ΓΕΦΥΡΑ

eviahistοry.gr

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Ανέστιοι και πλάνητες


ΠΡΑΞΗ 2η                    Ανέστιοι και πλάνητες 

   

ΠΡΟΣΩΠΑ: Αφηγητής

Αφηγητής: (Ο αφηγητής πιάνει ένα κορμοκάθισμα, που βρίσκεται στο μπροστινό άκρο της σκηνής, απλώνει περιστρεφόμενη τη ματιά του αργά αργά, στέκεται για λίγο στο μακρύ βάθος του χώρου και βλέπει τους χειμάρρους των δεινών, που γεύτηκαν οι ξεριζωμένοι τόσο από τη σπάθη και το γιαταγάνι του Τούρκου εξολοθρευτή, όσο και κατά το ξεμπαρκάρισμά τους στη μητέρα Ελλάδα, που ενόχληση άγρια σε ορισμένους ντόπιους προξένησε, ενώ στους πολλούς τον οίκτο, τη συμπόνια, την αλληλεγγύη τους και τη συμπαράστασή τους εγέννησε. 

  Κι ακόμα, αναλογίζεται το στοίβαγμά τους και την αποθήκευσή τους, όπου  ήταν δυνατό να συμβεί και ως στέγη απόδιωξης του κρύου, του υετού και της χιόνος να αποβεί, συντελώντας λιγάκι τον πόνο τον άφατο και ανελέητο να πραΰνει, στα μαραμένα τους χείλη φτωχές σταγόνες δροσιάς να αποθέσει και λισβό, λιανό κι αδύναμο, ελπίδας κλωνί στις πληγωμένες τους καρδιές με σέβας ν’ αποθέσει…

  Πρόθεση αυτής της σκηνής είναι, με τα λεγόμενα του αφηγητή να εκταθεί ο απαιτούμενος χρόνος για να προλάβουν να μεταμφιεστούν τα πρόσωπα της προηγούμενης πράξης, ώστε στην επόμενη στο προσκήνιο ως πρόσφυγες να εμφανιστούν και συνάμα λίγα λόγια να ειπωθούν για το δράμα, που κατά τον πρώτο καιρό του ξεριζωμού τους οι Μικρασιάτες ομοεθνείς μας βίωσαν και με πρόσθετα δεινά φορτώθηκαν.)

  Όταν οι άνθρωποί μας έφυγαν από τη γη τους την πατρική κυνηγημένοι σαν ένα σμήνος πουλιών, που από χίλιους δυο μαζί επιδέξιους κυνηγούς ασταμάτητα δέχεται τουφεκιές και φτερακάει αλαλιασμένο, ψάχνοντας δάσος πυκνό μακριά για να χωθεί, έτσι και τούτοι οι πρώην αρχόντοι – κατατρομαγμένοι, καταφρονημένοι και ενδεείς πλέον – αρχικά σανίδα βρήκαν σωτηρίας επί του καταστρώματος γκαζάδικου ή πολεμικού πλοίου και από τα πολλά θαλασσοδαρμένοι και ημιθανείς πιάσαν ξηρά σε ένα της Παλιάς Ελλάδας βόρειο λιμάνι, τον Περαία, τον Βόλο ή τον Εύριπο τον ευβοϊκό κι απάγκιο κόλπο...

  Το πρώτο και σωτήριο πάστωμα στο αμπάρι ή στο ανώγειο του καραβιού έγινε και η ζωή δεν έσβησε στα χέρια των Τούρκων, των Τσετών ή του πέλαου την αρπάγη…  

  Μα από κοντά, ήρθαν αρρώστιες, πείνα, λέρα κι η ψείρα που πήρε χοροστάσι να ’χει… 

  Κι έπειτα το στοίβαγμα σε τολ ή αποθήκες παλιακές, σε αχυρώνες, στάβλους έρμαια καιρών και αστραπών σε μονόριχτα με λυγισμένες τις σκεπές… Αλλά και σε εκκλησίες ή σχολειά, σε εργοστάσια κλειστά, χαρτόκουτα με κουρελούδες πόρτες, σε σπηλιές για ποντικούς, παράγκες όλο τρύπες και με σκουριές να στάζουνε θανατικό, κορέους που ’χουνε γιορτή κι οι κατσαρίδες γλέντι…  

