταδίωξιν ακάθεκτοι. Ομηρικαί συμπλοκαί τότε

συνήπτοντο μεταξύ μεμονομένων παληκαριών και ιππέων Τούρκων. Οι

Ευβοείς σπιθαμήν προς σπιθαμήν διεκδικούσαν το έδαφός των. Έξωθεν

εκάστου χωρίου αιματηρόταται συμπλοκαί εγίνοντο και οι άνδρες

επετίθεντο κατά των ιππέων δια παντός μέσου και λίθων ακόμη με

σκοπόν να αναχαιτίσωσι μόνον αυτούς, δώσωσι δε καιρόν εις τα

γυναικόπαιδα να τραπώσιν εις φυγήν. Οι Ευβοείς έρριπτον τα πτώματά

των οδοφράγματα των Τούρκων ιππέων, ίνα σώσωσι τας γυναίκας των,

τα τέκνα των, επάλαιον κατ’ ανίσου εχθρού και εν γνώσιν των έπιπτον

υπέρ βωμού και εστιών!!


6 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ.112-3 

7 ουρδί ή ορδί: Τούρκικη λέξη, που σημαίνει στρατόπεδο. Εδώ, ο συγγραφέας εννοεί το στρατόπεδο

των Βρυσακίων στην περιοχή της Καστέλας Ψαχνών.


6


»Οι πλαγιές, του Πεθαμένου, Κλιμάκι, Άκρες εγέμισαν από πτώματα

καταδιωκόντων και καταδιωκομένων, τα χωρία των μερών αυτών

έγιναν τα πρώτα αναλώματα του πυρός, οι δε κάτοικοι αυτών οι πρώτοι

οι πρώτοι μάρτυρες της ελευθερίας. Οι συλλαμβανόνομεοι άνδρες

κατεκόπτοντο, οι γέροντες και αι γραίαι εσφάζοντο παρουσία των

τέκνων και εγγόνων, τα δε γυναικόπαιδα εν αλλαλαγώ απήγηντο υπό

των μαινομένων Τούρκων ως ανδράποδα. Κατά τας φρικτάς και

απαισίας ταύτας στιγμάς, τα παληκάρια απελθόντα επί του Άϊου και

ιδόντα την τραγικήν θέσιν των φευγόντων κατοίκων, τους καπνούς των

καιομένων χωρίων και ακούοντα τους κοπετούς και θρήνους των

ακολουθούντων γυναικοπαίδων αποφάσισαν να αντισταθώσι μέχρις

εσχάτων επί της λοφοσειράς του Άϊου, ίνα ούτω δώσωσι καιρόν εις τους

κατοίκους των Βορείων χωρίων της Ευβοίας και σωθώσι δια της φυγής,

και ωχυρώθησαν προχείρως εις τα Ντροελά, θέσιν παρά τον Άϊον.

[…]Ο Ομέρ Βρυώνης [εδώ, έχει λάθος ο Γεώργιος Αφένδρας, ήταν ο

Μπερκόφτσαλης] αφήσας τον στρατόν του υπό τας οδηγίας

δευτερευόντων πασάδων, επέστρεψεν εις Χαλκίδαν.

»Ο δε τουρκικός στρατός οδηγία ιππέων ανιχνευτών εισήλθεν εις την

κοιλάδαν του Κηρέως ποταμού, έκαυσεν το χωρίον Αχμέταγα, του

οποίου οι κάτοικοι επρόφθασαν και ανήλθον εις την κορυφήν του όρους

Κανδήλι και εσώθησαν και επροχώρησαν εις το Μαντούδι

[…]ελεηλάτησαν πρώτα και έκαυσαν όλες τις οικίες και ναούς του

χωρίου, επέστρεψαν εις το ανωτέρω μέρος, εχώρησαν τα γυναικόπαιδα

τα οποία απήγαγον ως ανδράποδα, τους δε άνδρας, γέροντας και

γραίας απέσφαξαν διασκεδάζοντας παρουσία των συζύγων, τέκνων

και πατέρων.

»Εκ Μαντουδίου απεστάλησαν αποσπάσματα προς διάφορα χωρία

με διαταγάς να εκτελώσιν ό,τι έκαμον εις το Μαντούδι. […]λεηλατήσαν

και καύσαν πάντα τα ανωτέρω χωρία, μη απάγον όμως αιχμαλώτους,

διότι δεν εύρεν, ή όσους εύρεν εφόνευσεν επί τόπου.

»Το κύριον σώμα του Τουρκικού στρατού επροχώρησεν προς την

Αγίαν Άνναν.

[…] »Άλλοι πάλι κατέφυγον εις τους απορρώγας 8 βράχους της ακτής

της μεταξύ των χωρίων Αγίας Άννης και Αχλαδίου της ονομαζομένης

‘‘Πρασίδι’’ ένθα σχηματίζονται μικρά τινά σπήλαια τα δε υπερκείμενα

τότε δάση ήσαν πυκνά και αδιαπέραστα, ίνα αναζητήσωσιν προσωρινήν

εντός αυτών σωτηρίαν και μόνην ελπίδα να καταφύγωσιν εις κανένα

πλοίον. Απόσπασμα Τουρκικόν έφθασεν και εις το μέρος αυτό έχον και

κύνας κυνηγετικούς προς ανεύρεσιν των κατοίκων.

[…]»Άλλα ισχυρά αποσπάσματα εστάλησαν δια την καταστροφήν και

δήωσιν των χωρίων των τέως Δήμων Νηλέως και Αιγαίων παρά τας


8 απορρώγας βράχους: τραχείς, απόκρημνους βράχους


7


όχθας του Νηλέως ποταμού κειμένων, ήτοι Στροφυλλιά, Κεχριών,

Σκεπαστής, Κεράμιας, Αμελάντων, Κουρκουλοί κτλ. και προς την

διεύθυνσιν των χωρίων Αχλάδι, Κοτσικιά και Παπάδες. Τα αποσπάσματα

εισερχόμενα εντός των χωρίων εύρισκον ταύτα κενά κατοίκων, τα

εδήουν, επυρπόλουν και έφευγον συναποκομίζοντες και όσους ζώντας

συνελάμβανον.»

Γ΄ μέρος: Πλαγαράκι

Ένα – από τα σαρωτικά των παραλίων της Αγίας Άννας και με

κατεύθυνση τις βορειότερα αυτής παράκτιες περιοχές πολυπληθές –

απόσπασμα, αφού επιτέλεσε το καταστροφικό του έργο στο Πρασίδι

Αχλαδίου, συνέχισε την ανθρωποκτόνα του δράση και στις γειτονικές

αυτού ακτές τής Κοτσικιάς, αναζητώντας καταφυγόντες Ευβοείς στα

παρακείμενα δάση, στα βραχόνησα ή και στα σπήλαια, προπαντός τα

εφάλια, αυτά που με τη θάλασσα ασταμάτητα έπιαναν σκοπούς, τα

αγριοπερίστερα τα είχαν κρύπτες, οι κυνηγημένοι φωλεά κι απαντοχή και

οι διώκτες στόχο τους ραγιά να βρουν, ν’ αρπάξουν, ν’ ατιμάσουν,

ανδράποδο να δώσουν για παρά ή εάν δε θα ’πιανε τιμή σε μπέη την

αυλή ή στου σκλαβοπάζαρου τον πραματευτή, να τόνε μακελέψουν στη

στιγμή και να συνεχίσουν για άλληνε καταστροφή…

Διαφωτιστικά των (σε κοντινές τής Αγίας Άννας περιοχές) επάλληλων

συμβάντων, είναι τα όσα ο δάσκαλος της ιστορικής αυτής

βορειοευβοϊκής κώμης Γεώργιος Κ. Αφένδρας στην Εφημερίδα Εύριπος

το 1930 στο – υπό τον τίτλο «Ο χαλασμός», «κατά παράδοσιν» –

κείμενό του έγραφε.

Κείμενό του, (που μάς απέστειλε ο ερευνητής και αποδελτιωτής των

ευβοϊκών εφημερίδων Βαγγέλης Κουζούνης και προς τούτο θερμότατα

τον ευχαριστούμε) και το οποίο άρθρο δημιουργήθηκε, ως αμάλγαμα των

γνώσεών του και των αφηγήσεων άμεσων απογόνων των βιωσάντων τα

γεγονότα του 1823 και που στις αρχές του 20 ου αι. μεθοδικά ο Γεώργιος

Αφένδρας συνέλεξε και καταλλήλως συνέταξε. Σχετικά, ιστορεί πως:

«[…]Το απόσπασμα το σταλέν δια την καταστροφήν των χωρίων

Αχλάδι και Κοτσικιά φθάσαν και ευρόν τα χωρία αυτά κενών

κατοίκων, έσπευσεν προς την παραλίαν, όπου υπέθετε, κατά προδοσίαν

φαίνεται, ότι θα έφθανε τους κατοίκους φυγόντας προς το μέρος εκείνο.

Πράγματι οι κάτοικοι των χωρίων αυτών κατέφυγον εις την παραλίαν του

χωρίου Κοτσικιά και διεκπεραιώθησαν πάντες εις τι νησύδριον

Πλαγαράκι ονομαζόμενον μόλις τριάκοντα πέντε μέτρα απέχον της

Ευβοϊκής ακτής.

»Μαινόμενοι οι Τούρκοι κατέφθασαν εις την παραλίαν και θέλοντες να

συλλάβωσι τα γυναικόπαιδα ζώντα και να απάγωσι ταύτα προς τον Πασά

τους ερρίφθησαν επί των ίππων εντός της θαλάσσης να διαπεραιωθώσι

εις το νησύδριον!! Ένα όμως καρυοφύλλι εθαυματούργησε, μια


8


τουφεκιά ρίψασα εντός της θαλάσσης τον πρώτον, αναχαίτισε τους

λοιπούς αποσυρθέντας εις τον άνωθεν λόφον, οπόθεν αδιακρίτως

επυροβόλουν κατά των γυναικοπαίδων, εξ ων εφονεύθησαν πλείστα.

Οι Τούρκοι επρότειναν παράδοσιν, αλλ’ εις μάτην. Επί τρία ημερόνυκτα

τα δυστυχή εκείνα πλάσματα, έμενον επί του νησηδρίου αυτού

πεινασμένα, δειψασμένα και απειλούμενα υπό των Τούρκων. Την

τετάρτην ημέραν κατέπλευσεν ένα Σκοπελίτικο καράβι και παρέλαβε

αυτά, αφ’ ου κατά το τετραήμερον διάστημα εφονεύθησαν ή απέθανον

των κακουχιών τα περισσότερα.»

Αυτήν την αφήγηση αξιοποίησαν και κατοπινοί συγγραφείς.

Ο Γιάγκος Τσαούσης στην Ευβοϊκή του Εγκυκλοπαίδεια, στο λήμμα

«Πλαγαράκι» αναφέρει πως είναι: «Βραχονησίδα στη ΒΑ ακτή της

Ευβοίας, η οποία απέχει 35 μ. από την ξηρά. Είναι ένα από τα

Λευκονήσια. Κατά την Επανάσταση (το 1824) [ΣΣ: συνέβη το 1823 και

όχι το 1824] είχαν καταφύγει πολλά γυναικόπαιδα από τα χωριά Αχλάδι,

Κοτσικιά. Παπάδες και περίχωρα, για να σωθούν από τη θηριωδία των

Τούρκων. Παρέμειναν στο ξερονήσι τέσσερις ημέρες χωρίς ψωμί και

νερό, αποκρούοντας με τα καριοφίλια τους τις επιθέσεις του Τουρκικού

ιππικού. Απέρριψαν τις προτάσεις τους για παράδοση και πολεμώντας

αποδεκατίστηκαν. Όσοι έμειναν, σώθηκαν από ένα σκοπελίτικο πλοίο,

που τους παρέλαβε και τους γλίτωσε από βέβαιο θάνατο.» 9

Για δε τα πετρονήσια της Κοτσικιάς, στα οποία περιλαμβάνεται και το

Πλαγαράκι, ο συγγραφέας της Ευβοϊκής Εγκυκλοπαίδειας στο λήμμα

«Λευκόνησα ή Λευκονήσια» αναφέρει πως είναι: «Δύο μικρά βραχώδη

από λευκόλιθο, άνυδρα και ακατοίκητα νησίδρια στη ΒΑ ακτή της

Ευβοίας, που απέχουν μεταξύ τους ¾ του μιλίου, απομεινάρια

ακρωτηρίου μεταξύ της παραλίας Κοτσικιάς και των Βασιλικών.

Περιστοιχίζονται δε από όλες στις μεριές από πλήθος σκοπέλων και

υφάλων, που αποτελούν συστάδα ερημονήσων, συνέχεια του ακρωτηρίου

Λεύκα.» 10

Διερευνώντας το θέμα πριν λίγα χρόνια, αποτάνθηκα σε ορισμένους

γηγενείς Κοτσικιώτες και Αχλαδιώτες. Ανάμεσά τους ήταν ο Συν/χος

Γεωπόνος Νικηφόρος Γλωσσιώτης και ο επίσης αφυπηρετήσας

συντοπίτης του Αρεοπαγίτης, Συγγραφέας και πρώην Υπουργός

Δημήτριος Μουστάκας. Όπως ανέφεραν, για γεγονότα με τους

Τούρκους στο Πλαγαράκι δεν έχουν ακούσει κάτι, ενώ για το Πρασίδι

Αχλαδίου (περί του οποίου θα αναφερθούμε σε επόμενη εκπομπή μας)

πολλά γνωρίζουν και μάς γνωστοποίησαν.

Για δε το Πλαγαράκι ο μεν πρώτος μού το περιέγραψε ως μία

βραχονησίδα της Κοτσικιάς, προσβάσιμη με τα πόδια, στην οποία,


9 Γιάγκος Τσαούσης Ευβοϊκή Εγκυκλοπαίδεια, σελ. 1.361

10 Γιάγκος Τσαούσης Ευβοϊκή Εγκυκλοπαίδεια, σελ. 1.023


9


όταν ήτανε μικρός, πήγαινε με τον πατέρα του για να βγάλουν πεταλίδες

και αχινούς, ο δε δεύτερος πως η εν λόγω βραχονησίδα «ανήκει στα

Λευκονήσια της ΒΑ Εύβοιας, που απέχουν πολύ λίγο από την ακτή και

από το χωριό Κοτσικιάς 2-3 χιλιόμετρα». Θυμάται δε τον πατέρα του και

έναν θείο του, «που είχαν μία μικρή βάρκα και κάπου-κάπου, πήγαιναν

στα Λευκονήσια, με τα κουπιά και γύριζαν αυθημερόν!»

Ο Ναθαναήλ Ιωάννου στα Ευβοϊκά του με τα μελανότερα χρώματα

περιγράφει τα όσα τότε στη Βόρεια Εύβοια συνέβησαν:

«Ο δε από του στόλου αποβιβασθείς εν τη Καρύστω και ο του

Μπερκόφτσαλη Ιουσούφ Πασά στρατός, αφού διήλθεν άπασαν την

επαρχίαν της Χαλκίδος, ως νυν εστί [όπως τώρα είναι], δια σιδήρου

και πυρός, επανελθών εις την Χαλκίδαν εσκήνωσε έξω του

Βελημπαμπά και της Βρωμούσης, ως και πρότερον.» 11

«Ο δε λαός έχων τας ελπίδας του εις τον γενικόν οπλαρχηγόν αυτού

ησύχαζε, και ηκολούθη τα έργα του· ηπατήθη όμως κατά τούτο πολύ,

διότι εκείνος πάντων πρώτος ελειποτάκτησε την νύκτα· ο δε δυστυχής

λαός είδε αίφνης τον βάρβαρον, εν τη θύρα αυτού πεζεύοντα,

εξανδραποδίζοντα, σφάζοντα και αιχμαλωτεύοντα τας κόρας και τας

γυναίκας του.

»Ναι, ο λαός της Ευβοίας έπαθε ταύτα, όστις έτρεφε και επλήρωνε

αυτόν αδρώς· ούτος εγκατελείφθη υπό του μισθοδοτουμένου και

τρεφομένου εις την διάκρισιν του εχθρού. Εις τα Αχμέταγα και το

Μαντούδι εξηνδραποδίσθησαν δισχίλιαι ψυχαί αιφνιδίως το πρώτον,

εκ των οποίων τας μεν έσφαξαν, τας δε εις αιχμαλωσίαν είλκυσαν,

τας δε εις φλόγας έρριψαν, τας δε ανεσκολόπισαν. κλ. Ο δε επίλοιπος

λαός λαβών την είδησιν, μέρος μεν εις τα όρη και τα σπήλαια εκρύβη,

μέρος δε εις τα σπηλιάς της θαλάσσης έδραμεν ίνα σωθή, όστις και εις

τας αντικρύ νήσους Σκίαθον και Σκόπελος εσώθη γυμνός, ανυπόδητος

και πεινασμένος, εξήλθεν επ’ αυταίς· αλλά και εκεί εύρε αυτόν λοιμός

και λιμός, και αν ενενόουν τινα να έχη τι, τα παλληκάρια της

ελευθερίας το αφήρουν απ’ αυτού, και άφινον όλον γυμνόν· τοιαύτη

ήτο η κατάστασις. Τοιαύτα υπέστη δεινά η επαρχία της Χαλκίδος και

πλείονα έτι επί της στρατηγίας του Διαμαντή Νικολάου κλ….Τα

πλοία τα εν τη Λίμνη ηγκυροβολημένα απεβίβασαν τον Οδυσσέα εις

το Ταλαντονήσι, ως και πολλάς άλλας ψυχάς έσωσαν εκεί· πολλάς δε

μετέφερον [δια πλοίων] και εις τας Ναυπλίας, και ούτο καθεξής.» 12

Δ΄ μέρος: Το Πλαγαράκι της Χαλκίδας…

Εκεί, μεταξύ της ακτής και της συστάδας των παρατεταγμένων δίπλα

δίπλα μικροβραχονησίδων σχηματίζεται και η παραλία Λουτρό

11 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ. 59

12 Ναθαναήλ Ιωάννου Ευβοϊκά, σελ. 58-59


10


Κοτσικιάς, σήμερα προσφιλής τόπος των παραθεριστών, ενώ τότε το

εφαλτήριο εφορμήσεως των Οθωμανών ιππέων με τα αφηνιασμένα τους

πολεμικά άλογα και τα δυνατά τους όπλα να επιχειρούν με διάφορα

τεχνάσματα να εξοντώσουν τους γαντζωμένους στη ράχη του βράχου και

πρυμνηδόν ευρισκομένων ή να ριχτούν από τα πλάγια και να σκοτώσουν

ή τους συλλάβουν τους για κάλυψη κουρνιασμένους στην πίσω πλευρά

της μικρονησίδας, που κυρίως ήταν γυναικόπαιδα ή τραυματίες από τα

τούρκικα βόλια.

Και επ’ αυτής ατρόμητοι και αποφασιστικοί οι ολιγάριθμοι Ευβοείς

πολεμιστές να πασχίζουν με τα ελάχιστα καριοφίλια και τα πολύτιμα

φουσέκια τους να υπερασπιστούν τις οικογένειές τους και τους

συγχωριανούς τους, με την ελπίδα πως «ο Θεός θα βάλει το χέρι του» και

πως «κάποιο πλεούμενο θα φανεί και θα τους σώσει».

Κι, όντως, εν τέλει ένα σκαρί εφάνει και ήταν σκοπελίτικο και

μπόρεσε τους εναπομείναντες ζώντες Ευβοείς να διασώσει και στο

σποραδονήσι να μεταφέρει, όπου και χιλιάδες άλλοι ξερριζωμένοι είχαν

καταφέρει «λιμάνι σωτηρίας» να έβρουν.

Η Χαλκίδα, τιμώντας τον αγώνα αυτών των ολίγων οπλοφόρων

Αγωνιστών υπερασπιστών τής τιμής και της ζωής των γυναικόπαιδων

(που μαζί τους γαντζώθηκαν πάνω στον βράχο του Πλαγαρακίου της

Κοτσικιάς Βόρειας Εύβοιας με κάποια τους παλικάρια και ορισμένους

αμάχους πληγωμένους από το φαρμακερό των σπαχήδων βόλι εκεί

παντοτινά να μένουν κι αυτόν τον θαλασσόβραχο κλινάρι και αγκάλη

τους να έχουν, ενώ ολίγοι άλλοι τυχεροί να διασώζονται από ένα

περαστικό πλοιάριο των αντιπέρα νήσων) έναν της δρόμο, έτσι έχει

ονοματίσει.

Ο Λευτέρης Ιωαννίδης στην εργασία του Η Χαλκίδα και οι

δρόμοι της αναφέρει για την: «Πλαγαρακίου: Βρίσκεται στη

συνοικία Βροντού. Αρχίζει από τη συμβολή των οδών Έλληνος

Στρατιώτου και Φιλιππίδου, συναντά την οδόν Αρτεμισίου και

καταλήγει εις την οδόν 7 ου Συντάγματος. Ωνομάσθη δια πρώτην

φοράν το έτος 1959.

Κατά την Ελληνική επανάστασι του 1821, στο νησάκι

Πλαγαράκι, που απέχει περί τα 35 μέτρα από την Ευβοϊκή ακτή

πλησίον του χωρίου Κοτσικιά, είχον καταφύγει τα γυναικόπαιδα

των χωρίων Κοτσικιά, Αχλάδι και Παπάδες. Εκεί χωρίς νερό και

ψωμί κράτησαν με τα λίγα καριοφίλια τους ηρωική άμυνα, τέσσερα

ολόκληρα ημερόνυκτα, κατά των Τούρκων, έως ότου ένα

σκοπελίτικο καράβι παρέλαβε και διέσωσε όσα εξ αυτών είχον

γλυτώσει τον θάνατον.»

Ο Απόστολος Πούλιος στο λήμμα «Οδός Πλαγαρακίου,

(Βροντού. Από το 1959.)» της αναρτημένης στην ιστοσελίδα του

δήμου Χαλκιδέων εργασίας του Καθ’ οδόν στην ιστορία όλων των


11


δρόμων της Χαλκίδας, αναφέρει πως το Πλαγαράκι είναι: «Νησάκι

της Βόρειας Εύβοιας, 35 μίλια 13 [Σ.Σ. Λάθος. Το σωστό: 35 μέτρα]

από την ακτή. Εκεί, στα χρόνια του 1821 είχαν καταφύγει

οικογένειες απ’ τα χωριά Αχλάδι και Παπάδες της

Βορειοανατολικής Εύβοιας, όπου με λίγα πολεμοφόδια και χωρίς

πόσιμο νερό, αντιστέκονταν γενναία κατά των Τούρκων επί 4

μερόνυχτα. Διασώθηκαν, από ένα σκοπελίτικο καράβι, που

βρέθηκε στην περιοχή του Πλαγαρακίου και τους περισυνέλεξε.»

Το 5 ο Γυμνάσιο Χαλκίδας, που σε ευθεία γραμμή απέχει 150 περίπου

μέτρα από τη συμβολή τής Πλαγαρακίου με την Αγγελοπούλου, σε

εκπαιδευτικό του πρόγραμμα για το 1821, περιέλαβε τα συμβάντα στο

μνημονευόμενο πετρονησίδιο, μεταφέροντας από τον τόμο ΙΖ΄ του

Αρχείου Ευβοϊκών Μελετών (του 1971) το ακόλουθο χωρίο:

«Στο νησί Πλαγαράκι, 35 μέτρα από την ακτή στο χωριό Κοτσικιά,

είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα των χωριών Κοτσικιά, Αχλάδι και

Παπάδες. Εκεί, χωρίς νερό και ψωμί κράτησαν ηρωική άμυνα με τα

καριοφίλια τους. Τέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα κατά των Τούρκων, έως

ότου ένα σκοπελίτικο καράβι παρέλαβε και διέσωσε όσα εξ αυτών είχαν

γλυτώσει το θάνατο.»

Κωνσταντίνος Κλ. Μπαϊρακτάρης

Χαλκίδα, 10 Μαρτίου 2026


13  Καθώς το Κυμάσι Μαντουδίου απέχει από το λιμάνι της Σκιάθου 25 ναυτικά μίλια, 27 από το

λιμάνι της Σκοπέλου και 30 ναυτικά μίλια από το λιμάνι Αλόννησου, εάν το Πλαγαράκι απείχε 35

μίλια, θα βρισκόταν πέραν των Σποράδων...

Δεν υπάρχουν σχόλια: