ΓΕΦΥΡΑ
eviahistοry.gr
Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017
ΥΠΟΣΚΑΦΟΙ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΔΕΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΝΑΟΙ ΚΑΙ ΕΥΒΟΙΑ
| ΥΠΟΣΚΑΦΟΙ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΔΕΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΝΑΟΙ ΚΑΙ ΕΡΗΜΗΤΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ Απο το Θόδωρο Σκούρα* Όταν το 1965 άρχισα το μεγάλο και μακροχρόνιο οδοιπορικό μου στην Εύβοια, είχα σκοπό να καταγράψω σε κινηματογραφικές ταινίες και σε φωτογραφίες όλα τα μνημεία τής Εύβοιας και τής Σκύρου. Να καταγράψω όλα τα πάνω στην Ευβοϊκή γη αριστουργήματα τής τεχνικής και τής τέχνης τα όποια, δυστυχώς, έχουνε πάθει, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, ανεπανόρθωτες καταστροφές, ενώ όσα μένουνε ακόμα όρθια ακολουθούνε με γρήγορο ρυθμό την τύχη των άλλων. Από τότε οι σπηλιές τραβούσανε την προσοχή μου, γιατί πάντα μου άρεσε ο σκοτεινός κόσμος τους και το μυστήριο πού κρύβει καθεμιά απ’ αυτές. Αυτό το είδος, των υπόγειων φυσικών μνημείων, μόνο |
Ετικέτες
ΕΥΒΟΙΑ,
ΣΠΗΛΑΙΩΔΕΙΣ ΝΑΟΙ,
ΥΠΟΣΚΑΦΟΙ ΝΑΟΙ
ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ
ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ
ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ
Ν. ΑΛΕΞΙΟΥ
Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥΣ
΄Υστερα από το στοιχειώδη κατατοπισμό που μας παρουσίασε μια
γενική εικόνα του ποσοτικού πλούτου των Εκκλησιαστικών Μνημείων του Νομού
Ευβοίας, μπορούμε να προχωρήσουμε σε κάποιας μορφής αξιολόγησή τους. Για να
νιώσουμε τη σημασία των άφωνων αυτών μαρτυριών του παρελθόντος αναγκαστικά θα
υποστούμε μια ιστορική και ψυχική μεταφορά.
Το ένδυμα της καθημερινότητος, της κοινής οράσεως, είναι
τεράστιο εμπόδιο για την είσοδό μας στο άβατο της τέχνης. Για να σταθούμε άξιοι
να περιδιαβάσουμε την μεγαλωσύνη των περασμένων αιώνων, να γίνομε μύσται της
ασύλληπτης λυτρωτικής ενέργειας της Τέχνης, πρέπει να φορέσουμε τον αερικό
μανδύα της ρέμβης και των οραμάτων.
Τοιχογραφία από την Παλιοπαναγιά Στενής
Μόνο με αυτή τη ψυχική προπαρασκευή, με το να αποχωρισθούμε
απ' το αγοραίο εγώ μας, μπορούμε να συλλάβουμε την αίσθηση της ζωής που ενείχε
το μακρυνό μας συνάνθρωπο, και να αισθανθούμε σύγχρονα τη περιφάνεια για τα
περασμένα μας. Και τιμώντας τα περασμένα μας μπορούμε νάμαστε βέβαιοι πως θα
υπηρετήσωμε το
σήμερα και θα προετοιμάσουμε τις ευνοϊκές συνθήκες του
αύριο.
Δεν αρκεί η αναδρομή στο παρελθόν. Η μνημειακή ζωή δε είναι
μια μίμηση αλλά μια παρότρυνση της σημερινής πνευματικής μας παρουσίας.
Κάποιες ανεύθυνες προκαταλήψεις και μια διαστρεβλωμένη
καλλιτεχνική αγωγή, εμπόδιζε μέχρι τα τελευταία χρόνια να χαρούμε την αισθητική
απόλαυση της Τέχνης της Ελληνικής Ορθοδοξίας, ίσως να γεννήθηκε σκόπιμο από τη
Δυτική Εκκλησία, η αντίληψη ότι τίποτε το αξιόλογο δεν υπάρχει στη Βυζαντινή
Τέχνη, ίσως κι από άγνοια των ερευνητών αφού οι πρώτοι ερευνηταί ανήκαν στο
Δυτικό κόσμο. Η συνήθης και τρέχουσα καλλιτεχνική μας αγωγή εβασίζετο στο βαθμό
που το έργο
τέχνης δίνει τη ψευδαίσθηση του αληθινού, του πραγματικού, του
απτού αντικειμενικού κόσμου. ΄Αρτιο εθεωρείτο το έργο τέχνης, κατά το βαθμό που
εμιμείτο τη πραγματικότητα. Και σαν πρότυπα της τέτοιας αγωγής μας είχαμε τη
Τέχνη του Αρχαίου Ελληνικού Κόσμου που εισήγαγε το στοιχείο της πλαστικότητας
στην Γλυπτική και τη Τέχνη της Αναγέννησης, που με την πλαστικότητα και τη
προοπτική, δημιούργησε τον τρισδιάστατο χώρο, και επομένως επιδίωξε τη
πιστότητα του αντικειμενικού κόσμου.
Η Βυζαντινή, ως τόσο εκκλησιαστική Τέχνη
ευαγγελίζεται ένα ιδιόρυθμο και εκπληκτικό καλλιτεχνικό πιστεύω. Ο μακρινός μας
πρόγονος, ο θρησκευόμενος γενικά άνθρωπος της απόμακρης εκείνης εποχής, δεν
έχει καμιά διάθεση να μιμηθή και ν' αποδώση παραστατικά τον εξωτερικό κόσμο. Η
φυσική και κοινωνική πραγματικότητα δεν είχε γι' αυτόν κανένα βαθύτερο
ενδιαφέρον.
Κυρίαρχο και βασικό του μέλημα ήταν η σκέψη της
"επέκεινα" ζωής, η προπαρασκευή και η αγωνία της "μεταθανάτιας
ζωής". ΄Ολες οι ιστορικές συνθήκες, αρρώστιες, κατατρεγμοί, πόλεμοι,
λιμοί, κουρσέματα, πείθουν πως η καθημερινότητα, η επίγεια ζωή είναι κοιλάς
οδύνης και δακρύων, προπαρασκευή για τη μεταθανάτια ύπαρξη, την αδιασάλευτη και
"τετελειωμένη". Κι' αυτή την βαθύτερη πίστη της δεν μπορούσαν να την
εκφράσουν με την πεζότητα του υπαρκτού.
Η αίσθηση της υπάρξεώς τους είναι οπτασία ψυχής, και οι
οπτασίες έχουν ανάγκη ειδικών τρόπων εκφράσεως. Και η εκφραστική αυτή ενέργεια,
δηλαδή η Τέχνη είναι η υλοποίησις της ψυχής, ο απόηχος μιας θεικής ιδέας. Και
για να αξιοθούμε μιας τέτοιας αποκαλύψεως θεικής, πρέπει να ασκήσωμε τη ψυχή με
την ενόραση του εσωτερικού μας κόσμου, τόσο ίσως η ιδέα μας χρησιμοποιήσει σαν
όργανο έκφρασης της. Δεν είναι οι αγιογράφοι που φιλοτεχνούν την εκκλησιαστική
ζωγραφική, οι ταπεινοί αυτοί πιστοί μόνον το χέρι τους, την κίνηση, προσφέρουν
στην ιδέα. Γι' αυτό δεν τολμούν να υπογράφουν τα
ΤΑ ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ
Γράφει ο Θοδωρής Σκούρας
Στην Εύβοια και ειδικά στην νότια, στην Καρυστία, από αιώνες
οι κάτοικοι είχαν δει κάτι παράξενα κτίσματα οικοδομημένα με πολύ μεγάλες
πέτρες και σκεπασμένα με ένα ιδιόρρυθμο τρόπο, πάλι με μεγάλες πέτρες. Δεν
μπορούσαν να πιστέψουν ότι ήταν έργα των προγόνων τους, και με την αφέλειά τους
σκεφθήκανε ότι μόνον δράκοι θα μπορούσαν να τα φτιάξουν γιατί μόνο αυτά το
υπερφυσικό όντα με τις υπεράνθρωπες δυνάμεις ήταν ικανά να σηκώσουν τέτοια
βάρη. Άλλωστε ο λαός μας πιστεύει ότι οι δράκοι ζουν μέσα σε σπηλιές ή σε
γεροφτιαγμένα παλάτια. Έτσι τους φαντάζεται κι έτσι διηγείται κάθε γιαγιά στα
παραμύθια της για τους δράκους. Αυτή η πίστη τους είναι η αιτία που αυτά τα
κτίσματα ονομαστήκανε Δρακόσπιτα και κατά την ντόπια αρβανίτικη λαλιά Δραγκό.
Το 1797 ο Άγγλος γεωγράφος M.P.HAWKINS και συγκεκριμένα στις
21 Οκτωβρίου αυτής της
Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΜΗ
Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΜΗ
Tου Ν.Ξ.ΚΑΡΑΠΑ
Κάτω απ’ το Βυζαντινό κάστρο της Κύμης, που υψώνεται
υπερήφανο στην έξοδο του χειμάρου του Αποκλείστη δεξιά και απέναντι από τις
κορυφογραμμές των Αξαμένων, είναι κτισμένο το Μοναστήρι του Σωτήρος. Η
τοποθεσία που είναι κτισμένο το Μοναστήρι στην πλαγιά την κατάφυτη και απότομη,
την τελείως προς Βορράν εστραμμένη προς τον Άθωνα με το αβυσσαλέο βάθος που
απλώνεται κάτω από την απόκρημνη πλαγιά, το πολυκέντινο αντέρισμα που
διαχωρίζει την βαθειά κοιλάδα του Αποκλείστη από την του κάστρου προς το
Δυτικόν και την άλλη χαμηλότερα του Αγίου Στεφάνου μεταξύ των οποίων
διαγράφεται η περιοχή της Μονής Σωτήρος, δημιουργούν ένα από τα γραφικά και
ωραιότερα τοπεία της Ελλάδος.
Όποιος βρέθηκε εκεί στο βορειοδυτικό της Μονής κατάφυτο,
απόκρημνο και απέραντο σε θαλασσία έκταση τοπείο, μέσα σε ένα μοναδικό σε
φυσικές εναλλαγές συγκρότημα, θα έμεινε έκθαμβος ατενίζοντας συλλήβδην όλο
εκείνο το αμέτρητο πλήθος των απιθάνων αντιθέσεων που αποτελούν μια θαυμάσια
σύνθεση καλλονής εις την οποίαν ο ψυχικός κόσμος αναδιπλώνεται σε μια ανάλογη
από την αντίθεση αρμονία άλλοτε βυθιζόμενος εις την ρέμβη των ωραιοτέρων
αναπολήσεων και άλλοτε στοχαζόμενος την φυσική ομορφιά που από την μεγάλη και
ποικίλη αντίθεση συναρπάζει και αιχμαλωτίζει την εσώτερη διάθεση. Να γιατί κάθε
Κυμαίος και κάθε ξένος που έρχεται εις την ερημικήν αυτή πλαγιά της οποίας η
πόρτα είναι το Μοναστήρι του Σωτήρος αισθάνεσαι μια ακατανίκητη έλξη έπειτα να
τραβά τον εαυτό του προς την μαγικήν εκείνη γωνιά, που η βαθειά θρησκευτικότητα
απεκάλυψε, Αθωνίτης ασκητής μετά το ΙΕ΄ αιώνα. Το Μοναστήρι του Σωτήρος που
ευρίσκεται κτισμένο στην πλαγιά αυτή έχει μεγάλη σχέση με την ιστορία της
νεωτέρας Κύμης η οποία είναι σχεδόν σύγχρονός του. Το Βυζαντινό Κάστρο πιό πάνω
είναι αρχαιότερο του Μοναστηριού. Μετά τον ΙΑ΄ αιώνα το είχαν ως καταφύγιο από
τους πειρατές και από τους εχθρούς και φρυκτώρια είδους σηματορίου διά να
μεταδίδουν τις πληροφορίες από τη Σκύρο και τον ΄Αθωνα καθώς και τις βόρειες
Σποράδες προς τα Κάστρα που ευρίσκονται προς το Αυλωνάρι και με τα οποία είχε
αυτοαπόκριση. Κατω λοιπόν από την πλαγιά του Κάστρου και μέσα σε ειδυλλιακά
τοπείο κατάφυτο από πανύψηλες βελανιδιές, αριές και πουρναριές, φιλίκια και
κοτσέκες, κούμαρα και ρήκια, που και σήμερα παρά την κατά καιρούς καταστροφή
του δάσους, υπάρχουν υπολλείματα ακόμη, για να ενθυμίζουν την παληά ζούγκλα,
εκεί που απλώνονταν πάνω από την ονειρώδη θάλασσα του βορείου Αιγαίου και
ανάμεσα από φοβερές απιρρώγες πέτρες. Όταν λοιπόν από τα Μοναστήρια του Άθω
ξεχύθηκαν στον Ακράθωνα και κόλλησαν τις φοβερές σε ανθρώπινη ατένιση οι
ασκηταί τις φωλιές τους, προχώρησαν κατόπι εις τα πλησιέστερα νησιά του Αιγαίου
και διεπεραιώθηκαν στην απέναντι Ευβοϊκή ακτή που τόσο μοιάζει με τις ακτές του
Άθω. Μια ομάς τέτοιων ασκητών εθέλχθηκε από το μοναδικό αυτό τοπείο, ενέπτυξε
το πρώτο ασκητήριό του εις την πλαγιά αυτή. Αλλο στην απόμερη και πανήψυλη
κορυφή της Κρυφής Παναγίας, και άλλο νοτιώτερα στο απρόσιτο καταρράχτη της
Οκτωνιάς και τις Καρυές της Αχλαδερής ομώνυμο Μοναστήρι με πρωτεύουσα της
Αθωνίτικης πολιτείας Καρυές. Αλλ’ας εντοπίσουμε ειδικώτερα το θέμα μας χωρίς
πλέον παρεκβάσεις. Το Μοναστήρι της Κύμης του Σωτήρος, το οποίον λόγω της
στενής θέσεώς του και του περιορισμένου του χώρου και το οποίον κατά το 1690
αποτελεί μικρό ασκητήριο, το 1643 προάγεται εις Μονήν όπως μαρτυρεί η μέχρι
σήμερα σφραγίδα του. Έκτοτε δε μέχρι της επαναστάσεως αποτελεί σπουδαίον
Μοναχικόν κέντρον των νήσων του Αιγαίου, αφού κατά το 1785 επεσκέφθη και
παρέμεινε ο Ευρίπου Ιερόθεος ως διαφένεται εις την αλληλογραφία του με τον
όσιον Νικόδημον του Αγιορείτη του ασκητεύοντα εις την απέναντι απίνεμον και
άνυδρον Σκυροπούλα. (Συμβουλευτικόν ή περί φυλακής των πέντε αισθήσεων,
Νικοδήμου Αγιορείτου). Δεν μπορούμε όμως να έχουμε μια πλήρη και σαφή εικόνα
της προεπαναστατικής εποχής του Μοναστηριού γιατί το κατέστρεψαν οι Τούρκοι
κατά το 1821 και μόνον η σφραγίδα διασώθηκε, η μικρά εικόνα του προσκυνηταρίου
με την επιγραφή 1807 που σημειώνει στην επικάλυψή της από ασήμι ο δωρητής
αρχιμανδρίτης Νεόφυτος ο οποίος και άλλα ιερά σκεύη και λειψανοθήκες έχει
καλύψει με ασήμι. Η εικόνα αυτή είναι πανομοιότυπη με την της Μονής του
Παντοκράτορος εις το Άγιον Όρος που παριστάνεται η Μεταμόρφωση του Σωτήρος πάνω
σε μια απρόσιτη κορυφή του Θαβορείου Όρους, ενώ οι τρεις μαθηταί σε τρεις
στάσεις, μια που ανέρχονται, μια κατά την μεταμόρφωση που είναι εκστατικοί και
η τρίτη που κατέρχονται. Αυτή λοιπόν η εικόνα μαζί με τον χρυσοκέντητο επιτάφιο
που βρίσκεται μέσα σε πλαίσιο στη βορεία πλευρά της σημερινής εκκλησίας του
Μοναστηριού με πολύ ολίγα ιερά σκεύη με τις Λειψανοθήκες των Μοναστηριών
Κλιβάνου, Μερναγίου και του Σωτήρος, αποτελούν τα μόνα κειμήλια που διεσώθησαν
προ της επαναστάσεως Συνεπώς πως ήτανε το Μοναστήρι προ του 1821 δεν έχουμε
καμιά περιγραφή. Μόνον εις την ΒΔ γωνία διεσώθη μέρος του παλαιού Πύργου, ο
οποίος εχρησίμευε για την ασφάλεια του Μοναστηριού, όπως παρατηρούμε σε όλα τα
Μοναστήρια του Αγίου Όρους. Στη σημερινή του κατάσταση βρίσκεται από του 1848
όπου μετά τη καταστροφή κτίστηκε, όπως φανερώνει επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα
από τον παπα - Σεραφείμ και παπα - Γεράσιμον καθώς και την βοήθειαν του Κυμαίου
πλοιάρχου Δημητρίου Γιαννάκη. Η εκκλησία Βυζαντινού τύπου, άνευ εσωτερικής
διακοσμήσεως και τοιχογραφίες είναι ένα απλούν οικοδόμημα το οποίον όπως το
κατασκέυασε ο αρχιτέκτων Νικόλαος παρέμεινε χωρίς μετά ταύτα να ιστορηθή
αγιογραφικώς, όπως είναι τα παλαιότερα Μοναστήρια της Ευβοίας. Το Μοναστήρι του
Σωτήρος κατά την επανάσταση προσέφερε μεγάλες υπηρεσίας γιατί στις περιοχές του
Πλατανιού και της Χιλής εκρύβονταν οι κάτοικοι της Κύμης. Μεταξύ των Μοναχών
της οι νεώτεροι έλαβαν μέρος εις την επανάσταση, ο αδελφός δε της Μονή ς Ιωσήφ
Ντοβίνος βρήκε ηρωϊκόν θάνατον εις τα Κριεζά, όταν παρά την θέση Σωληνάρι έγινε
μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατά την οποία αφού τραυματίστηκε στη θέση Βαθύ
ρέμμα τραυματισμένος προφτάστηκε και σκοτώθηκε από τους Τούρκους, θάφτηκε δε
εκεί. Μέχρι σήμερα δε την αποκαλούν οι Κριτζώτες μνήμα του Ντοβίνου τη θέση
αυτή. Μετά την επανάσταση και πριν κτισθή και ολοκληρωθεί, μαζεύτηκαν πάλι
αρκετοί Μοναχοί από το Μοναστήρι του Καταρράκτου που διαλύθηκε μετά τον θάνατο
του ηγουμένου Παϊσίου και μετά την προσάρτιση της νήσου Ευβοίας το 1933
βλέπουμε ότι στο μοναστήρι αυτό δίδεται ιδιαίτερη σημασία. Όταν το 1834 δίδεται
ο Κώδικας στο Μοναστήρι, καίτοι κατεστραμμένο, θεωρείται ως το κυριότερο Μοναστήρι
εις το οποίον υπάγονται άλλα υπό διάλυσιν Μοναστήρια και περιοχαί άλλοτε
Μοναστηριών, όπως η περιοχή του Μοναστηρακίου. Στο Κώδικα της Μονής
καταγράφεται το προσωπικόν το οποίον το 1874, περιελάμβανε εννέα Μοναχούς οι
οποίοι ήσαν αδελφοί της προηγούμενης. 1) 0 ιερομόναχος Σεραφείμ Οκτωνιάτης
μοναχός από το 1820, 2) 0 Ιάκωβος από του Πασά και αυτός αδελφός του
Μοναστηριόυ από το 1821, 3) ο Γεράσιμος από το Καδδί κοινοβιάσας από το 1816,
4) ο Γαβριήλ από τον Άγιο Λουκά γεροντώτερος όλων αδελφός της ιδίας Μονής από
το 1794, 5) ο συμπατριώτης του Παΐσιος από το 1797, 6) ο Μοναχός Ιωακείμ
Κυμαίος από το 1832, 7) ο Ιγνάντιος από τη Σκόπελο κοινοβιάσας το ίδιο έτος
1834, 8) ο Καλλίνικος από το Απόκρεμνο από το 1812 και ο Ζωσιμάς από τις
Κονίστρες από το 1825. Σύμφωνα με τον Κώδικα στο Μοναστήρι του Σωτήρος ανήκαν
τα εξής εξωκλήσια μέσα στην περιφέρειά του, 1) Των Ταξιαρχών 2) Άγιος Στέφανος
3) Άγιος Νικόλαος 4) Άγιος Γεώργιος 5) Εισοδίων εντός του Κάστρου κατεστραμμένη
6) Άγιος Γρηγόριος 7) Κοίμησις Θεοτόκου, κελλιών εντός περιφερείας 1) Άγιος
Παντελεήμων και κρυφή Παναγία εις το Πλατάνι και η Αγία Παρασκευή η οποία
απήλαξε η ενορία Αγίου Αθανασίου με το εξωκλήσιον του Αγίου Δημητρίου άνωθεν
της Χιλής. Το ποιο αξιοσημείωτο που βλέπουμε στο Κώδικα είναι ένα είδος
πρωτοκόλλου παραλαβής των ιερών λειψάνων των διαλυθέντων Μοναστηρίων Κούτσουρο
- Μερνάγη - Κορακές - Καταρράκτου έπειτα από διαταγή του επάρχου Καρυστίας και
της υπ’αριθ. 189 τοιαύτης του επισκόπου Καρυστίας. Τα ιερά λείψανα είναι είκοσι
επτά μέρη διαφόρων Αγίων, τρεις σταυροί αργυροί και ένας ξύλινος. Ιδιαίτερα από
την Μονήν Καταρράκτου άλλα τέσσαρα μέρη Αγίων Λειψάνων, ένα εγκόλπιον με
μαργαρίτας, δύο αργυροί σταυροί και σι τρεις θαυμάσιες βυζαντινές εικόνες του
μεγάλου Βυζαντινού ζωγράφου Νικοδήμου, για τις οποίες πολλές φορές έχουμε κάμει
λόγο και οι οποίες σήμερα φυλάσσονται εις το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Όλα αυτά
παρελήφθησαν την 9ην Ιανουαρίου 1835 και υπογράφουν από μέρος του επισκόπου ο
ειδικός επίτροπος και εκπρόσωπός του Παπαμανώλης Οικονόμου και από την
Δημογεροντία Κύμης, οι δημογέροντες 1) Κ. Αστέρης, 2) Κηρύκος Κωνσταντίνου, 3)
Γεώργιος Μπούχλας, 4) Δημήτριος Μπαλαλάς. Το πρωτόκολλον είναι σφραγισμένο με
μικρά ωοειδή σφραγίδα η οποία στην περιφέρεια φέρει τις λέξεις ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ
ΕΛΛΑΔΟΣ και στη μέση με μεγάλα γράμματα το άλλο κομμάτι τη φράση : Η
ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΙΑ ΚΟΥΜΗΣ. Άλλο επίσης σπουδαίο γεγονός είναι η γενική καταγραφή όλων
των κειμηλίων εικόνων και ιερών αμφίων κατόπιν της υπ’ αριθ. 256/160 δ)γής του
Υπουργείου Παιδείας και Εκκλησιαστικής ενώπιον του Βασιλικού Επιτρόπου Γ.
Κοτοπούλη το 1837 και του ηγουμενοσυμβούλου Σεραφείμ ηγουμένου και συμβούλων
Γερασίμου και Ιακώβου. Σ’ αυτό αναφέρεται και η περίφημη Λειψανοθήκη της αγίας
Παρασκευής που φέρει μέρος της Κάρας της. Η λειψανοθήκη είναι πεποικιλμένη με
21 πετράδια πολύτιμα. Αφού τόσα ιερά λείψανα και άλλα ιερά κειμήλια έχουν
θησαυρισθή στο μοναστήρι του Σωτήρος, το 1847 κτίζεται μεγαλόπρεπο, αφού
γενναίως συνέβαλε και ο επιζών ηρωικός του Αγώνος πλοίαρχος Δ. Γιαννάκης, ο
οποίος απέθανε την 2 1/1/1857 όπως φαίνεται σε επίσημο πρακτικό της Μονής που
τον ανακηρύσσει μεγάλο ευεργέτη. Μετά του Σεραφείμ μνημονεύονται ηγούμενοι από
το 1857 ο Γεράσιμος Ζαχαριάδης, από το 1880-1893 ο Καλλίνικος Αποστολίδης από
το 1893-1897 ο Παρθένιος από το 1897-1902 ο Παπαγρηγόριος Τατάγιος από το
1907-1909, ο Παΐσιος Παπακωνσταντίου και το ίδιο έτος ο Σερφείμ Καπαμάς και το
αυτό έτος ο Πολύκαρπος μέχρι 1914, ο Διονύσιος Ραφτόπουλος από το 19 15-1924 το
1925 ο Κορνήλιος μέχρι 1934 το 1934-1938 ο Απόλως, το 1938-1940 ο Τιμόθεος το
194 1-1944 ο Γεράσιμος το 1945-1957 ο Σκουσθένης και από το 1957 ο Δημήτριος
Αυγουλέας αντικατασταθείς ήδη. Και σήμερα μεν το Μοναστήρι του Σωτήρος
στερείται μοναχών. Η μεγάλη δημιουργική πνοή του ασκητικού και άφθαστου σε
φιλανθρωπία Δεσπότη, του άλλαξε όψη. Έτσι το Μοναστήρι έχει τελείως
ανακαινισθεί και διατηρείται σε καλή κατάσταση που πιστεύουμε ότι ο τόσον προς
τον ανθρώπινο πόνο συντρέχων φιλάνθρωπος και ακούραστος σεβάσμιος Μητροπολίτης
θα το χρησιμοποιήση ως κέντρο πνευματικής αναγεννήσεως. Πάντως οφείλουμε να
ομολογήσουμε ότι η ιστορία του και η ονειρώδης τοποθεσία του, που είναι
κτισμένο, έχει στενή σχέση με την ιστορία της Κύμης και ένα από τα ωραιότερο
τοπία της. Άσχετα όμως μ’ αυτά, είναι ένα θρησκευτικό κέντρο που θα παραμείνη
για πάντα, όπως το οραματίστηκαν οι πρώτοι αναχωρηταί και ασκηταί που το
ίδρυσαν και το καθαγίασαν με την ευλάβειά τους. Αυτό το νιώθει κανείς όταν
φεύγει από την τύρβη των πόλεων και ξεπερνά το δάσος της Μονής, αισθάνεται τον
εαυτό του μέσα στο πράσινο και στην αποτομία που προβάλλει μπρος του σαν κάτι
ανερμήνευτο τον τραβά προς αλαλήτους στεναγμούς της καρδίας. Άθελά του τον
οδηγεί η αυτοσυναίσθηση στη συναίσθηση του βαθυτέρου του είναι, και ακολουθεί
νοερά η ψυχή του και η καρδιά του τον πνευματικό δρόμο που είχαν χαράξει οι
πρώτοι άγιοι εκείνοι ασκηταί προς το λυτρωμό(Ευβοικός Λόγος,29-30(1960)38,39).
Φωτογραφίες:Βαγγέλης Στάμου
Φωτογραφίες:Βαγγέλης Στάμου
Για τον Ιερό ναό Αγ. Βαρβάρας Χαλκίδας
|
Κατά τη διάρκεια των εργασιών κατεδάφισης των τειχών μεταξύ Άνω (ή Πύλης του Χριστού, που βρισκόταν στην συμβολή των οδών Φαβιέρου και Παπαναστασίου 126) και Κάτω Πύλης (περίπου στο ύψος του Ξενοδοχείου “Παλίρροια”) του φρουρίου, το 1887, βρέθηκαν ίχνη παλαιοβυζαντινού (;) ναΐσκου “και εκ των αγιογραφιών κυρίως ανεκαλύφθη ότι ετιμάτο επ’ ονόματι της Αγ. Βαρβάρας” (εφημ. “Παλίρροια” φλ. της 5 Δεκεμβρίου 1898). |
εις τον άγιον Στέφανον τον Μάρτυρα”
εις τον άγιον Στέφανον τον Μάρτυρα”
“Εις το μέρος εκείνο είχεν ενεγερθεί εκκλησία αφιερωμένη εις τον άγιον Στέφανον τον Μάρτυρα”
1841. Ο Γάλλος ιστορικός συγγραφέας Αλέξανδρος Ιωάννης Buchon (1791 - 1849), θερμός φιλέλληνας, επισκέπτεται την Εύβοια και σημειώνει, μεταξύ των άλλων, στο ημερολόγιό του: “Παρασκευή 16 Μαίου 1841. Κατά το προηγούμενον ταξείδιόν μου εις Χαλκίδα δεν ηδυνήθη να εύρω αρκετόν χρόνον δια να επισκεφθώ την κρήνην Αρέθουσαν. Αυτή την φορά δεν ηννόουν να χάσω την ευκαιρίαν και εις τας 6 το πρωί ανεχώρησα δια την εκδρομήν ταύτην
Ακολουθών τις την οδόν Χαλκίδος - Ερετρίας, ευρίσκει, μετά δρόμον τριών τετάρτων της ώρας βράχον εις του οποίου τας πλευράς έχουν ορυχθεί τάφοι. Εις πολλά μέρη έχουν σκαλισθή επί του βράχου βαθμίδες αι οποίαι δεικνύουσιν ότι υπήρχεν εκεί ναός, ή είδος τι ηρώου, ή βωμός. Μερικοί τάφοι έχουν ορυχθή εις αυτήν την κορυφήν του βράχου. Πλησιάσας εις ένα των τάφων παρετήρησα λυχνίαν ανημέννην, κρεμασμένην εις τον βράχον από τινος σιδηρού κρίκου. Ολίγα λεπτά ήσαν ερρημένα δεξιά και αριστερά. Πιθανώς θα ήτο εκεί η θέσις ηρώου τινός αρχαίου και η λαϊκή ευσέβεια ηυλαβείτο ακόμη το μνημείον τούτο εις μνήμην των υπηρεσιών, ας είχε προσφέρει ο εκεί τεθαμμένος ανήρ. Και η ανάμνησις έζη επί μακρόν και αφού εκ της μνήμης των ανθρώπων είχε σβεσθή το όνομα του ήρωος. Λέγουν όμως, ότι στο μέρος εκείνο είχεν εγερθή εκκλησία εις τον άγιον Στέφανον τον Μάρτυρα. Η πάντοτε άσβεστος λυχνία ανήγγειλε τον σεβασμόν των Χριστιανών προς την μνήμην αυτού και τα ερρημένα δεξιά και αριστερά λεπτά εσήμαινον τον πόθον να ανεγερθή εκ νέου η εκκλησία δια της συνδρομής των πιστών. Συχνά, διερχόμενος τις δάση και αγρούς, εβρίσκει επί τινος λίθου μερικά λεπτά. Αυτό σημαίνει,ότι εκεί πλησίον είναι τα ερείπια παλαιού ναού, ο οποίος πρέπει να επανακτισθή κοινή συνδρομή. Οι ‘Ελληνες αγαπούν να πολλαπλασιάζουν παντού τα εξωκκλήσια και καθένας θα επόθει αν ήτο δυνατό, να είχεν ιδικήν του εκκλησίαν, όπως οι αρχαίοι είχον τους βωμούς των εφεστίων Θεών” (Το ημερολόγιο του Buchon, επιμέλεια Σπύρου Κοκκίνη περ. ‘Ευβοικός Λόγος”, τχ. 19-20, Σεπτ. - Οκτ. 1959, 59).
Ο “πόθος” να αναγερθεί ‘εκ νέου” η εκκλησία του Αγ. Στεφάνου έγινε πραγματικότητα στα 1868. Ο “Εύριπος” της 26 Απριλίου 1869 πληροφορεί: ‘Αύριον Κυριακήν εις το εξωκκλήσιον του Αγίου Στεφάνο θέλει τελεσθεί αρχιερατική λειτουργία εις μνήμην των κατά το παρελθόν έτος κατ’ αυτήν ταύτην την ημέραν τελεσθέντω εγκαινίων”. Ναός του Αγ. Στεφάνου αναφέρεται σε κείμενα της Άλωσης της Χαλκίδας στα 1470 απ’ τους Τούρκους (Γ. Γκίκας, Δύο βενετσιάνικα χρονικά για την άλωση της Χαλκίδας από τους Τούρκους στα 1470, ΑΕΜ, 6- 1959 - 211). Ο Δ. Τριανταφυλλόπουλος (Η Μεσαιωνική Χαλκίδα και τα μνημεία της, Σχεδιάσμα αρχαιολογικής βιβλιογραφίας, ΑΕΜ, 16 - 1970, 204) υποθέτει πως “μπορούμε ίσως να τον ταυτίσουμε - τον ναό της περιόδου της Άλωσης - με το σημερινό ή τουλάχιστον να υποθέσουμε ότι κάπου, στον ίδιο χώρο, υπήρξε ναός με το ίδιο όνομα, που τον διαδέχτηκε ο σωζόμενος” (η ακριβής θέση του ναού του 1868 δεν γνωρίζουμε αν ήταν πάνω στον παλαιότερο). Στο καθαυτό χώρο της παλαιοχριστιανικής πόλης της Χαλκίδας υπάρχουν ασαφείς ενδείξεις ότι λείψανα ναών επισημάνθηκαν αφενός κοντά στο ναό του Αγ. Στεφάνου και αφετέρου στο χώρο της Αρέθουσας (πιθανόν μάλιστα τα λείψανα να συνανήκουν). Τα σημεία, σημειώνει ο Δημ. Τριανταφυλλόπουλος ‘που διαθέτουμε είναι πενιχρά, ώστε να μην επιτρέπουν κρίση για το μέγεθος, το είδος και την ακριβέστερη χρονολόγηση των κτισμάτων. Μήπως ο δεύτερος ναός (;) (ίσως παλαιοχριστιανική βασιλική στο χώρο της Αρέθουσας) προοριζόταν να καλύψει τις ανάγκες του λιμανιού του Αγ. Στεφάνου, όπως γνωρίζουμε από παρεμφερείς περιπτώσεις (ναοί in Classe); Πάντως αργότερα θα πρέπει να αχρηστεύθηκε από έλος που δημιουργήθηκε στην περιοχή της πηγής Αρέθουσας και από τη θάλασα της οποίας, όπως είναι γνωστό, η στάθμη έχει ανέλθει σε όλη την έκταση της Μεσογείου (σχετικά με την έκταση της παλαιοχριστανικής πόλης, πρέπει να οριστεί καθ’ εαυτήν στην περιοχή μεταξύ σημερινής οδού Αρεθούσης και της συνοικίας Πλάτανος. Δημ. Τριανταφυλλόπουλος, Χριστιανική και Μεσαιωνική Χαλκίδα: ανασκόπηση της νεώτερης αρχαιολογικής έρευνας, πρακτικά Α Διεθνούς Συνεδρίου “Η πόλης της Χαλκίδας”, Αθήνα (Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών, 1990, 176, 177). O ναός του Αγ. Στεφάνου, στη νότια έξοδο της πόλης, βρίσκεται στους πρόποδες του Βαθροβουνίου (όπου και η αρχαία ακρόπολη της Χαλκίδας) ως τις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ένας ειδυλλιακός τόπος αναψυχής, γεμάτος πράσινο και άφθονα νερά απ’ την παραπλήσια πηγή Αρέθουσα. Μέχρι το 1922 βρίσκονταν χωράφια ιδιοκτησίας Ντεγιάννη. Εκεί υπήρχαν στρατιωτικά παραπήγματα εγκαταλελειμένα από χρόνια, τα οποία φιλοξένησαν τους πρώτους πρόσφυγες του 1918. Αργότερα σ’ αυτό το μέρος εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες του 1922 που παρέμειναν στα παραπήγματα μέχρι την απαλλοτρίωση της περιοχής.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΥΛΟΥ
|
ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΑΚΕΡΑΙΟ ΠΑΛΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ.
ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΛΕΠΑ-ΑΦΕΝΤΑΚΗ
Πέρασαν περισσότερα από πολλά χρόνια, ζωής κοντά στην Aγ. Παρασκευή, αλλά πάντα έχοντας το βλέμμα του πιστού, δεν μπόρεσα να την αντικρίσω ως το ωραιότερο μνημείο της πόλης μας, καθώς πάντα ήταν και είναι η πηγή που αντλούσα πίστη για τη ζωή. Είναι λοιπόν ένα ζωντανό μνημείο που πεισματικά αντιστέκεται – στο βάρβαρο πολλές φορές - πέρασμα των αιώνων. Πριν αρχίσω μια ιστορική αναφορά για τον ναό της Αγ. Παρασκευής, θα ήταν παράλειψη εκ μέρους μου, να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι σύσσωμη η τοπική αυτoδιοίκηση έσκυψε με αγάπη και σεβασμό στο θέμα: “Προστασία και ανάδειξη του Ιστορικού κέντρου της Χαλκίδας”, που είναι η περιοχή του κάστρου, γύρω από την Αγ. Παρασκευή. Το γεγονός αυτό προάγει τον πολιτισμό μας και διασώζει την ιστορία της πόλης. έτσι λοιπόν υπηρετώντας το μέλλον παραθέτω πιο κάτω όσα ιστορικά στοιχεία έχω στη διάθεσή μου.
Η σεβάσμια βασιλική της Αγ. Παρασκευής δυσκολεύει πολύ τους μελετητές, επειδή δεν είναι δυνατή η ανασκαφή και επίσης υπάρχει μεγάλη ασάφεια πηγών και πληροφοριών. Οι οικοδομικές φάσεις, ο ακριβής χρονολογικός προσδιορισμός κάθε μέρους χωριστά, ο γλυπτικός διάκοσμος, η σχέση με το απέναντι από την είσοδο κτίσμα, oι κίονες στο προαύλιο της που εικάζεται ότι είναι απομεινάρια από το βαπτιστήριο της Αγίας Παρασκευής που όπως λένε, έφταναν μέχρι τη θάλασσα και νερό του Ευρίπου έγλειφε τα σκαλοπάτια του βαπτιστηρίου. Την πρώτη αφορμή δίνει ο πολύς Α. Βuchon που διαχωρίζει την γοτθική - όπως νομίζει -Αγία Παρασκευή από την Αγία Παναγία (Νolre -Dame) που αναφέρουν οι πηγές. Μία επιστολή (Δελτίο Εβδομάδος) αρ. 30 της 23-9-1894 (υπογράφεται από
έναν Ανδρέα Χαλικόπουλο αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι σε παλιότερα χρόνια ο ναός δεν είχε τέμπλο (πρβλ. διάταξη ναών Δυτικής Ευρώπης) έδωσε αφορμή στον Γ. Λαμπάκη ν’ ασχοληθεί με το θέμα (Η εν Χαλκίδι Βασιλική της Αγίας Παρασκευής “Εβδομάς”, α φ. 34/21-10-1884). Η βασιλική, σύμφωνα με τη γνώμη του, είναι φραγκικό χτίσμα του Ι3ου αι. με κωδωνοστάσιο ρωμανικό και κρύπτη ευγενών κάτω από τον κυρίως ναό. Αξιοσημείωτη η πληροφορία για τοιχογραφίες που αποκαλύφτηκαν το 1854, αλλά ασβεστώθηκαν ξανά. Η γενική αποτίμηση της προσφοράς του Γ. Λαμπάκη στο συνολικό του έργο είναι, ακριβώς αυτή: διέσωσε πολύτιμο υλικό και τράβηξε την προσοχή των μελετητών σε ορισμένα
έναν Ανδρέα Χαλικόπουλο αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι σε παλιότερα χρόνια ο ναός δεν είχε τέμπλο (πρβλ. διάταξη ναών Δυτικής Ευρώπης) έδωσε αφορμή στον Γ. Λαμπάκη ν’ ασχοληθεί με το θέμα (Η εν Χαλκίδι Βασιλική της Αγίας Παρασκευής “Εβδομάς”, α φ. 34/21-10-1884). Η βασιλική, σύμφωνα με τη γνώμη του, είναι φραγκικό χτίσμα του Ι3ου αι. με κωδωνοστάσιο ρωμανικό και κρύπτη ευγενών κάτω από τον κυρίως ναό. Αξιοσημείωτη η πληροφορία για τοιχογραφίες που αποκαλύφτηκαν το 1854, αλλά ασβεστώθηκαν ξανά. Η γενική αποτίμηση της προσφοράς του Γ. Λαμπάκη στο συνολικό του έργο είναι, ακριβώς αυτή: διέσωσε πολύτιμο υλικό και τράβηξε την προσοχή των μελετητών σε ορισμένα
Ο ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΓΟΥΒΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙ
Ο ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΓΟΥΒΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
Του Αντώνη Παύλου
Ο Πύργος που έζησε μεγάλο μέρος των νεανικών του χρόνων ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης, στις Γούβες Εύβοιας, κτίσμα με μεγάλη αρχιτεκτονική, λαογραφική, ιστορική κοινωνιολογική αξία, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα δείγματα που απέμειναν στον Ελλαδικό χώρο, «οικιών οχυρωμένων με πύργους (και μάλιστα διαγωνίως όπως ο πύργος του Δροσίνη). Οι οικίες αυτές ανήκουν στους |
OI XEIPOΠEΛEKEIΣ
OI XEIPOΠEΛEKEIΣ
H ένταξή τους στη γνωστική εξέλιξη του ανθρώπου, η μορφοτεχνολογία τους, τα ελληνικά δεδομένα
Xρήστος Mατζάνας Aρχαιολόγος, Δρ Προϊστορίας
Ο χειροπέλεκυς, πυγμή ή αμφίπλευρο (biface, handaxe) είναι τύπος λίθινου εργαλείου που εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά την Αρχαιότερη Πρώιμη Παλαιολιθική (1,3 – 0,7 εκατομμύρια
χρόνια πριν). Εξακολουθεί να κατασκευάζεται μέχρι και τη Μέση Παλαιολιθική. Χαρακτηρίζεται από αμφίπλευρη και αμφιπρόσωπη συμμετρία και αποτελεί τεκμήριο σημαντικής προόδου των νοητικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Η κατασκευή του πρώτου χειροπέλεκυ ανοίγει αναμφισβήτητα ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ανθρώπινη διανοητική εξέλιξη, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά επιτεύγματα της ανθρωπότητας.
Στάδια γνωστικής εξέλιξης
Η παράλληλη βιολογική και νοητική εξέλιξη χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο τμήμα της ιστορίας του ανθρώπινου γένους. Ως |
ΤΑ ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΑ
ΤΑ ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ
Aπο τον μελετητή της Εύβοιας Θεόδωρο Σκούρα ΟΝΟΜΑΣΙΑ Τα τελείως ιδιόμορφα αυτά κτίσματα ο λαός τα ονομάζει «δρακόσπιτα». Η λέξη δράκος έχει τη ρίζα της στο ρήμα «δέρκομαι» που υποδηλώνει εκείνον ο οποίος έχει οξύ και διαπεραστικό βλέμμα, ή εκείνον που καταπλήσσει με το βλέμμα |
Ετικέτες
ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΚΟΥΡΑΣ,
ΤΑ ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ
Η ΝΥΜΦΗ ΑΡΕΘΟΥΣΑ
ΤΟ ΤΣΙΦΛΙΚΙ ΤΩΝ ΒΑΒΟΥΛΩΝ-ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Γιώργου Φραντζή
Η απελευθέρωση της Εύβοιας
Η Εύβοια δεν είχε την τύχη να κερδίσει τη λευτεριά της με τα
όπλα παρά τη μεγάλη συμμετοχή των κατοίκων της στον αγώνα για την απελευθέρωση
της χώρας από τον κατακτητή αν και επαναστάτησε από την πρώτη μέρα του μεγάλου
εθνικού ξεσηκωμού. Οι μεγαλύτερες ένοπλες συγκρούσεις είχαν επίκεντρο το Μοριά
και την Ρούμελη γιατί εκεί βρίσκονται τα πιο οργανωμένα σώματα αντίστασης τα
πρώτα χρόνια του ξεσηκωμού μετά το 1821. Αργότερα με την σύμβαση του Λονδίνου
το 1829, καθώς και το πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 3 Φεβρουαρίου του 1830
αποφασίστηκε οι Τούρκοι της Ευβοίας να αποζημιώνονται για τα κτήματα που είχαν
στην άμεση κυριότητά τους.
Οι μεγαλύτερες ένοπλες συγκρούσεις είχαν επίκεντρο το Μοριά
και την Ρούμελη γιατί εκεί βρίσκονται τα πιο οργανωμένα σώματα αντίστασης τα
πρώτα χρόνια του ξεσηκωμού μετά το 1821. Αργότερα με την σύμβαση του Λονδίνου
το 1829, καθώς και το πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 3 Φεβρουαρίου του 1830
αποφασίστηκε οι Τούρκοι της Ευβοίας να αποζημιώνονται για τα κτήματα που είχαν
στην άμεση κυριότητά τους. Από την άνοιξη του 1821 έως την άνοιξη του 1826
έλαβαν χώρα σοβαρά πολεμικά γεγονότα στο νησί. Ανάμεσά τους οι μάχες στα
Βρυσάκια, οι δύο εκστρατείες κατά της Καρύστου, με πρωτοβουλία του επισκόπου
της περιοχής εκείνης, Νεόφυτου, οι μάχες στο Διακόφτη και το Βατήσι της
Καρύστου, οι δυο πολιορκίες της Καρύστου από τον Κριεζώτη και η εκστρατεία του
Φαβιέρου εναντίον της Καρύστου με τακτικό στρατό. Δυστυχώς όλες αυτές οι
προσπάθειες δεν απέδωσαν το ποθητό αποτέλεσμα. Το φρούριο της Χαλκίδας και
Καρύστου που εξασφάλιζαν την τουρκική κυριαρχία στην ευβοϊκή γη και στους
χριστιανούς κατοίκους της έμειναν απόρθητα. Κάθε αποτυχία την ακολουθούσαν
φοβερές διώξεις και ατιμώσεις του άμαχου πληθυσμού.1 Ο κυβερνήτης της χώρας
Ιωάννης Καποδίστριας ήθελε το πρωτόκολλο του Λονδίνου να υλοποιηθεί γιατί είχε
τον φόβο μήπως οι Οθωμανοί θα πίεζαν στην πρώτη ευκαιρία τις μεγάλες δυνάμεις
να ανατρέψουν τα συμφωνηθέντα προς όφελός τους. Υπήρχαν όμως σοβαρά προβλήματα
γιατί το νεοσύστατο ελληνικό κράτος βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και
δεν μπορούσε να αγοράσει από τους Τούρκους τα Τσιφλίκια στις περιοχές που
ανέφερε το πρωτόκολλο του Λονδίνου. Ο Ιωάννης Καποδίστριας προσπάθησε να
συνάψει εσωτερικό ή εξωτερικό δάνειο αλλά οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες. Οι
όροι που έθεταν οι ξένοι δανειστές ( κυρίως Άγγλοι και Γάλλοι) ήταν ασύμφοροι
για την ελληνική πλευρά και ταπεινωτικοί για τους κατοίκους των περιοχών αυτών,
γιατί θα έφευγαν από την τουρκική κυριαρχία, αλλά θα γίνονταν κολίγοι στην
Φραγκική φεουδαρχία . Αυτό θα ήταν ένα βαρύ τίμημα για τους Έλληνες που έδωσαν
τα πάντα για την απελευθέρωση της χώρας και έμειναν πάμφτωχοι και διαλυμένοι
από την τουρκική κυριαρχία και καταδυνάστευση. Ο Καποδίστριας το 1831 έστειλε
γράμμα του στην Οδησσό προς τον προσωπικό του φίλο Αλέξανδρο Στούρτζα,
διπλωμάτη και λόγιο Ελληνορουμάνο όπου ζητούσε τη βοήθειά του να προτείνει
στους πλούσιους Έλληνες, τους εγκατεστημένους στην Οδησσό να αγοράσουν αυτοί τα
κτήματα των αγάδων της Εύβοιας. Έγραφε λοιπόν «Διατί οι κεφαλαιούχοι της
Οδησσού να μη συστήσωσι εταιρίαν υπογράφουσαν καθ’ υπόθεσιν , δια 50.000
τάλληρα; Αυτή ήθελε να στείλει εις την Ελλάδα επίτροπον της με χρήματα, ίνα
αγοράση γαίας. Και αν απεφάσιζε να τας διανέμη εις τους γεωργούς εκείνους τους
ομογενείς, τους εκ πολέμου κατά σωρευθέντας εις τα παράλια του Ευξείνου Πόντου,
υπόσχομαι να τη παραχωρήσω αρίστας γαίας επί συμφωνίας συμφωρωτάταις : Ει δε μη
αι καλλίτερα γαίαι της Ελλάδος θέλουσιν γίνει απόκτημα κεφαλαιούχων Άγγλων και
Γάλλων» 2 Δεν έγινε τίποτα τελικά προς αυτή την κατεύθυνση γιατί ο Καποδίστριας
κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι αποσκοπούσε να ξεπουλήσει την Ελλάδα
σε Ελληνορώσους για να την κάνει υποχείριο της εξωτερικής πολιτικής του Τσάρου
και των ρώσικων κεφαλαίων. Κατά τη σύντομη παρουσία του Καποδίστρια στην ηγεσία
του τότε ελεύθερου ελληνικού κράτους έγιναν αρκετές προσπάθειες για την
υλοποίηση του πρωτοκόλλου του Λονδίνου είτε για την εξεύρεση αγοραστών είτε για
την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούσε η επιθετικότητα των Τούρκων στις
περιοχές της Αττικής και της Ευβοίας. Παρά την δημιουργία επιτροπών και
μεσολαβητών δεν είχε προχωρήσει όμως η χαρτογράφηση3 και το ξεκαθάρισμα των
τίτλων γιατί οι Τούρκοι εμφάνιζαν και πλαστά χαρτιά προσπαθώντας να πουλήσουν
γη που δε τους ανήκε ή να διπλοπουλήσουν διάφορα κτήματα για να αρπάξουν όσο
πιο πολλά χρήματα μπορούσαν. Για το θέμα αυτό είχαν υποβάλλει υπόμνημα πολλοί
Ευβοείς πρόκριτοι και οπλαρχηγοί μεταξύ των οποίων και ο Νικόλαος Κριεζώτης
όπου διαμαρτύρονται για τη συμπεριφορά των Τούρκων που παραβιάζουν τη συμφωνία που
υπογράφηκε μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων στις 3 Φεβρουαρίου 1830 στο Λονδίνο, και
τους έδινε το δικαίωμα της εκποίησης μόνο των ιδιόκτητων κτημάτων, εκείνοι
πουλούσαν εκτάσεις στις οποίες δεν είχαν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αλλά μόνο
της κατοχής. Σαν να μην έφτανε αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις πουλούσαν τα
κτήματα, μαζί με τους χριστιανούς που δούλευαν σ’ αυτά, σα να ήταν δούλοι. Την
δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια τον Σεπτέμβριο του 1831 ακολούθησαν τα γνωστά
γεγονότα της διαδοχής στην εξουσία του αδελφού του Αυγουστίνου Καποδίστρια, της
εισβολής των Συνταγματικών στην Πελοπόννησο, και τις προκλητικές επεμβάσεις των
ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της Ελλάδας με αποκορύφωμα τον αφοπλισμό των
Συνταγματικών από τους Γάλλους στο Ναύπλιο. Τον Μάιο του 1832 οι μεγάλες
δυνάμεις ως συνέχεια της συνθήκης του Λονδίνου που προέβλεπε την σύσταση
Ελληνικού κράτους συνεδρίασαν και ενέκριναν την εκλογή του Όθωνα, δευτερότοκου
γιου του βασιλιά της Βαυαρίας, για να δοθεί το στέμμα της Ελλάδας, και τον
Ιούλιο του ιδίου έτους η εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας επικύρωσε την εκλογή. Στην
Εύβοια δεν άλλαξαν τα πράγματα η εκκρεμότητα των ιδιοκτησιών παραμένει και αυτό
το πιστοποιούν με αναφορά τους προς την Ελληνική κυβέρνηση τον Νοέμβριο του
1832 οι: Ιωάννης Μίσσιος και Κωνσταντίνος Μάνος που λειτουργούσαν ως
παρατηρητές και μεσολαβητές μεταξύ κυβέρνησης και των Τούρκων αγάδων. “Αι
ελληνικαί γαίαι θέλουν καταντήσει όλαι εις χείρας τινών πλουσίων αλλοεθνών,
χωρίς να δυνηθώσιν οι κάτοικοι να αγοράσωσι το παραμικρότερον και θέλει μείνωσιν
ούτω ξένοι εις την πατρώαν γην”. Οι υπογράφοντες την αναφορά συνιστούν στην
κυβέρνηση να πάρει τα πιο κάτω μέτρα για την αντιμετώπιση του κακού. α)Να
διακηρύξει ότι κανείς ξένος δεν θα μπορούσε να αγοράσει κτήμα στην Εύβοια, αν
δεν αποκτούσε πρώτα την Ελληνική υπηκοότητα. β)Να θέσει ένα όριο αγοράς γαιών,
που δεν θα μπορούσε κανείς να ξεπεράσει. γ)Να δώσει χρηματικά δάνεια στους
αγρότες ,για να αγοράσουν οι ίδιοι τα κτήματα. Τέτοιες αποφάσεις ήταν δύσκολες
για την κυβέρνηση με την οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, αλλά πέραν
των άλλων ήθελε να καθησυχάσει τους τούρκους που αρνούνταν να αποχωρίσουν από
την Εύβοια και προσπαθούσαν να ανατρέψουν το πρωτόκολλο του Λονδίνου. Η αγορά
κτημάτων και από ξένους αντίθετα θα καθησύχαζε τους τούρκους ότι θα εξασφάλιζαν
την πώληση των κτημάτων όπως η συμφωνία προέβλεπε. Την απάντηση στο πρόβλημα
έδωσε νέα απόφαση της Ελληνικής κυβέρνησης στις 3 Φεβρουαρίου του 1833 (9
δηλαδή μόλις μέρες μετά την αποβίβαση του Όθωνα στο Ναύπλιο). «Αποφασίστηκε η
ενσωμάτωση της Αττικής και της Εύβοιας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος και πήρε τα
μέτρα που χρειάζονταν για να προβεί στην κατάληψή τους Τα στρατεύματα συνόδευσε
ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Ιάκωβος Νερουλός που διορίστηκε επίτροπος
του βασιλιά Όθωνα για την πραγματοποίηση της προσάρτησης της Ευβοίας και της
Αττικής. Στα μέσα Μαρτίου ο Νερουλός έφτασε στην Αθήνα, όπου διόρισε φρούραρχο
το Βαυαρό Χριστόφορο Νέζερ. Λίγες μέρες μετά, ξεκίνησε για την Εύβοια. Ο
εκπρόσωπος της πύλης Χατζή-Ισμαήλ Μπέης, που λίγες μέρες πριν συνέχιζε ακόμη
τις ραδιουργίες του για την παράταση της τουρκικής κυριαρχίας στο νησί,
αναγκάστηκε θέλοντας και μη να του παραδώσει τη Χαλκίδα στις 7 Απριλίου του
1833 και δύο μέρες μετά, στις 9 Απριλίου την Κάρυστο. Η Εύβοια έπειτα από
μακροχρόνια σκλαβιά 363 ετών ήταν επιτέλους ελεύθερη».4 Όπως προκύπτει από το
σύντομο ιστορικό που προηγήθηκε η Ευβοϊκή γη έγινε τσιφλίκια γιατί η επανάσταση
στο νησί δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, και τη ρύθμιση του
ιδιοκτησιακού ζητήματος καθόρισε το πρωτόκολλο του Λονδίνου που ήταν παρέμβαση
των μεγάλων δυνάμεων ώστε να πουληθούν τα «τουρκικά» κτήματα. Οι κάτοικοι που
ήταν οικονομικά εξαθλιωμένοι και διαλυμένοι κάτω από τον τουρκικό ζυγό δεν
μπορούσαν να ανταποκριθούν σε αυτή την απαίτηση σε όλο το νησί. Συγχρόνως οι
ξένοι σαμποτάρισαν την έγκριση δανείου για το σκοπό αυτό, και είχαν τους δικούς
τους λόγους. Την ευκαιρία αυτή εκμεταλλεύτηκαν αρκετά οι οικονομικά ισχυροί της
εποχής και απέκτησαν μεγάλα τσιφλίκια σε εξευτελιστικές τιμές. Περίπου 80000
στρέμματα στη Βόρεια Εύβοια πέρασαν στους Άγγλους και γνωρίζουμε τους αγώνες
των κατοίκων ενάντια σε αυτό το καθεστώς ιδιοκτησίας. Ευτυχώς στην περιοχή της
Δίρφυς τα περισσότερα τσιφλίκια αγοράστηκαν από τους ντόπιους κατοίκους, όπως
το τσιφλίκι των Βαβούλων που ήταν το μεγαλύτερο σε έκταση, το τσιφλίκι του
Απόγκρεμου, του Πισώνα κ. α. Από το 1830 μέχρι το 1840 μέσα σε μια δεκαετία
έγιναν τα περισσότερα συμβόλαια αγοράς από τους Τούρκους. Στη συνέχεια θα
γνωρίσουμε τον Ιστορικό οικισμό των Βαβούλων και το συμβόλαιο αγοράς του
τσιφλικιού από τους Βαβουλιώτες, αξιοποιώντας ιστορικά στοιχεία και μαρτυρίες
συμπολιτών μας που θυμούνται από τους παππούδες τους για την ιστορία της
περιοχής. Τα Βάβουλα Να είχα νερό απ’ τον Έρτερο Κορίτσι από τα Βάβλα Και χήρα
απ’ τον Απόγκρεμο Κι ας ήτανε με τα μαύρα. (παλιό δημοτικό τραγούδι) Τα Βάβουλα
σήμερα είναι ερειπωμένος και εγκαταλελειμμένος οικισμός στις καταπράσινες
πλαγιές της Δίρφυς ,από τη νότια πλευρά προς τον Ευβοϊκό κόλπο. Πιο
συγκεκριμένα βρίσκονται λίγο νοτιότερα της βουνοκορφής με το όνομα Ταναϊδα και
βόρεια του χωριού Μακρυκάπα σε απόσταση γύρω στα 8 χιλιόμετρα. Πήρε το όνομά
του από το βαθούλωμα –κάθισμα που παρουσιάζει η νότια πλευρά της Ταναϊδας που
βρίσκεται ο οικισμός σε υψόμετρο περίπου 750 μέτρα. Τα Βάβουλα χτίστηκαν στα
χρόνια της Φραγκοκρατίας μεγάλωσαν κατά την Τουρκοκρατία, όπου βρέθηκαν στη
μεγαλύτερη ακμή τους. Μετά την απελευθέρωση της Εύβοιας άρχισε η πτωτική πορεία
μέχρι το 1880 που ο οικισμός ερημώθηκε. Το 1875 σε απογραφή του πληθυσμού των
οικισμών αναφέρονται τα Βάβουλα μαζί με τη Μακρυκάπα με 261 κατοίκου, στον
οικισμό πρέπει να υπήρχαν μόνο δύο οικογένειες και το 1885 έφυγε κι ο
τελευταίος κάτοικος. Πολύ κοντά στον οικισμό των Βαβούλων ήταν ένας άλλος
ιστορικός οικισμός του Απόγκρεμου που είχε κι αυτός την ίδια τύχη. Τα δύο αυτά
γειτονικά χωριά ήτανε σ’ όλα σα δυο σταγόνες νερό όμοια κι απαράλλαχτα5. Κατά
τα χρόνια της Τουρκοκρατίας τα Βάβουλα μαζί με τον Απόγκρεμο ήταν καταφύγιο των
επαναστατών και των κατατρεγμένων Ελλήνων από τον κατακτητή. Στο δύσκολο αγώνα
της απελευθέρωσης που ξεκίνησε το 1821, τα δύο χωριά είχαν την πρώτη θέση
εισφοράς σ’ όλη την κεντρική Εύβοια. Από την Ευβοϊκή εγκυκλοπαίδεια
6διαβάζουμε: «Βαβουλιώτες οπλοφόροι σκότωσαν τον Τούρκο Αμουσαγά και τον
υπηρέτη του, που συνόδευαν τον Πρωτοσύγκελο Μακάριο Βαρλαάμ, όταν πήγαιναν στο
Κοντοδεσπότι για να συνάξουν τα όπλα των ραγιάδων. Αυτό έγινε ύστερα από
συνεννόηση του Πρωτοσύγκελου με τον ιερέα των Βαβούλων παπά-Κωνσταντή
Κουσκούτη. Μετά τη δολοφονία οι Βαβουλιώτες με τον Βαρλαάμ και τον παπά-Κωνσταντή
πήγαν στο στρατόπεδο του Άγιου και εντάχτηκαν στη δύναμή του». Ο Κ.
Παπαδόπουλος 7 γράφει ότι κατά τη μάχη των Αντριαλών « Ο Βάσος και ο Κριεζώτης
κάθονταν στα Βάβουλα, χωριό δυο ώρες μακριά, τρώγοντας και ευθυμούντας, χωρίς
να δράμουν προς βοήθεια των μαχωμένων».( Χαρακτηριστικό των αντιθέσεων που
επικρατούσαν μεταξύ των οπλαρχηγών). Υπήρχε κάποιο καπετανάτο σε λειτουργία τα
χρόνια της σκλαβιάς κι έφκιανε αρματολούς, στηριγμένο στο πατριωτισμό και την
παλικαριά και συντηρούσε πάντοτε το σπόρο της ανεξαρτησίας, όπως μας πληροφορεί
ο Ρίζος Νερουλός.8 Τις περισσότερες πληροφορίες για τα Βάβουλα μας δίνει ο
Λεωνίδας Παπακωνσταντίνου. Στο βιβλίο του «Ευβοϊκή Μεσσαπία» διαβάζουμε: «Πού
στηρίχτηκε ο κουτσός Γερο-κηρύκος από τα Βάβουλα να μην στέρξει να παραδώσει
την πεντάμορφη μοναχοκόρη του στον Τούρκο που την διάλεξε σε ένα πανηγύρι, να
την στείλει πεσκέσι στον Σουλτάνο ή στον Πασά και την πήρε κι έφυγε μαζί με το
μεγάλο του γιο για το βουνό; Πού την πήγαινε και σε ποιους είχε απαντοχή; Πώς
παγωντέοι οπλοφόροι, πολύ προτού την επανάσταση, έσωσαν την τιμή της Λενιώς
Μαστραγκάνα από τους Τούρκους που κινδύνεψε; Την τιμή, γιατί την ζωή δεν
μπόρεσαν να τη σώσουν μια που πάνω στον κίνδυνο από τους Έλληνες οπλοφόρους την
σκότωσαν οι Τούρκοι. Στο βαθούλωμα, που δεν είναι παρά λίγα μονάχα στρέμματα
ήταν στοιβαγμένα ένα πάνω στ’ άλλο τα πεντακόσια σπιτικά του χωριού, λες και
πάσχιζαν να μην βγουν από το φυσικό κάστρο που τους πάρεχε το μέρος. Ο δροσερός
αέρας απ’ το μεγάλο υψόμετρο, τα κρύα νερά από τις τρεις βρύσες, που ανάμεσά
τους είναι και η Γερακάρα- σημαδιακό το όνομα9 -και οι σκιές από τα έλατα και
τα πανάρχαια πλατάνια στον πάτο του μεγάλου τούτου κακκαβιού, αναπλήρωναν το
ψωμί και το προσφάι… …Η θέα απλώνεται από ένα στενό μπαλκόνι, π’ ανοίγεται από
το δεξί γόνατο του γέροντα προστάτη Άβαντα. Λίγα μέτρα νότια από το εκκλησάκι
του Αι- Κωνσταντή -το μοναχικό χτίσμα, όχι που σώθηκε αλλά που ξαναχτίστηκε
τελευταία. Από τούτο το μπαλκόνι βλέπει κανένας όλη τη μέση κοιλάδα του
Μεσσαπίου σε πλάτος και μάκρος. Το εκκλησάκι γιορτάζεται στη μνήμη του Αγίου
και μαζεύει πολλούς προσκυνητές που τιμάνε τη μνήμη του, αλλά και άλλους που
θέλουν να δούνε με τα ίδια τους τα μάτια πού είχανε τα κονάκια τους οι
προσπαππούδες τους… …Ο δασικό δρόμος που περνάει ανάμεσα από τα χαλάσματα του
παλιού τούτου χωριού, κλώθει στη δεξιά αντηρίδα που είναι και η πιο πατητή.
Άλλοτε ήταν ένα κακοτράχαλο γιδόστρατο με στεφάνια από βράχια, σκαλισμένα σ’
αυτά σκαλοπάτια, πιότερο ανηφορικό και πιότερο σύντομο, που φυλαγότανε στο
Διάσελο. Δεν είχανε καιρό για χάσιμο οι Βαβουλιώτες, ούτε οι μηνιτάδες αφού θα
πηγαινοέρχονταν με τα ποδάρια. Πού να καταλάβουν λαχάνιασμα, μη δα είχανε και
βάρος; Ξεραγιανοί και κοντούτσικοι, σα γυαλισμένοι στούμποι, που άλλοτε τρίβανε
το αλάτι. Σε τούτο το πήγαινε και έλα, περνάει κανένας αξέχαστα χρωματιστά
αλλάγματα που τα φτιάχνουν οι φυλλωσιές από τα πυκνοφυτρωμένα ρείκια, τα
κούμαρα, οι αριές, οι αγλαδνιές, οι μέλεγοι, τα πουρνάρια, τα σχίνα, τα βάτια,
οι αγριελιές, οι κοκρετσές και πότε-πότε τα πεύκια και οι ανθισμένες
αγράμπελες...
…Τι απόμεινε από τα
Βάβουλα; Τίποτε. Το καθολικό της ήτανε στη μνήμη της Αγίας Παρασκευής. Την
εικόνα της την φέρανε στη Μακρυκάπα, και την βάλανε στο νέο καθολικό που
κτίστηκε το 1865. Το ναό τον μετονόμασαν και οι Βαβουλιώτες, όπως και οι
Απογκρεμιώτες και τον αφιέρωσαν στη μνήμη του Αγίου Κωνσταντίνου. Όχι τυχαία,
αλλά πίστευαν οι παππούδες μας ότι θα βοήθαγε ο Άγιος που πρωτοϊδρυσε ΤΗΝ
Βυζαντινή αυτοκρατορία να ξαναστεριωθεί. Είχαν ένα ιδανικό. Το ιδανικό της
μεγάλης ιδέας, γι’ αυτό πέτυχαν έστω και με τόσες θυσίες στους αγώνες τους».
Όπως είπαμε πιο πάνω το χωριό γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή του κατά την
Τουρκοκρατία, αμέσως μετά την απελευθέρωση όμως άρχισε η αντίστροφη μέτρηση.
Μέσα σε πενήντα χρόνια έφυγε και ο τελευταίος κάτοικος από το ιστορικό
κεφαλοχώρι. Οι Βαβουλιώτες μετά τη απελευθέρωση και την αγορά του τσιφλικίου
από τους Τούρκους ,μπορούσαν να εγκατασταθούν όπου αυτοί νόμιζαν ότι είναι ο
καλύτερος τόπος μιας και ήταν ιδιοκτήτες μιας τεράστιας έκτασης με δάση, βοσκοτόπια,
γόνιμα χώματα για καλλιέργεια.
Η Μακρυκάπα, η Τσέργες ( Γλυφάδα), τα Κοτσίκια, η Αγρισυκιά,
ο Άγιος Αθανάσιος, ο Πάλιουρας, η Λούτσα είναι χωριά που κατάγονται από τα
Βάβουλα, οι προσπαππούδες των σημερινών κατοίκων είναι Βαβουλιώτες. Η διασπορά
βέβαια ήταν μεγαλύτερη. Όπως στους Καθενούς, τον Πισσώνα, τα Ψαχνά, τη Χαλκίδα
αλλά τα χωριά που στην πλειοψηφία τους είναι Βαβουλιώτες είναι τα χωριά που
βρίσκονται μέσα στα όρια του τσιφλικιού των Βαβούλων, όπως θα περιγράψουμε στη
συνέχεια το ιστορικό της αγοράς. Η αγορά του τσιφλικίου των Βαβούλων Κατ’ αρχήν
αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι το τσιφλίκι των Βαβούλων μετά την αγορά
του το 1838 από τους κατοίκους των Βαβούλων, πάει να είναι τσιφλίκι γιατί οι
νέοι ιδιοκτήτες ήταν οι κάτοικοι που έμεναν σ’ αυτή τη περιοχή, είχαν τα
καλύβια τους, τα κοπάδια τους και τις καλλιέργειες για τα προς το ζην. Δεν
έγινε ιδιοκτησία μερικών μόνο οικογενειών, αλλά όλων των οικογενειών που ζούσαν
στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τον τρόπο που διένειμαν τις
μερίδες οι κάτοικοι των Τσεργοκοτσικίων πολύ αργότερα το 1923 μέσω του Δασικού
Αναγκαστικού Συνεταιρισμού. Δε γνωρίζουμε αν κατά την αγορά του 1838 είχε
προηγηθεί κάποιο προσύμφωνο μεταξύ των κατοίκων και των Τούρκων ιδιοκτητών.
Όπως επίσης δεν γνωρίζουμε πώς συγκεντρώθηκε αυτό το ποσό το ποσό των 45000
γροσσίων που είναι ένα αρκετά μεγάλο ποσό για τους κατοίκους των Βαβούλων που
αγωνίζονταν για την επιβίωση κάτω απ’ την κατοχή των Τούρκων. Τις επόμενες
δεκαετίες που ακολούθησαν την αγορά του τσιφλικιού από τους Βαβουλιώτες
γνωρίζουμε από μαρτυρίες ότι στην περιοχή των Τσεργοκοτσικίων έγινε εκτεταμένη
υλοτομία από Ικαριώτες στο πλούσιο άγριο δάσος της περιοχής. Οι Ικαριώτες
έκαναν το ξύλο ξυλοκάρβουνο με τα καμίνια και το μετέφεραν με τα καΐκια τους
στις διάφορες αγορές. Επίσης γνωρίζουμε ότι για πολλές δεκαετίες το πευκοδάσος
της περιοχής το εκμεταλλεύτηκε ο Νικόλαος Ριτσώνης για τη συλλογή της ρητίνης
και οι ντόπιοι κάτοικοι ήταν εργάτες που δούλευαν γι αυτόν. Ο Ριτσώνης έφυγε
από το πευκοδάσος το 1923 μετά την ίδρυση του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού
Τσεργοκοτσικίων. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι Ικαριώτες
έμποροι και ο Ν.Ριτσώνης ήταν δανειστές των κατοίκων για την αγορά του
τσιφλικιού, δεν μπορούμε όμως να το αποκλείσουμε ως πιθανή εκδοχή για την
εξοικονόμηση από τους βαβουλιώτες κάποιων χρημάτων για την αγορά του κτήματος.
Στη συνέχεια θα δούμε τρία σημαντικά έγγραφα που μας δίνουν με ακρίβεια το
ιστορικό της αγοράς αλλά και των ορίων του τσιφλικίου των βαβούλων. Τα τρία σχετικά
έγγραφα είναι: α)Το συμβόλαιο αγοράς (χοτζέτι)από την Χανούμ Χαμπέμ, θυγατέρα
του Χουϊσή Αχμέτ πασά.
Με τα έγγραφα των Βαβουλιωτών που
παρουσιάζουμε πιο πάνω αλλά και ότι ακολούθησαν αυτά τα 168 χρόνια από το 1838
οι ιδιοκτησία της περιοχής από τους κατοίκους της είναι γεγονός αναμφισβήτητο.
Το πελατειακό ελληνικό κράτος εξαρτημένο από τα συμφέροντα
των οικοπεδοφάγων και καταπατητών της ελληνικής γης δεν κατάφερε να νομοθέτηση
την κατάρτιση δασολογίου ακόμη και όταν διετάχθη με αποφάσεις του Ε τμήματος
του ΣτΕ, συνέπραξε στη διαστρέβλωση του θεσμού της κατατμήσεως των δασών και
στην οικοπεδοποίησή των.
Ανεγνώρισε ανύπαρκτα δικαιώματα επί δασών σε διάφορες
κατηγορίες προσώπων, οικοδομικών συνεταιρισμών και τους πραγματικούς ιδιοκτήτες
δασών όπως στην περίπτωσή μας του
τσιφλικιού των Βαβούλων τους ταλαιπώρησε 165 χρόνια για να τους ονομάσει
ιδιοκτήτες δάσους.
Ο ανώτατος δικαστικός Μιχαήλ Δεκλερής Επ. Αντιπρόεδρος του
Συμβουλίου της Επικρατείας αναφέρει σε ομιλία του της 25η Φεβρουαρίου 2003: «Ειδικώτερα, το νεοσύστατο
ελληνικό κράτος απέσπασε τα δάση μας από τον μέχρι τότε ιδιοκτήτη του Οθωμανό
Σουλτάνο, πρώτα μεν "δικαιώματι πολέμου και δημευτικώς", δηλ. διά της
στρατιωτικής κατοχής, και ύστερα νομικώς με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830.
Ο τότε Κυβερνήτης μας Ιωάννης Καποδίστριας ηρνήθη να καταβάλει την ζητηθείσα
από τον Σουλτάνο αποζημίωση και επεκαλέσθη ρητώς το κυριαρχικό δικαίωμα της
Ελλάδος ως νικητρίας κατά την εθνεγερσία του 1821, τουθ' όπερ πράγματι και
ανεγνωρίσθη από το ειρημένο Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Τοιουτοτρόπως, μόνο σε
ολίγα μέρη, όπως ιδίως η Εύβοια, όπου δεν υπήρχε ελληνικός στρατός κατοχής,
ανεγνωρίσθη από το Πρωτόκολλο εκείνο ότι οι Τούρκοι πασάδες είχαν το δικαίωμα
να πωλήσουν τα κτήματά τους σε αλλοδαπούς, τουθ'όπερ αποτελεί και την αρχή της
γνησίας ιδιωτικής κτήσεως επί δασών στην χώρα μας. Για την αναγνώριση των
δικαιωμάτων αυτών, το κράτος επέβαλε τότε αυστηρές διατυπώσεις. Το νομικό
προηγούμενο του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830, δηλ. η κυριαρχική απόκτηση
της δημοσίας κτήσεως από το ελληνικό κράτος, επαναλαμβάνεται και κατά τις
διαδοχικές εδαφικές επεκτάσεις του ελληνικού κράτους μέχρι των ημερών μας και
αποτελεί το θεμέλιο της ιδιαιτέρας φύσεως της δημοσίας κτήσεως...
...Ιδιωτικό δικαίωμα κυριότητος μπορεί να επικαλούνται μόνον
εκείνοι που αποδεικνύουν την πηγή του δικαιώματός των στην Ειδική Πράξη του
Σουλτάνου (Χοτζέτι) ή άλλων ισοδυνάμων οθωμανικών τίτλων. Τέτοιες, όμως,
περιπτώσεις είναι πολύ λίγες. Είναι δε βαρεία προσβολή της εθνικής κυριαρχίας η
αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων επί της δημοσίας κτήσεως με νόμο, αμέσως ή
εμμέσως, μέσω θεσμών που προσιδιάζουν στα ιδιωτικά δικαιώματα όπως είναι η
χρησικτησία.»
Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι οι Βαβουλιώτες κάτοικοι των
κοινοτήτων που αναφέραμε πιο πάνω, μέσα στα όρια που περιγράφονται από την
επιτόπια παρατήρηση του 1842 έχουν απόλυτα τεκμηριωμένο το δικαίωμα της
ιδιοκτησίας σε όλη την περιοχή του τσιφλικι
Η κοινότητα Γλυφάδας
Με την επωνυμία Τσεργοκοτσίκια βρίσκουμε σε όλα τα αρχεία
και τα κρατικά έγγραφα το κομμάτι του τσιφλικιού που ορίζεται από την
κορυφογραμμή της οροσειράς της Δίρφυς μέχρι τη θάλασσα του Αιγαίου. Δυτικά
συνορεύει με την κοινότητα Αγίας Σοφίας και ανατολικά με την κοινότητα
Στροπώνων.
Σ' αυτή την περιοχή είναι σήμερα το Δ. Δ. Γλυφάδας με τους
οικισμούς Αγριοσυκιά, Κερασιά, Κοτσίκια και Νίκη ( Αρκοσουβάλα).
Η παραλιακή ζώνη κάτω από τα χωράφια μέχρι το κύμα είναι
δασωμένη από την Πόλη μέχρι την Ακτή και βρίσκονται τα Χειμαδιά10, τεμαχισμένα
σε μερίδια σύμφωνα με απόφαση του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού.
Επίσης, όλο το πευκοδάσος είναι χωρισμένο σε μερίδια και
μοιρασμένο σε όλες τις οικογένειες των συνεταίρων με πρακτικό που έγινε το 1923
με την ίδρυση του Συνεταιρισμού.
Το ορεινό κομμάτι είναι κατοχυρωμένο σ' αυτούς που είχαν
ανοίξει τα χωράφια τους και τους βοσκότοπους κατά την θερινή περίοδο.
Οι ορεινοί βοσκότοποι σε μια μικρή απόσταση πάνω από τα
κτήματα παραχωρήθηκαν στην κοινότητα από τον Δασικό Αναγκαστικό Συνεταιρισμό
για να εισπράττει τις βοσκές.
Οι κάτοικοι της Γλυφάδας και των οικισμών δεν είχαν ποτέ
πρόβλημα αμφισβήτησης από το δυτικό όριο που συνορεύουν με την κοινότητα Αγίας
Σοφίας, αντίθετα, στο ανατολικό όριο αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα από την
εγκατάστασή τους στη Γλυφάδα μέχρι σήμερα.
Η διείσδυση κυρίως της οικογένειας Ντεγιάννη μέσα στο
ανατολικό σύνορο του τσιφλικιού δημιούργησε πολλαπλά προβλήματα στους κατοίκους
της Γλυφάδας και για 160 χρόνια, ταλαιπωρούνταν με τα δικαστήρια, πρώτα με τους
Στροπωνιάτες και μετέπειτα μεταξύ τους, χωρίς να έχουν βρει τη λύση.
Οι κάτοικοι της Γλυφάδας και των οικισμών το εισόδημά τους
το αποκτούσαν με πολλές δραστηριότητες. Ήταν γεωργοί, για να παράγουν τα βασικά
προϊόντα διατροφής χωρίς να τα εμπορεύονται. Ήταν κτηνοτρόφοι για να παράγουν
το κρέας και τα γαλακτοκομικά που είχαν ανάγκη αλλά το πλεόνασμα το πουλούσαν
για να πάρουν κάποια χρήματα αναγκαία προς το ζην. Συγχρόνως, πάρα πολλοί ήταν
ρητινοσυλλέκτες, υλοτομούσαν το δάσος και έκαναν ξυλοκάρβουνο, την ρητίνη και
το κάρβουνο το μετέφεραν μέσω της θαλάσσιας οδού πριν γίνει ο δρόμος που
συνδέει τα χωριά με τον Άγιο Αθανάσιο.
Ένας άλλος πόρος εισοδήματος κατά τη θερινή περίοδο ήταν η
συλλογή αρωματικών φυτών( κυρίως τσάι του βουνού, ρίγανη) που συμπλήρωνε τον οικογενειακό
προϋπολογισμό.
Παρά τις δυσχέρειες και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν λόγο
της δύσκολης πρόσβασης στην περιοχή (από τη μία το βουνό που έκλεινε το
μονοπάτι όλη τη χειμερινή περίοδο, από την άλλη η θαλάσσια οδός ήταν δύσκολη,
γιατί αν δεν είχε μπουνάτσα δε μπορούσε να πιάσει το καΐκι για τις μεταφορές
προϊόντων) τα χωριά έφτασαν σε διάφορες χρονικές περιόδους να έχουν μέχρι και
600 κατοίκους συνολικά.
Οι οικισμοί της κοινότητας Γλυφάδας είναι πανέμορφοι μέσα
στο καταπράσινο τοπίο με τα παραδοσιακά πετρόχτιστα σπιτάκια, η φύση τους
χάρισε τόση ομορφιά που δεν μπορεί να χορτάσει το μάτι σου.
Η Κερασιά, τα Κοτσίκια, και η Νίκη βρίσκονται σε μια
απόσταση λιγότερη από 800 μέτρα μεταξύ τους πνιγμένοι στο πράσινο και σε
απόσταση 1,5 χλμ από την εντυπωσιακή παραλία της Πετάλης.
Η Αγριοσυκιά βρίσκεται 4 χλμ βορειοδυτικά της Γλυφάδας και
είναι ένας γραφικός οικισμός με πετρόχτιστα σπίτια. Είναι ίσως από τους
ομορφότερους οικισμούς της Εύβοιας.
Η Γλυφάδα είναι χτισμένη πάνω σε μια πευκόφυτη πλάγια του
λόφου «Πάτημα» στους πρόποδες της Δίρφυς με θέα προς το νότο, την άγρια και
επιβλητική κορυφή του βουνού, και ανατολικά του χωριού το απέραντο και
βαθυγάλανο Αιγαίο.
Ο περιηγητής που θα περπατήσει στην περιοχή, μπορεί να
απολαύσει ένα υπέροχο φυσικό τοπίο με ήπιες εναλλαγές των δασωμένων λόφων με
κοιλάδες και διάσελα όπου υπάρχει μεγάλη ποικιλία δέντρων, θάμνων, αρωματικών
φυτών και βοτάνων. Κατά την περιήγηση στην ορεινή ζώνη, μπορείς να συναντήσεις
πολλά πέτρινα κονάκια που έμεναν οι βοσκοί τη θερινή περίοδο, μικρά πηγάδια και
πηγές που με το λίγο νερό που μάζευαν ήταν σωτηρία για τους ίδιους και τα
κοπάδια τους. Όμως πέτρινα κτίσματα υπάρχουν και στην παραθαλάσσια ζώνη κοντά
στα χειμαδιά που ξεχείμαζαν τα κοπάδια ή έκαιγαν τα καμίνια για ξυλοκάρβουνο.
Στην παραθαλάσσια ζώνη των κτημάτων που βρίσκεται πάνω απ'
τα χειμαδιά και σε απόσταση 1 χλμ από το κύμα, από την Πόλη μέχρι το Θηλή
υπήρχαν προϊστορικοί οικισμοί και αυτό το μαρτυρούν τα απομεινάρια( όπως
σπασμένα κεραμίδια, κατεργασμένες πέτρες κ.α.).
Στην περιοχή δεν έχουν γίνει ανασκαφές από την αρχαιολογική
υπηρεσία αλλά πάνω σε κάποια αξιόλογα ιστορικά ευρήματα έχει γίνει σχολιασμός
και έρευνα από τον Λεωνίδα Παπακωνσταντίνου για την ιστορία της περιοχής με
τοπωνύμια Πόλη, Λούτσα, Κουμαριά, Θηλή.
Η απουσία αρχαιολογικής έρευνας για το θέμα δε μας επιτρέπει
να γράψουμε κάτι παραπάνω γιατί θα αποτελούν εικασίες και φανταστικά σενάρια.
Αυτό που σήμερα μπορεί να δει ο επισκέπτης είναι το
Δρακόσπιτο της Δίρφυς που βρίσκεται πάνω από την παραλία Γλυφάδα, δεξιά του
δρόμου και δίπλα από το Δρακόσπιτο, τη Νεολιθική δεξαμενή που είναι μια από τις
τρεις που διασώζονται και έχουν εντοπιστεί από τους κατοίκους.
Πιστεύω ότι με αυτά που έγραψα δόθηκε μια εικόνα στον
αναγνώστη για το βόρειο τμήμα του τσιφλικιού των Βαβούλων που βρίσκεται από την
κορυφογραμμή της Δίρφυς μέχρι τα παράλια του Αιγαίου. Η Γλυφάδα και η
Αγριοσυκιά είναι ο τόπος καταγωγής μου και είμαι περήφανος γι' αυτό. Ελπίζω
αργότερα να μου δοθεί η ευκαιρία να γράψω ένα βιβλίο για την ιστορία, τη
λαογραφία, τις παραδόσεις και την εξέλιξη της τοπικής οικονομίας απ' την
απελευθέρωση της Εύβοιας μέχρι σήμερα
Η γνώση απ' όλους μας των πολιτιστικών παραδόσεων και της
ιστορίας του τοπικού χώρου συμβάλλει στην πνευματική αναγέννηση και την
κατανόηση του ιστορικού τοπίου15 ως μια ολότητα που είναι άρρηκτα δεμένη με την
ύπαρξή μας. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή μας στα κοινά, αλλά
και της αίσθησης του μέτρου και της αρμονικής συνύπαρξης με το περιβάλλον.
Ειδικά σήμερα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια επικίνδυνη
ιδεολογία περί «ανάπτυξης» και «προόδου». Μιας προόδου απροσδιόριστης και
ψεύτικης που μπορεί πάντα μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς της τεχνοκρατίας
και του κέρδους να διαστρέφει την πραγματικότητα και να θεωρεί αναλώσιμο κάθε
πόρο, έστω κι αν αυτός αποτελεί το σημαντικότερο κομμάτι από την ιστορική και
πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
•1. Από
το βιβλίο του Γεωργίου Αθ. Καδίτη με
τίτλο «Η απελευθέρωση της Εύβοιας από τους Τούρκους και το ξανασκλάβωμά της από
Έλληνες και ξένους τσιφλικάδες» .
•2.
Βιβλίο του Επαμ. Α. Βρανόπουλου
με τίτλο «Η Ευρωπαϊκή διπλωματία στο θέμα της απελευθέρωσης της Εύβοιας»
•3. Η
χαρτογράφηση από επιτροπές αρμόδιες για το θέμα με εκπροσώπηση και των δύο
πλευρών ήταν προϋπόθεση που έθετε το πρωτόκολλο του Λονδίνου.
•4.
Επαμ. Α. Βρανόπουλος «Η Ευρωπαϊκή διπλωματία στο θέμα της απελευθέρωσης
της Εύβοιας». Σελ. 269
•5. Από
το βιβλίο του Λεωνίδα Παπακωνσταντίνου «Ευβοϊκή Μεσσαπία» σελ. 207
•6.
«Ευβοϊκή εγκυκλοπαίδεια» βλέπε
λήμμα Βάβουλα τόμος Α σελ. 256
•7.
Κάρπος Παπαδόπουλος παραπομπή
από την Ευβοϊκή Εγκυκλοπαίδεια για τη μάχη των Ανδριαλών. Υπάρχουν περισσότερα
στοιχεία για τη μάχη των Ανδριαλών στο βιβλίο του Δημητρίου Γιαννούκου με θέμα
«ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ» Έκδ. 1973
•8. Ρίζος Νερουλός αναφορά από το
έργο του «Ιστορία της Ν. Ελλάδας» Γενεύη, 1828 σελ. 384
•9.
Γερακάρα ( Γερά + Κάρα) γερό κεφάλι, ξύπνιο μυαλό. Ήταν πηγή με
κρυστάλλινο και υγιεινό νερό.
•10. Ομιλία
σε συνέντευξη τύπου στην αίθουσα του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών την Τρίτη 25
Φεβρουαρίου 2003 με θέμα «Η επιβουλή κατά των Δημοσίων Δασών»
•11. Τα
χειμαδιά είναι τόπος κατάλληλος για ξεχειμώνιασμα των κοπαδιών. Στην περιοχή
των Τσεργοκοτσικίων τα χειμαδιά βρίσκονται σε όλη την παραλιακή ζώνη, από την
Πόλη μέχρι την Ακτή.
•12. Από
βιβλίο του ιδίου με θέμα «ΕΥΒΟΙΑ-ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ» σελ. 152
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γεωργίου Αθ. Καδίτη. «Η απελευθέρωση της Εύβοιας από τους
Τούρκους και το ξανασκλάβωμά της από Έλληνες και ξένους τσιφλικάδες» Έκδ.
Εταιρία Ευβοϊκών Σπουδών 2000
Βρανόπουλος Α. Επαμ. «Η Ευρωπαϊκή διπλωματία στο θέμα της
απελευθέρωσης της Εύβοιας και η εξαγορά των τουρκικών κτημάτων» Α.Ε.Μ. Τομ. 25 ( 1983)
Λεωνίδας Παπακωνσταντίνου «Ευβοϊκή
Μεσσαπία».Εκδ.1972.Αθήνα.
Ευβοϊκή
εγκυκλοπαίδεια. Γιάγγου Τσαούση Έκδ1998
Γεωργίου Φραντζή «Εύβοια- Τοπική ανάπτυξη-Κοινωνική
αναγέννηση» Έκδ. 1994
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)