  Αχ, πώς οι ως πριν περήφανοι νοικοκυραίοι, αρχόντηδες να καταντήσουν πλάνητες ανέστιοι, ενδεείς… 

  Αχ και βαχ, κι αλί κι αλί και τρις αλί…

  Αχ,  πώς έτσι σαν παστά στη λαμαρίνα, τενεκέ τα δόλια των Ελλήνων προσφυγικά κορμιά, τώρα σαν αγρίμια ή σαν στάβλου ζα από στρώματα όλο πούπουλο, τώρα σιμά εις τα τετράποδα γιατάκι τους του άχυρου έχουνε στρωμνή για ύπνο και τραπέζι…

   Αχ,  πώς έτσι μεμιάς σκοτίδιασαν οι ουρανοί κι ανέστιοι, πλάνητες και ενδεείς μες στη μητέρα χώρα μια μαύρη καθημερνά ζούνε μπόρα και από αδελφούς εντόπιους να γεύονται μια τρομερή και άγρια πρόγκα… Κι οι δόλιοι τι άλλο να πράξουν άραγε, πάρεξ να χάνονται φευγάτοι με την ουρά του ντροπιασμού υπό τα σκέλη και τα αχ βαχ ποτάμια απ’ εντός τους χείμαρρους να χύνουν και τρόχαλα να κατρακυλούν με γόους και με βόγγους… 

   Και πώς να διασκεδαστεί η πρόγκα αυτή – η σαν τον ήλο, την πρόκα, το μπηγμένο μ’ όλο φαρμάκι-μίσος μέγιστο καρφί μες στα χέρια, στους πόδες του Χριστού – κυνήγι εδώ με δίκρανα και σπάθες από τους ομοεθνείς, τους ομοδόξους γηγενείς, που ως απειλή τους ναυαγούς του ονείρου στα χώματά τους απάντησαν και δίχως περίσκεψη και λογισμό αυτά τα ανεμόδαρτα πουλιά αγρίως αποδιώξαν, δίχως να αναλογιστούν πώς μεμιάς οι πανηγύρεις κι οι χαρές του έλεγους γινήκανε οι θρήνοι και της Ιωνιάς οι φάραγγες κλίνες  και οστεοσωροί για χίλιους μύριους αμάχους, Χριστιανούς… 

   Και πώς, γιατί, οι άνθρωποι και αδελφοί να μην στον νου τους λογιστούν το Πώς αλλάζει τ’ όνειρο από τη μια ή την στιγμή την άλλη κι εκεί που σε ευτυχίας πελάγη πλέεις, διαμιάς το φύλλο γυρνάει ανάστροφα και στα πελάγη ναυαγός τραβείς και στ’ άπατα πηγαίνεις, να χαθείς…  

   (Από τα παρασκήνια ακούγεται μουσική λυπητερή κι ο αφηγητής τραβά απομακρύνεται της σκηνής.) 














ΠΡΑΞΗ 3η                    Στους δρόμους της προσφυγιάς 

   

ΠΡΟΣΩΠΑ: Αφηγητής, Χορός γυναικών, Ξεριζωμένοι

ΣΚΗΝΙΚΟ: Πρόσοψη χαμόσπιτων, φτωχών και αθλίων.

Ξεριζωμένοι: (Εμφανίζονται στον ορίζοντα και πλησιάζοντας στη σκηνή, κάνουν ό,τι ο αφηγητής μηνάει και με ελαφρώς αλλαγμένη πλέον ενδυμασία εμφανίζεται.)

Αφηγητής: (Ο λόγος του κατευθύνει τη στάση των ξεριζωμένων. Μιλάει αργά και σε ρυθμό ανάλογο του αργοβαδίσματος των καταφρονεμένων.)  Αμίλητοι, σκυθρωποί και καταφρονεμένοι οι ξεριζωμένοι της Ελληνικής Ανατολής, με το εικόνισμα του προστάτη τους πέπλο και βάλσαμο πάνω από την πυρίκαυστη καρδιά, με τα μπογαλάκια στην πλάτη ή στους ώμους τους, τα μπακιρικά περασμένα σε σκοινί αναρριχτά από τον ώμο τους κι αυτά, με μια κουβέρτα ή ένα μικρόστρωμα ή χράμι υπό μάλης και δυο βάζα σπιτικό γλυκό του κουταλιού στις πατατούκες μέσα… Για ζύγι δε, το ’να στη δεξιά την τσέπα και τ’ άλλο στη ζερβιά… Μέσα στην τόση τρικυμία νααα… περπατά και κάποιααα… ισορροπία!… Κι από ακοντά μια νεροκολοκύθα συντροφιά και διώκτης της δίψας τη φλόγα, τον άσβεστο καημό… Και τα μωρά… Τα μωρά… Όσοι τάχουν… Παραμάσχαλα και τούτα σαν πιθηκάκια γαντζωμένα τα καψαλιασμένα και καημένα… 

  Κι από σιμά, ό,τι μαζί μπορεί να κρατηθεί στου δρόμου τις πορείες, στου άγνωστου τη διάβα… Ό,τι άλλο ο λογισμός το βάνει, που στήριγμα σε αυτές τις μέχρις ψες άγνωρες χρείες τώρα θησαυρός θα φαινόταν!... Ναιεεε… Ναι, μα σήμερις ως απόκληροι του οίκου τους και δια της βίας ταξιδευτές για μια όπου στη γης άγνωστη εγκατάσταση, μαλάματα, ΜΑΛΑΜΑΤΑ φαντάζουνε, ετούτα που πριν απορρίμματα δίχως ‘‘τιμή’’ και βλέψη ήταν... 

  Τώρα,  οι ως πρότινος αρχόντοι σκυφτοί, ανέστιοι και πλάνητες… Τώρα… Πλάνητες, ανέστιοι και ράκη στο σώμα, την ψυχή… Ράκη…   

   (Ανασηκώνεται, βηματίζει για λίγο αργά και δύσκολα. Το βάρος του λογισμού των όσων τράβηξαν οι Έλληνες της Ανατολής, του κόβει τα ήπατα. Βαθιές παίρνει ανάσες και επανακάμπτει στην αφηγηματική του πορεία, με αναλογισμούς στα όσα μετά το ’22 στα Ελλαδικά συνέβησαν.)

   Οι Ίωνες, οι Καππαδόκες, οι Πόντιοι και οι άλλοι Χριστιανοί που γλίτωσαν απ’ την τούρκικη γενοκτονική δράση, απ’ τους τρομερούς εξανδραποδισμούς και τα μύρια άλλα κακά, που αυτή η γάγγραινα της Ανατολής σκαρφίστηκε και από εμφανίσεώς της στη μικρασιατική γη διαχρονικά εφάρμοσε, με αποκορύφωμά της την καθ’ όλα εγκληματική της πορεία από το 1913 έως το 1922, που σε πλήρη ένταση και δίχως έλεος απολύτως συστηματικά εφάρμοζε, αλλά και στις επόμενες του 20ου αι. δεκαετίες στην Κωνσταντινούπολη, την Κύπρο, στο Κουρδιστάν και σ’ άλλους τόπους, δίχως φειδώ πραγματοποίησε και σήμερα δεν παύει κι ανόμως εκτελεί… 

  Οι δε διασωθέντες στην Παλιά Ελλάδα χρόνο με τον χρόνο έπαψαν να δεινοπαθούν, νέους στην Πατρίδα άνοιξαν δρόμους, πολλά στους ντόπιους δίδαξαν, με νέες ιδέες, γνώσεις νέες και με πρόοδο ιωνική τους μπόλιασαν, πολλαπλά την κοινωνία ωφελώντας και οι ίδιοι ή τα τέκνα τους σε πολλούς τομείς πρωταγωνιστώντας... 

  (Περπατά για λίγο, ονειροπολεί και σκέφτεται πόσο όμορφη θα ήτανε ετούτη η στιγμή, αν η κόλαση στη γη μας την ελληνική δεν είχε από βάρβαρη φυλή αναφανεί.) Άλλως, θα ήταν ώρα εύμορφη, ρομαντική και θεία!... (Περπατά για λίγο πάλι. Θωπεύει της Ιωνίας την αλλοτινή αλκή.) Είναι κι αυτό το μελιχρό το φως της πανσελήνης κόρης, μελένιο, λιγηρό θωπευτικό και θάμπος!... Είναι… Ήταν… Μα τι λέγω… Ποιος τώρα το νιώθει Έλλην;...

  Και είναι το ίδιο φως, που ως ψες εθώπευέ τους τις ψυχές, τις ταξίδευε μες στο λικνιστό του χρόνου χοροστάσι!...

   Το ίδιο ήτανε φως, το γλυκό κι απέριττο της Ιωνίας Γης φως, της απ’ αιώνων Ελληνικής Ανατολής, που ξάφνου μαυροντύθηκε και διαμιάς και δια παντός σκότος και έρεβος έγινε, αίμα και δάκρυ καυτερό, ασίγαστο και πάμπικρο!... (Περπατά για λίγο πάλι. Φτεροκοπά ο νους, σήπεται και… σειέται. Χτυπά με δύναμη κι απόγνωση το πόδι του στη γη, την όχεντρα να πάψει, στα Τάρταρα να διώξει.)  Ναι, πάμπικρο κι αλάτι στην πληγή έγινε ετούτο το ανήκουστο κακό, που λύγισε το σίδερο, έφαγε την ανθρωπιά, μες στην καπνιά την έπνιξε και στου Αιγαίου μας τα βάθια πόντισε να σβήσει η μιλιά, να πάψει η  οικουμένη η ελληνική, να ζει ο Μουεζίνης… 

(Περπατά για λίγο πάλι. Φτεροκοπά ο νους του, σήπεται κι ανάκατα σαλεύει.)

  Ετούτοι, οι ως ψες άρχοντες της Ελληνικής Ανατολής, σκιές πρωτόγεννες φαντάζουν τώρα, από του μύθου τις απόκοσμες αχλές, αχνές υπόφωσκες καταβολές αέναα ερχόμενες, σκορπώντας παντού μυστήριο κι αντλώντας απορία για το ποιοι, το πώς έτσι όλο χαράκια στο σώμα τις κατάντησαν και την ψυχή κουρέλια…

  Ναι, τώρα, πώς τα ’φερε η μοίρα και αστροπελέκι την αρχοντιά κατέκαψε… Και τώρα, ναιεεε…  Οι ως ψες νοικοκυραίοι, της σκηνής απ’ άκρου εις άκρου διασχίζουνε το διάβα και το στράτι, με μουσικές τους τους γόους και τους θρήνους εξαπολύουν, τον πόνο τους στα φάραγγα να πνίξουν… Μα η στέγνα – η στέγνια των χειλιών και της ψυχής η λάβρα – τους γόους κειους το πόνου, του καημού, στεγνούς και άνυδρους τους βγάνει, υπόκωφους και πνιγηρούς στα άσωστα τους πέμπει χάη, βαθιά βαθιά ως τις νεφέλες του Θεού, του πέρατος τις εσχατιές, στα μελανά πελάγη…

   Αχ… Αχ… Και εχ… Και αχ… (Δαγκώνει με πείσμα και με νεύρο τον μεσαίο του και ένα στεντόρειο ξέσπασμα πέμπει.) Και αχ… Και χίλια, ΧΙΛΙΑ αχ…  

(Βηματίζει για λίγο πάλι, βυζαίνοντας του πέρατος τα χάη και έπειτα του Χορού την έλευση συστήνει.)

  Εκεί, από του θρήνου την άψη από του κατατρεγμού τη δολερή τη σπάθη, ένας Χορός πραϋντικός, της παραμυθίας ιατρός σοφός – ω! νάτος, ΝΑΤΟΣ  – σπεύδει, βάλσαμο στις χαρακιές τις απύθμενες Μνήμης Λόγο και Εγέρσεως να στάξει Ήλιους, μια γιατρειά ελπίζοντας να φέρει…      

Χορός: (Εμφανίζεται με βήμα αργό, ρυθμικό και σταθερό κατά τη στιγμή των αφηγουμένων της τελευταίας παραγράφου.)

Ω, σεις των Λαμψακινών Μικρασιατών γνήσια τέκνα,

γενιές Ελλήνων της Ανατολής λαμπρά παιδιά


Ω, σεις των Φωκαέων γόνοι ευκλεείς

της ώριας των Βερβύκων κόρης με το αστρινό το μάτι γόνοι,

της άτρομης Λαμψάκης, που έδωσε στον τόπο τη λευτεριά και χάρη, 

εκεί σιμά στου Ελλησπόντου τη νερένια πόρτα και περιγιάλια γύρω


Ω, σεις σοφών ημιθέων τέκνα ένδοξα, της Λάμψακου 

οι λαψινές οι φύτρες: 

Αναξαγόρας, Μητρόδωρος, Αναξιμένης και Χαρώνδας 

των φαεινών των ιδεών του κόσμου οι σμιλευτές,

της Γνώσης οι αργαστές μεγάθυμοι και αστραδεροί για πάντα


Ω, σεις γόνοι ανόθευτοι του Πρίαπου με το μεγάλο μάτι

σκέπη άορη και άγρυπνη στου Διόνυσου τ’ αμπέλια δάση [άορη: η άνευ ορίων]


Ω, σεις τέκνα άοκνα, δημιουργικά, αείδροσα, ποιητικά 

ευγενικοί, πολύτροποι υιοί, πατρώων θεών εσείς

της γης βλαστοί αμάραντοι, πολύκαρποι, πολύσπερμοι

μαΐστορες του Κάλλους, του Καλού κι Ωραίου

της νέας γης τέκνα φιλόστοργης Μητέρας, ιερής

ένα φιλί, ένα χάδι βελούδο θα υγιάνει

την άπατη και χαίουσα πληγή που ως τα βάθητα άνοιξαν οι ασπάλακες  στης ιωνιάς τη ροδογή και  στης ψυχής την ίνα                [ιωνιά: ο ροδότοπος]


Τέκνα Ελλήνων, άδολα, ιερά, 

ο πόνος και το δάκρυ

μάλαμα και χρυσάφι στης νέας γης τ’ ακροθαλάσσι

πλούτος και χούμος, της άγονης γαίας λίπασμα, τροφή για να προκύψει αφράτη, καρπερή σαν Κωπαΐδα και Ψαχνά, Μαραθών και Αργολίδα 


Τέκνα Ελλήνων θαμαστά, γενιά με θέρμη και καρδιά

με ηγέτη σκέπη, πλοηγό του Αϊ-Παρθένη και Τρύφωνα τη χάρη, 

του ιερέα Νικολάου – σεμνό, άσβεστο φάρο σηματωρό – τον νου

σημαία και κοντάρι


Τέκνα Ελλήνων φωτεινά, αιώνων μοίρα, πείρα αείχρονη, άλκιμη,

ταξιδευτές της γνώσης θαλεροί, της δράσης λαμνοφόροι 

της Γαίας, νέας Γης εσείς οι πλαστουργοί

οι άτρομοι της θάλασσας κωπηλατοφόροι, ναυτικοί,

μ’ όνειρο κι απαντοχή, αγώνα και θυσία

με μέθη και με πάλεμα σπείρτε φωτοχυσία 


(Ως τραγούδι από την ίδια ομάδα ή κάποιο μουσικό σχήμα.)

Κουράγιο, αδέρφια αθάνατα, την κεφαλή ψηλά 

κι ο θάνατος δεν είν’ αθάνατος στου Διγενή τ’ αλώνια


Ομπρός, γενναία παιδιά, φιλόστοργος θα είν’ του Εύριπου η γη 

μια αγκάλη μητρική, βάλσαμο να γιάνει τη χαίουσα πληγή


Πάλε χαρές θα ’ρθούνε και γάμοι, βιος βαφτίσια


Πάλε θα φτιάξετε το βιος κι ας ο βιος κάμει καπρίτσια


Πάλε θα χτίσ’τε σπιτικό με γιασεμιά, φουρούσια

 

Πάλε χορούς θα κάμετε με βιόλες και μπουζούκια


Πάλε θ’ ανθίσουν πασχαλιές, κρινάκια και ζουμπούλια


Πάλε θα κάμετε χωριό με μύρια μύρα και θημωνιές καλούδια



            Όνειρο κι απαντοχή, αδέρφια, αγώνας και θυσία

             με μέθη και με όνειρο σπείρτε φωτοχυσία (τρις)

  


                                                                                      (Κλείσιμο αυλαίας.) 


                                            Κωνσταντίνος Κλ. Μπαϊρακτάρης

                                       Αρχική εκδοχή: Χαλκίδα, Απρίλης 2002

                              Επεξεργασία-Ανασκευή: Αύγουστος-Νοέμβρης 2021


Δεν υπάρχουν σχόλια: